Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

 

ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη. Αυτός του γυάλιζέ τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.

Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.

Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.

Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δε δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.

Το αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.

Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νοιάζονταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.

Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στον δρόμο της μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.

Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μη συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει και ποτέ δε διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.

Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί στό βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020


 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ
(μονόπρακτο)




ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Τόπος: Λόφος της Βηθλεέμ με
στάνη, σπηλιά, μονοπάτι.

Χρόνος: 1 Ιανουαρίου 0001. Νύχτα.

Πρόσωπα:
ΕΛΙΑΚΕΙΜ (ΕΛΜ), βοσκός
ΕΛΙΕΖΕΡ (ΕΛΡ), βοσκός, αδερφός του


(ο Ελιέζερ και ο Ελιακείμ συζητάνε ενώ κάνουνε δουλειές στη στάνη)
ΕΛΙΕΖΕΡ
Μετά τους έλληνες οι Ρωμαίοι... Ποιος το ’λεγε να έρθουν λαοί από τόσο μακριά και να μας εξουσιάζουν...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα τους διώξουμε κι αυτούς. Κάνε λίγη υπομονή

ΕΛΙΕΖΕΡ
Λίγη αν χρειάζεται την έχω. Δυο μήνες ακόμα. Παραπάνω δεν πάει, θα βγω στο βουνό.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και τώρα πού είσαι;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Κορόιδευε σύ! Ξέρεις τι εννοώ. Δε θ’ αρμέγω εγώ
τα δικά μου πρόβατα για να ταϊζω τους ρωμαίους.
Δε θα τα κουρεύω για να φτιάχνουν αυτοί
αντρομίδες. Δε θα σκοτώνομαι να τα μεγαλώσω για να μου τα ψήνουν αυτοί στη σούβλα σα να ’τανε δικά τους...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι πολλοί. Είναι δυνατοί. Έχουν τα όπλα. Ο κόσμος όλος είναι δικός τους. Βολέψου με την κατάσταση.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Να βολευτώ; Μα δεν έχεις νεύρο εσύ απάνω σου; Τι
βόλεμα να κάνω που αυτοί είναι σκυλιά ανήμερα;..

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι σκυλιά. Καλά το είπες. Και δαγκώνουν. Και
ξεσκίζουν. Μόνο εμείς είμαστε στην εξουσία τους; Τι
θέλεις; Να σε σταυρώσουνε κι εσένα σαν τον
Ιωχάναν; Όσο γάλα κι αν τους έχεις δώσει, αν σε
πιάσουν να τους πολεμάς δε σε σώζει
τίποτα. Γι αυτό σου λέω-κάτσε στ' αυγά σου. Και
ποιος δε θέλει να τους διώξει; Πώς όμως;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Είναι που δεν το βάνουμε όλοι σκοπό. Γι αυτό. Γιατί
οι μεγάλοι μας παραδοθήκανε. Γίνανε προδότες!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι ήθελες; Να τους σφάξουν; Και να σφάζουν συνέχεια; Τότε ποιος θα 'μενε να εκδικήσει τα βάσανά μας; Ουφ! Με σκότισες! Θες να πας πήγαινε και πάρε τα βουνά. Πρώτα όμως να πας ν’ αδειάσεις τις καρδάρες στο λεβέτι και να στεριώσεις το έμπα του μαντριού. Άντε και να κοιμηθούμε λίγο. Με κούρασαν σήμερα τα παλιοζωντανά...

ΕΛΙΕΖΕΡ
Είναι που δε μας αφήνουνε να τα βόσκουμε στον
τόπο μας, δίπλα μας, και πρέπει να τρέχουμε στα
κατσάβραχα.

ΕΑΜ
Εντάξει, δίκιο έχεις… Δε μου λες, τι κάνουνε εκείνοι οι
δύο στη σπηλιά; Κοιμήθηκαν; Γέννησε εκείνη;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Έτσι μου ’πε ο Αμώς.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι καλά; Θέλουν τίποτα; Έχουν καμιάν ανάγκη;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Δεν ξέρω. Δεν πήγα. Ο Αμώς λέει τους έδωσε λίγο
ψωμί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ο Αμώς είναι παιδί. Γυναίκα γεννημένη μέσα
στη σπηλιά είναι και δεν πήγες να δεις αν θέλουν τίποτα; Τι ξέρει το παιδί;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Έχω να δω κι άλλες δουλειές. Αν ήθελαν τίποτα θα
φώναζαν.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο σου! Εσύ είσαι που βρίζεις τους Ρωμαίους; Τι να το κάνω αυτό; Αφού δεν μπορείς να διώξεις εκείνους, βόηθα τουλάχιστο τους δικούς μας. Πάρε μια καρδάρα γάλα, εγώ θα σφάξω ένα αρνί να τους ταϊσουμε. Μπρος τράβα! Και πάρε και κάνα δυο κουβέρτες. Άντε λοιπόν, τι κάθεσαι;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Εσύ νύσταζες.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τώρα ξενύσταξα. Τράβα.
(ακούγεται κλάμα μωρού)

(τέλος πρώτης σκηνής)






ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Τόπος: ο ίδιος
Χρόνος: Ίδιος

Πρόσωπα:
ΙΩΣΗΦ
ΜΑΡΙΑ
ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΟΥΣ
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
ΕΛΙΕΖΕΡ
ΑΜΩΣ, ανεψιός και βοηθός τους
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
ΜΕΛΧΙΟΡ  και
ΓΚΑΣΠΑΡ  (τρεις μάγοι),
ΒΟΔΙΑ,
ΕΝΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ,
ΕΝΑ ΨΕΥΤΙΚΟ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙ.



