Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

 

Για χρόνια ακούω να ψάχνουν οι φιλόλογοι γιατί ο Όμηρος λέει τη θάλασσα «οίνοπα πόντον».

Και ακούω διάφορες μεταφράσεις που και σε μένα που δεν είμαι φιλόλογος φαίνονται τουλάχιστον άστοχες.

Έψαξα στα λεξικά μου και είδα ότι το πρόβατο λεγόταν στα αρχαία «οις» (με ψιλή και περισπωμένη στο γιώτα).

Γιατί λοιπόν ο κακομοίρης ο Όμηρος να μην ήθελε να παρομοιάσει τη θάλασσα όπως οι σύγχρονοί μας ποιητές την παρομοιάζουν-δηλαδή σαν ένα λιβάδι με άσπρα προβατάκια-τα κύματα;

Και λέω μήπως αυτό και έκανε.  Να πήρε δηλαδή την αιτιατική του «οις» που είναι «οιν» (με ψιλή και περισπωμένη κι αυτή), και από το «οιν» να έφτιαξε το «οίνοπα».

Βέβαια οι φιλόλογοι παίρνουν το «οιν» από τον οίνο, το κρασί. Εντάξει, όμως γιατί ο Όμηρος τη φορά αυτή να μην εννοούσε στην λέξη «οίνοπα» το «οιν» του πρόβατου;

Αν είναι τελείως αδύνατο να έγινε έτσι, δεν πειράζει, η γνώμη μου αυτή θα είναι μία ακόμα μαλακία από τις τόσες που γράφω εδώ.

Αλλά έχω κι εγώ προσφέρει στη φιλολογία σε άλλη περίπτωση. Ποια;

Να ποια. Όταν ήμουνα στην Αμερική είχα στενές φιλίες με τον διευθυντή των Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα (του UCSB).

Το μεράκι του και η ασχολία του, επίσημα και ανεπίσημα, ήτανε ο Ησίοδος με όλα τα γραφτά του. Είχε αφιερώσει σ’ αυτόν όλη την επιστημονική του ικανότητα και είχε εκδώσει δεν ξέρω πόσα βιβλία με θέμα εκείνον και τα έργα του.

Τρελός δε με την Ελλάδα. Όταν έκανε μαθήματα στους φοιτητές του, έφερνε στην τάξη εργαλεία και αντικείμενα από εκείνα που χρησιμοποιούνταν την εποχή του Ησίοδου. Σε ένα τέτοιο μάθημα που παρευρισκόμουν κι εγώ, τους είχε φέρει μια τρίχινη κάπα, όπως εκείνη που περιγράφει στα «Έργα» του «και Ημέρες» ο Ησίοδος. Τη θυμάμαι σαν να την βλέπω μπροστά μου. Περίπου καφετιά,   τραχύ πράμα, ολόκληρη από γίδινες τρίχες που τις έβλεπες να πετάγονται από όλη την επιφάνεια της κάπας όπως αγκάθια σκαντζόχοιρου που δεν κινδυνεύει. Και τους έβαζε να την ακουμπήσουν, να την χαϊδέψουν. Και βλέποντάς την μόνον κανείς ζεσταινόταν.

Μια μέρα με ρώτησε αν θα είχα όρεξη να μεταφράσω το έργο του Ησίοδου «Έργα και Ημέρες».

Το έκανα, του άρεσε, και μου είπε ότι θα χρησιμοποιεί τη μετάφρασή μου και στα μαθήματά του.

Ήξερε τα πάντα για τον Ησίοδο, είχε δώσει εξήγηση στο κάθε τι που αναφέρει αυτός στο «Έργα και Ημέρες» συμβουλεύοντας τον Πέρση.

«Μόνον ένα δεν μπορώ να καταλάβω», μου είπε μια μέρα-«γιατί τον συμβουλεύει να μην κάθεται πάνω σε μάρμαρα! Έχεις καμιά ιδέα;»

Και βέβαια είχα ιδέα και του την είπα. Όταν ήμουνα μικρός λοιπόν, η μητέρα μου όταν με έβλεπε να κάθομαι πάνω σε κάποιο μαρμάρινο σκαλοπάτι, μου έλεγε: Μην κάθεσαι στο μάρμαρο. Σήκω από κει. Καθώς δεν με έπαιρνε να έχω αντιρρήσεις, σηκωνόμουνα. Μια μέρα όμως δεν άντεξα και τη ρώτησα γιατί δεν πρέπει να κάθομαι στα μάρμαρα. «Γιατί δεν θα κάνεις παιδιά!» ήταν η απάντηση.

(Από τότε δεν ξαναέκατσα σε μάρμαρο. Σήμερα (στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα), εύχομαι να είχα παρακούσει τη μητέρα μου.)

Όταν λοιπόν έγινα γιατρός, έμαθα ότι κάθοντας κανείς πάνω σε κρύες επιφάνειες,  κινδυνεύει να πάθουν ψύξη οι επιδιδυμίδες του, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να μεταφέρουν τα αποθηκευμένα σε αυτές σπερματοζωάρια προς την ουρήθρα.

Όταν του το είπα μόνο που δεν με φίλησε από την χαρά του.

Και αυτή είναι μόνον η συνεισφορά μου στην φιλολογία! Επειδή ενώ αυτήν πάντοτε ήθελα για γυναίκα μου, όμως οι γονείς μου (για οικονομικούς-τότε…-λόγους), με πάντρεψαν με την Ιατρική.