(Ο Ιωσήφ όρθιος, η Μαρία καθισμένη με το παιδί τους στην αγκαλιά)  

ΙΩΣΗΦ
Φάε λίγο ψωμί. Και ξάπλωσε. Θα προσέχω εγώ το μωρό.

MAPIA
Είμαι καλά. Κείνες οι ώρες ήταν δύσκολες. Τώρα πέρασε. Κρυώνω μόνο λίγο. Πάρε το παιδί να τραβηχτώ κοντά στα βόδια και μου το δίνεις.

ΙΩΣΗΦ
Δος το…
(ο Ιωσήφ παίρνει το παιδί. Η Μαρία βολεύεται, ο Ιωσήφ της δίνει το παιδί)
Θα πάω να δω αν γύρισαν οι βοσκοί να τους ζητήσω κανένα σκέπασμα για το βράδυ.
(γκρινιάζοντας)
Τώρα τους ήρθε να κάνουν απογραφή...


MAPIA
Δεν πειράζει. Δεν πάθαμε τίποτα. Και ζήτα τους κι ένα κερί. Αυτό όπου να ’ναι τελειώνει. Μπορεί να μας χρειαστεί τη νύχτα… Όμως κάτι ακούω... κάποιοι έρχονται... μίλα τους καλά! Όποιοι κι αν είναι-είμαστε ξένοι εδώ.
(Μπαίνει ο ΕΛΙΑΚΕΙΜ)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Να σας ζήσει. Τώρα το 'μαθα. Αγόρι ή κορίτσι είναι;

ΙΩΣΗΦ Αγόρι.
(Μπαίνει ο ΕΛΙΕΖΕΡ)

ΕΛΙΕΖΕΡ
Και πάλι να σας ζήσει.

ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ και τους δυο. Ευχαριστώ και για το ψωμί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Δεν είναι λόγος να ευχαριστείς. Έπρεπε να 'χουμε κάνει περσότερα μα λείπαμε... Ο ανιψιός μου είναι μικρός, δεν ξέρει... Έκοψα ένα αρνί. Θα το ψήσω πρωί πρωί. Η γυναίκα πρέπει γα φάει να δυναμώσει. Για τώρα εφέραμε λίγο γάλα και για τους δυο σας. Και κουβέρτες να σκεπαστείτε. Αν είχαμε σπιτικό εδώ δε θα σας αφήναμε στη σπηλιά. Όμως καλλίτερα εδώ από τη στάνη. Βρωμάει λίγο κοπριά βέβαια.. μήπως θέλετε και τίποτ' άλλο; To μωρό είναι μια χαρά βλέπω…

MAPIA
Τι να θέλουμε, όλα που θέλαμε μας τα δώσατε χωρίς να σας τα ζητήσουμε. Μόνον όταν θα φύγετε να 'ρθει μαζί σας ο άντρας μου να του δώσετε κι ένα κερί. Τίποτ' άλλο δεν μας χρειάζεται. Κι αυτά που μας φέρατε πολλά είναι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα πάει ο Ελιέζερ να σας φέρει. Πήγαινε ρε αδέρφι.
(ο Ελιέζερ βγαίνει. Δυνατά προς τον Ελιέζερ)
Και πες και του Αμώς να έρθει. Τον θέλω.
(στον Ιωσήφ)
Από τη Ναζαρέτ άκουσα ήρθατε.

ΙΩΣΗΦ
Ναι από τη Ναζαρέτ.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Πώς πάνε τα πράγματα εκεί;

ΙΩΣΗΦ
Από το κακό στο χειρότερο.

MAPIA
Δεν είναι κι άσχημα.
(επιτιμητικά στον Ιωσήφ)
Ιωσήφ!..

ΙΩΣΗΦ
Πάνε από το κακό στο χειρότερο! Ναι! Δε θα κρατηθώ να μιλήσω και σε δικούς μου ανθρώπους ανάμεσα.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Καλά λέει κυρά μου. Ασ’ τον. Ιουδαίοι δεν είμαστε κι εμείς; Και μάλιστα από τους σωστούς-τους πατριώτες!
(στον Ιωσήφ) Ξέρεις τον Ροβοάμ;

ΙΩΣΗΦ
Τον μπαλωματή;

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ναι, τον ξέρεις;

ΙΩΣΗΦ
Είναι από τους πιο καλούς μου φίλους.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και από τους καλλίτερους πατριώτες. Είναι και δικός μου φίλος. Να τον ακούτε. Μια μέρα θα ξεσηκωθούμε κι αυτός θα ’ναι αρχηγός μας. Να τον προσέχετε κει κάτω. Εσύ τι δουλειά κάνεις;

ΙΩΣΗΦ
Έχω ένα μαραγκούδικο. Κάνουμε συγκεντρώσεις εκεί. Κρύβω κάποιον που κυνηγάνε, φτιάχνω τόξα, βέλη, κάνω ό,τι μπορώ. Ετοιμάζομαι κι εγώ όπως όλοι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Έχουν αγριέψει τελευταία μαθαίνω.

MAPIA
(με σκοπό να βάλει τέλος στη συζήτηση αυτή)
Αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Καθένας πρέπει να κοιτάει τη δουλειά του, τη φαμίλια του και ύστερα τ' άλλα.

ΙΩΣΗΦ
Σώπα γυναίκα. Δουλειά χωρίς πατρίδα λεύτερη είναι
θάνατος. Θέλεις να πεθαίνεις κάθε μέρα;
(στον Ελιακείμ)
Από τότε που ανάλαβε ο Ηρώδης, κάνει όλα τα χατίρια των Ρωμαίων και η αντίδραση έχει μεγαλώσει.

MAPIA
Δώσε μου λίγο νερό σε παρακαλώ.

ΙΩΣΗΦ
(δίνοντάς της)
Βέβαια δεν ήρθε ακόμα η ιερή ώρα του ξεσηκωμού
αλλά δε θ' αργήσει.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν χρειαστείς κάτι από μάς μη διστάσεις να το ζητήσεις. Όπως έχεις φίλο τον Ροβοάμ έτσι να ’χεις και μας. Κοίτα όμως, τώρα που θα ’ρθει ο αδερφός μου να μη συνεχίσουμε την κουβέντα αυτή-είναι από τους θερμόαιμους και όταν ακούει τέτοια πλαντάζει. Τα θέλει όλα γρήγορα. Δεν έχει μπει ακόμα καλά στη ζωή να ξέρει.

ΙΩΣΗΦ
Θα χρειαστεί αυτή η ορμή του γρήγορα. Μη του την
κόβεις.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και να ’θελα δεν μπορώ. Να, έρχεται... φέρνει και τον Αμώς!..
(μπαίνουν ο Ελιέζερ και ο Αμώς)

ΑΜΩΣ
(ζωηρά)
Γεια σας!

ΙΩΣΗΦ
Γεια σου και σένα.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ορίστε το κερί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Σας έχω μια ευχάριστη έκπληξη.
(στον Αμώς)
Όταν γεννιέται ένα αρνάκι ποιο τραγούδι λένε τα παιδιά Αμώς; To ξέρεις κι εσύ; To ’χεις μάθει;

ΑΜΩΣ
Αμέ! Όλο!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο! Λοιπόν ο Αμώς θα μας το τραγουδήσει για να γιορτάσουμε τη γέννα του γιου σας. Συμπαθάτε μας που δεν έχουμε άλλο δώρο να σας κάνουμε έξω απ’ αυτό το τραγουδάκι.
Από την άλλη όμως ένα μικρό είτε αρνάκι είτε παιδάκι, πριν απ’ όλα είναι μικρό. Λέγε Αμώς! Ανέβα στον κουβά.

ΑΜΩΣ
(αναποδογυρίζει τον κουβά και πηδάει πάνω του. Θαρρετά)
Θεόσταλτο, θεόδοτο
και θεοκαμωμένο
καλώς μας ήρθες πα’ στη γη
αρνί νιογεννημένο.

Μυριάδες να ’ναι οι μέρες σου,
αρρώστια να μην πιάνεις,
να ’σαι γερό σα σίδερο
κι αρνιά πολλά να κάνεις.

Μαλλί και γάλα ολάφριστο
και κόπρια να μας δίνεις
και για τους αφεντάδες σου
πλούτου πηγή να γίνεις.

Kι αν το 'χει η μοίρα σου η πικρή
και τ' άδικό σου αστέρι...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Φτάνει. Κατέβα.

ΑΜΩΣ
Γιατί; To ξέρω όλο!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
To υπόλοιπο είναι για τ' αρνάκια μόνο. Δεν ταιριάζει
στους ανθρώπους.

ΙΩΣΗΦ
(στον Ελιεμέχ)
Γιατί; Όμορφο τραγουδάκι. Μην το κόβεις το παιδί. Ας ακούσουμε και το υπόλοιπο.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ

To υπόλοιπο λέγεται για να κάνει τα παιδιά να μη
λυπούνται όταν σφάζονται τ’ αρνιά…

ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει;

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
«...κι αν το 'χει η μοίρα σου η κακή
και τ' άδικό σου αστέρι
να πέσεις κάτω απ’ το πικρό
της πείνας μας μαχαίρι,

αρνάκι μου μας συμπαθάς
μα οι άνθρωποι πεινάνε
και πώς θε’ να χορτάσουνε
αρνάκια σα δε φάνε;»
Αυτό ήτανε.

ΙΩΣΗΦ
Έχεις δίκιο. Βοηθάει τα παιδιά να συνηθίζουν...

MAPIA
(δυνατά, κoφτά, επιτακτικά)
Σωπάστε!
(Όλοι στρέφουν προς το μέρος της. Αμήχανη σιωπή)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ιωσήφ)
Πότε γυρίζετε στη Ναζαρέτ;

ΙΩΣΗΦ
Δε θα γυρίσω στην πατρίδα. Μέρες τώρα σκέφτομαι τι είναι το καλλίτερο να κάνω. Ο Ηρώδης, εκτός που είναι βάναυσος και εχθρικός για τους Ιουδαίους, είναι και ευκολόπιστος και προληπτικός. Πιστεύει πως κάποιο παιδί που θα γεννηθεί τον καιρό αυτόνε θα του πάρει τη βασιλεία όταν μεγαλώσει και θα γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Κι έχει καιρό τώρα που όσους πατριώτες έχουνε αγόρι τους βλέπει με μισό μάτι. Τους παρακολουθεί, δυσκολεύει τις συναλλαγές τους με το κράτος και με την αγορά, τους απειλεί πολλές φορές χωρίς λόγο. Εμένα με είχαν έτσι κι έτσι στο μάτι. Τώρα που έκανα και γιο δε θα με αφήσουν σε χλωρό κλαρί αν γυρίσω πίσω. Και όχι μόνο, αλλά το σπουδαιότερο, κινδυνεύει και η ζωή του παιδιού εκεί πέρα.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ο Ηρώδης είναι ένα κάθαρμα που του πρέπει να
πεθάνει.

ΙΩΣΗΦ
(Στον ΕΛΙΕΖΕΡ)
Φίλε μου ας μην αρχίσουμε μια τέτοια συζήτηση. Δε θέλω να κουράσω τη γυναίκα μου μ’ αυτά στην κατάσταση που είναι.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και τι σκέπτεσαι να κάνεις;

ΙΩΣΗΦ
Δε σκέφτομαι, το έχω αποφασίσει. Στην Αίγυπτο έχουμε φίλους που έχουνε βρει εκεί καταφύγιο. Η Αίγυπτος είναι ασφαλής για την ώρα. Θα πάω εκεί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα είναι κουραστικό ταξίδι.

ΙΩΣΗΦ
Θα είναι. Όμως ο ντορής μου και τα πόδια μου να ’ναι καλά και θα τα καταφέρω. Η Μαρία κι το μωρό έχουνε το γαϊδούρι. Ύστερα δεν ξέρω, κάτι θα γίνει. Βλέποντας και κάνοντας. Σ' αυτό συμφωνεί και η Μαρία.
(Ο Ελιεμέχ στρέφεται ερωτηματικά προς τη Μαρία)

ΜΑΡΙΑ
(ήρεμη τώρα)
Δε βλέπω τι άλλο μπορεί να γίνει ώσπου να
ησυχάσουνε λίγο τα πράγματα…

ΕΛΙΕΖΕΡ
Ή ώσπου να ψοφήσει ο Ηρώδης.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ιωσήφ)
Αν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα...

ΙΩΣΗΦ
Σ' ευχαριστώ αδερφέ μου, λίγο σανό μόνο για το
γαϊδουράκι μας  για το δρόμο και λίγο ψωμοτύρι για μας όταν έρθει το πρωί.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Κι όταν έρθει με το καλό η ώρα θα σου πω από πού να τραβήξεις για να βγεις πιο εύκολα στο δρόμο σου. Πότε λες να ξεκινήσετε;

ΙΩΣΗΦ
Όσο γίνεται πιo γρήγορα.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν είναι έτσι τότε να κοιμηθείτε. Έχετε και οι τρεις
ανάγκη από ύπνο είτε αύριο είτε μεθαύριο ξεκινήστε.
Να πηγαίνουμε κι εμείς. Ως για τ' αρνί, πριν φύγετε θα το φάμε έτσι κι αλλιώς. Και θα πάρετε μαζί σας το υπόλοιπο.  

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(η φωνή του απ’ έξω μακριά)
Ε! Άνθρωποι!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ελιέζερ σιγά)
Τα τόξα!
(σβήνει το κερί. Ο Ελιέζερ βγάζει κάτω από το
σανό δυο τόξα και βέλη)
(Σιγά)
Μη μιλάτε!
(Δυνατά, προς τα έξω)
Ποιοι είσαστε;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι. Ταξιδιώτες. Από την
Ανατολή. Γυρίζουμε να γνωρίσουμε τον κόσμο.
Είμαστε ταχυδακτυλουργοί. Νυχτώσαμε, είδαμε
φως, ήρθαμε. Λίγο νερό να πιούμε αδέρφια και θα φύγουμε. Αν έχετε την καλοσύνη… Φίλοι!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ελιέζερ;

ΕΛΙΕΖΕΡ
Διώξ' τους!

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ιωσήφ;

ΙΩΣΗΦ
Μου φαίνονται πως λένε την αλήθεια.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και μένα
(δυνατά, προς τα έξω)
Πλησιάστε. Και να ξέρετε, έχουμε όπλα.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Δε θα χρειαστούν. Εμείς δεν έχουμε.
(μπαίνουν οι Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Βλέπετε; Είμαστε άοπλοι και ειρηνικοί. Μα πώς να δείτε καλά χωρίς φως;
(ο Ιωσήφ ανάβει το κερί)
Έτσι μπράβο φίλε μου. Γεια σας κι από κοντά. Είμαι ο Βαλτάσαρ και αυτοί εδώ είναι οι φίλοι μου Μελχιόρ και Κάσπαρ. Είμαστε πέρσες.

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ταχυδακτυλουργοί είπατε;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Ναι.
(γελώντας)
Και λίγο μάγοι και λίγο σοφοί…

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Γεια σας. Είμαι βοσκός εδώ. Από δω ο αδερφός μου, ο ανεψιός μου, ο Ιωσήφ, η Μαρία και ο γιος τους. Νιόφερτος-σήμερα γεννήθηκε.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και γιατί στη σπηλιά; Χάθηκε ένα σπίτι;

ΙΩΣΗΦ
Είναι μεγάλη ιστορία φίλοι μου και δε θα σας
ενδιαφέρει.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λες. Τι να μας ενδιαφέρει; Όμως ένα νεογέννητο είναι μια καινούργια ψυχή στον κόσμο μας. Γι αυτό και θα κάνουμε και οι τρεις μας από ένα δώρο σε τούτο το παιδί.
(στρέφεται στους Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Έτσι παιδιά;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και βέβαια! Και περισσότερο που τ’ άστρα λένε πως τα παιδιά που θα γεννηθούνε απόψε θα κάνουν μεγάλες πράξεις στη ζωή τους.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Και επειδή εμείς λεφτά δεν κρατάμε, θα του δώσουμε σα δώρο λίγο από ό,τι καθένας μας κουβαλάει πάντοτε επάνω του αντίς για λεφτά.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εγώ έχω χρυσάφι. Να λοιπόν ένα κομματάκι χρυσάφι, δώρο στο νιογέννητο από μένα και του εύχομαι ολόψυχα να μη δει βάσανα και στενοχώριες στη ζωή του.

ΜΕΛΧΙΟΡ
Να και λίγο λιβάνι κι από μένα, για να φτάσει ως τα
βαθιά γεράματα το παιδί σας.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Και ένα κουτάκι σμύρνα. Και εύχομαι να φύγουν γρήγορα οι ρωμαίοι από την πατρίδα σας
και το παιδί να μεγαλώσει λεύτερο. Μα αν εκείνοι ακόμα είναι εδώ όταν το παιδί μεγαλώσει, τότε να γίνει ένας καλός αγωνιστής. Ξέρουμε όλοι στην πατρίδα μου πόσο υποφέρετε από τους ρωμαίους.

ΙΩΣΗΦ
Φίλοι μου ο θεός σας στέλνει. Πιο κατάλληλη περίσταση δε θα βρισκόταν για να μας κάνει κάποιος τέτοια πολύτιμα δώρα. Τα δεχόμαστε και σας ευχαριστούμε από μέρους του γιου μας γι αυτά. Άκουσα όμως πως είσαστε διψασμένοι και ίσως και πεινασμένοι. Αν και δεν είμαι εγώ το αφεντικό εδώ, αλλά είμαι σίγουρος πως οι φίλοι μου από δω θα σας προσφέρουν ό,τι έχουνε και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εκείνο που θέλουμε για τώρα είναι λίγο νερό γιατί
μας τελείωσε και διψάμε…
(ο Ελιέζερ τους δίνει τη στάμνα και πίνουν)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Με πρόλαβες αδερφέ μου Ιωσήφ. Αμώς τράβα. Φέρε να φάνε στους ανθρώπους.
(ο Αμώς βγαίνει)
Πρώτη φορά έχουμε τόσους επισκέπτες -μέσα σε μια νύχτα κιόλας- και τα έχω λίγο χαμένα. Πέστε μας όμως πώς βρεθήκατε εδώ;

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά οι τρεις μας. Σπουδάσαμε αστρολογία για να γίνουμε σοφοί και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να ζήσουμε. Για να γίνουμε όμως σοφοί έπρεπε να γυρίσουμε τον κόσμο. Κι όχι μόνο την Περσία. Και αυτό κάνουμε
(αστειευόμενος)
Έχετε μπροστά σας τρεις μελλοντικούς σοφούς!

ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λέει, η σοφία μας είναι όσο μεγάλη και η ηλικία μας. Κι είμαστε νέοι όπως βλέπετε. Έχουμε καιρό ακόμα ώσπου να γίνουμε τέλειοι σοφοί. Ακόμα δε γυρίσαμε την πλάτη μας στον κόσμο.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Με άλλα λόγια δεν είμαστε σοφοί ακόμα. Όμως είμαστε ταχυδακτυλουργοί όπως σας είπαμε. Και αν θέλετε, θα σας δείξουμε μερικά κόλπα για να σας διασκεδάσουμε. Κι όσο θα παριστάνει ο ένας, οι άλλοι δύο θα συνοδεύουνε την παράσταση με τον αυλό. Και όλα αυτά θα τα κάνουμε για τη Μαρία. Γιατί τη βλέπουμε λυπημένη.

ΜΑΡΙΑ
Δεν είμαι λυπημένη. Μόνο κουρασμένη λιγάκι.

ΓΚΑΣΠΑΡ
Τότε παράσταση και φεύγουμε αμέσως. Θα βρούμε κάπου να κονέψουμε. Νέα παιδιά είμαστε. Και κανένας μας δε γέννησε απόψε...
(γελούν όλοι)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μια στιγμή σας παρακαλώ να έρθει και ο Αμώς. Με
χαρά μας θα δούμε τα κόλπα σας μα περισσότερο θ'
αρέσουν στο παιδί... Και σαν τι μαγικά κάνετε
αλήθεια;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Ό,τι φανταστείτε. Απόψε όμως θα κάνουμε ένα μικρό μέρος ο καθένας για να μη σας πάρουμε πολύν χρόνο. Και αν και νέοι, είμαστε καλοί σε ό,τι κάνουμε-να φανταστείτε πως περνώντας από την Ιερουσαλήμ δώσαμε παράσταση ως και στο παλάτι.

ΕΛΙΕΖΕΡ
(έκπληκτος)
Επαίξατε για τον Ηρώδη;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Και μάλιστα μας καλοπλήρωσε.

ΕΛΙΕΖΕΡ
Αφού καλοκλέβει πρώτα, μετά καλοπληρώνει...

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τον Ηρώδη τον ξέρατε από πριν;

ΜΕΛΧΙΟΡ
Όχι βέβαια. Περαστικοί ήμασταν από την πόλη
του, έμαθε πως τρεις σπουδαίοι μάγοι ήρθανε…
(κορδώνεται επιδεικτικά και αστεία. Η Μαρία γελάει)
...και μας φώναξε. Πήγαμε, φύγαμε. Πρώτη φορά είδαμε βασιλιά και ποιος ξέρει αν θα ξαναδούμε…

ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει η σοφία σας-όση έχετε μέχρι τώρα- για τον Ηρώδη;

ΓΚΑΣΠΑΡ
Πως οι καλοί άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτόν.

ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ για δεύτερη φορά φίλοι μου απόψε.

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Για ποιο πράγμα;

ΙΩΣΗΦ
Για τη σοφία που μόλις ξεστόμισες. Κάνει πιο ισχυρή μιαν απόφασή μου.
(μπαίνει ο Αμώς)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αμώς, άσε τα φαγητά στην άκρη-θα τα πάρουνε μαζί
τους οι φίλοι μας-κι έλα να δεις τα μάγια που θα
κάνουνε:
(απομένουν όλοι σιωπηλοί και με χαρούμενη προσδοκία Κατά τη διάρκεια των επιδείξεων των τριών που ακολουθούν, τα γέλια και τα χαρούμενα επιφωνήματα δεν λείπουν)

ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(Βγάζει ένα αυγό από την τσέπη του)
Όλοι ξέρουμε πως το αυγό βγαίνει από τον ποπό της
κότας. Εγώ όμως, αφού το βάλω μέσα στο δεξί μου
αυτί… θα το βγάλω από το αριστερό.
(το κάνει)
Απαράλλαχτα όπως τα λόγια των μεγάλων μπαίνουν από το ένα και βγαίνουν από το άλλο αυτί των μικρών. Όλοι ξέρουν ακόμα πως το αυγό δεν μπορεί κανείς να το φάει ολόκληρο. Μένουν πάντοτε τα τσόφλια. Εκτός από μένα-εγώ θα το φάω ολόκληρο!
(φέρνει το αυγό στο στόμα του, καταπίνει, ύστερα δείχνει το χέρι του χωρίς το αυγό)
Αλλά επειδή δε θέλω να κλέψω τη δουλειά της κότας και για να μη χαλάσω εγώ την τάξη του κόσμου, τα αυγά θα τα παίρνουμε πάντοτε από τη φωλιά της κότας.
(πηγαίνει προς τα άχυρα και παίρνει το αυγό. Υποκλίνεται)
Ευχαριστώ.

ΜΕΛΧΙΟΡ
(Βγάζει από το σάκο του δυο κρίκους σιδερένιους, μπλεγμένους τον ένα με τον άλλο)
Αυτοί οι δυο κρίκοι είναι όπως βλέπετε μπλεγμένοι!
(τους δείχνει τραβώντας τους δυνατά)
Όπως ο άνθρωπος με η ζωή. Πολλές φορές όμως φεύγουνε από τα χέρια μου.
(τους εξαφανίζει)
Τους βρίσκω στα πιο απίθανα μέρη. Όπως στο άδειο αυτό βαρέλι.
(βγάζει τους κρίκους από το βαρέλι)  
Ή πίσω από αυτό το δοκάρι.
(τους παίρνει κι από κει)
To χειρότερο είναι όταν μπαίνουν γύρω από το λαιμό μου καμιά φορά.
(οι κρίκοι βρίσκονται γύρω από το λαιμό του ενώ το άνοιγμά τους είναι μικρότερο από το κεφάλι του)
Τότε με στενοχωρούν. Προσπαθώ να τους βγάλω... τίποτα. Ωχ τι έπαθα ο δόλιος... Πώς να κάνω να γλιτώσω;.. Ξέρει κανένας σας; Εσύ; Εσύ; Εσύ; Εσύ;... ξέρω! Ένα παιδί θα μου τους βγάλει τραβώντας τους.
(πηγαίνει κοντά στον Αμώς)
Τράβα τους Αμώς...
(ο Αμώς τραβάει γελώντας)
Σιγά… θα με πνίξεις... Τι να κάνω... τί να κάνω... Ξέρω! To γαϊδουράκι θα μου πει!
(βάζει το αυτί του στο στόμα του γαϊδουρακιού)
Μου είπε να τους βγάλω από κάτου, από τα πόδια μου! Μα γίνεται αυτό;..
(το κάνει)
Έγινε! Σώθηκα!
(υποκλίνεται)
Σας ευχαριστώ...

ΓΚΑΣΠΑΡ
Εγώ μισώ τα σκιουράκια! Είμαι κακός άνθρωπος γι αυτό; Δεν ξέρω, όμως μισώ τα σκιουράκια. Αλλά θα μου δώσετε λίγο δίκιο-κοιτάξτε τι μου κάνουν...
(βγάζει ένα πάνινο σκιουράκι από το σάκο του και με κατάλληλες κινήσεις το κάνει να κινείται σαν να είναι ζωντανό. Τινάζεται έξαφνα, τον τσιμπάει, τον χτυπάει, πάει να του φύγει από τα χέρια...)
To κακό μ' αυτό είναι που δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ. Χτες, εκεί που καθόμουνα ήσυχα ήσυχα, ήρθε και μου τράβαγε τα μαλλιά μου. To πιάνω, το πετάω στο πάτωμα.
(το κάνει. Ότι λέει πως έκανε χτες το κάνει και όσο τα διηγείται)
Ακίνητο το σκιουράκι. Λέω το ξεφορτώθηκα. Σκύβω να δω… μου τσιμπάει τη μύτη...το πετάω έξω από την πόρτα... αυτό να το πάλι… τo ’βαλα κάτω και το πάτησα. Έτσι…έτσι...έτσι....έτσι! Ύστερα πήρα μια μεγάλη πέτρα και την έβαλα πάνω του. Τσουπ! αυτό ξαναβγήκε ολοζώντανο από κάτω από την πέτρα και μου γαργαλούσε το λαιμό. Τότε σκέφτηκα και του 'κοψα το κεφάλι...και τα πόδια...και τα χέρια...να δω τώρα θα ξανάρθει..; Και για να είμαι σίγουρος πως ψόφησε οριστικά, ξέσκισα τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι του έτσι...έτσι...έτσι...έτσι. Ύστερα, για καλό και για κακό το 'κλεισα μέσα σ' αυτό το σιδερένιο κουτί.
(Δείχνει το κουτί σιδερένιο και γερό και το κλείνει αφού βάζει πρώτα μέσα τα κομμάτια από το σκιουράκι)
Τρία δευτερόλεπτα μόνο έμεινα ήσυχος. Μετά να πάλι το βάσανο!
(το σκιουράκι βγαίνει "ολοζώντανο" από το σιδερένιο κουτί, ζωηρότερο από πριν)
Αναστήθηκε! Όπως το κάθε τι που πεθαίνει. (υποκλίνεται μέσα σε γέλια)


ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Και τώρα φίλοι μου να σας καληνυχτίσουμε.
(παίρνουν τα πράγματά τους και τα τρόφιμα που έφερε ο Αμώς)
Σας ευχαριστούμε για τα δοσίματα. Ιωσήφ, κυρά μου, να σας ζήσει το παιδί σας και πολύχρονο.

ΜΑΡΙΑ
Σας ευχαριστούμε για τα δώρα σας. Δε θα το
ξεχάσουμε ποτέ.

ΙΩΣΗΦ
Στο καλό φίλοι μου.
(βγαίνουν Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)

ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μας διασκέδασαν. Ο θεός ας τους φυλάει. Και τώρα αδέρφια μου καληνύχτα κι από μας και καλό σας ύπνο. Αν χρειαστείτε κάτι εδώ είμαστε. Θα τα πούμε αύριο πρωί. Γεια σας

ΜΑΡΙΑ
Καλή σας νύχτα. Ευχαριστούμε.

ΙΩΣΗΦ Καληνύχτα.
(βγαίνουν Ελιέζερ, Αμώς και Ελιακείμ)

ΙΩΣΗΦ
Κοιμήσου Μαρία. Αύριο έχουμε δρόμο. Ήσυχο το μωρό μας... Δε μας ενόχλησε καθόλου. Θες να μου το δώσεις να κοιμηθείς πιo καλά; Εγώ δε νυστάζω ακόμα...

ΜΑΡΙΑ
Δε με βαραίνει καθόλου. Ξάπλωσε και συ δίπλα μου. Εδώ. Έχει χώρο. Θα ζεσταινόμαστε περισσότερο έτσι. Η νύχτα είναι κρύα.
(ο Ιωσήφ βολεύεται δίπλα στη Μαρία. Κοιτάζει το μωρό, σκύβει και το φιλάει. Φιλάει απαλά τα μαλλιά της Μαρίας. Απλώνει το αριστερό του χέρι προστατευτικά γύρω από τη μέση της Μαρίας)

ΙΩΣΗΦ
Καληνύχτα.

ΜΑΡΙΑ
Καληνύχτα.

ΑΥΛΑΙΑ



 

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ

Σε 270 ημέρες (από το Μάρτη του 2020 έως σήμερα) πέθαναν 1.458.309 άνθρωποι από τον κοροναϊό σε όλη τη γη, δηλαδή 5.400 άνθρωποι την ημέρα.

Τους ίδιους αυτούς μήνες πέθαναν, σύμφωνα με την Ουνέσκο,  5.550.000 παιδιά κάτω των πέντε ετών σε όλη τη γη (15.000 την ημέρα), από ασθένειες που μπορούν να προληφθούν.

 

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020






ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)


«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)


ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
Γαλάτεια (νηρηίδα)
Γλαύκη    νηρηίδα
Νηρηίδες (η φωνή τους)
Πολύφημος (ο Κύκλωπας)
Γλαύκος (θεότητα της θάλασσας)
Δίας (ο Ζεύς)
Ερμής (θεός του Εμπορίου και αγγελιαφόρος των θεών)
Αφροδίτη (η θεά του Έρωτα)
Άκις (γιος του Πάνα και μιας Νύμφης)

ΠΡΑΞΗ
ΠΡΩΤΗ
(παραλία)

(μπαίνει η Γαλάτεια)
ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Τι θάμα είναι σήμερα που εγίνη!
Ο σκοτεινός πώς εφωτίστη ο κόσμος!
Γεμάτη με γητέματα και μάγια
η φύση πώς γλυκάστραψε μπροστά μου!
Κι ούτε γεννήθηκα πριν από χρόνια.
Τo σήμερα εμένα έχει γεννήσει.
Και του Νηρέα εγώ παιδί δεν είμαι-
ο Έρως μάννα μου κι αυτός πατέρας.
Σήμερα ο Άκις μού ’πε μ’ αγαπάει-
ότι κι αυτόν τον χτύπησαν τα βέλη
Τον φτερωτού Θεού για με. Αχ! Έρω!
Διπλά σ’ ευχαριστώ απ' την καρδιά μου.


Η κάθε λύπη μου πια έχει φύγει
κι αλάφρυνα που λες και θα πετάξω.
Έρωτα εσύ! Σε φίλτρο ποιό βυθίζεις
τα βέλη σου και όποιονε χτυπήσουν
την ευτυχία τον κάνουνε να νιώσει…
Πριν ήμουνα μια Νύμφη όπως όλες.
Τώρα είμαι μια Νύμφη που αγαπάει
και, Ερωτα, μια Νύμφη που αγαπιέται.
Τo σώμα μου μια γλύκα το κατέχει.
Χαρά μια χύθηκε μες στην ψυχή μου-
χαρά και γλύκα μου τα μάτια τον Άκι.


Τι κι αν αθάνατη τάχατες ήμουν!
Και τι να το ’κανα της ζωής το δώρο
αν μακριά μου έμενε η αγάπη;
Μα έχω απ' αγάπη πλημμυρίσει.
Θεοί! Αυτό λοιπόν το μυστικό σας!
Θεά είμαι κι εγώ κοντά σας τώρα.
Τώρα κι εμέ της ευτυχίας ο ήλιος
με φέγγει όλη. Κι είναι και δικιά μου
η γνώση όλη κι όλη η δύναμή σας.


Πριν σαν τη Γη την προγιαγιά μου ήμουν,
ως ήσαν oι Θεοί πριν την καρπίσουν.
Όπως εκείνην τα θεριά σπαράζαν
κι άγριοι δράκοντες την μακελλεύαν,
έτσι κι εμέ η θλίψη με κρατούσε.
Και τα θεριά του πόνου με ξεσκίζαν.
Κι όπως αυτή στολίστηκε με ρυάκια,
και με δεντρά και με πουλιά και μ’ άνθη
έτσι κι εγώ είμαι τώρα στολισμένη
με μύρια δώρα. Και ευοδώ-κι ανθίζω.


Στα μέρη αυτά η ζήση μου περνούσε.
Με τις πολλές παρέα τις αδερφές μου
έπαιζα όλη μέρα και γελούσα.
Καμιά η θάλασσα της Σικελίας
κρυφή απ' τις χάρες της δε μου κρατούσε.
Και των βυθών της τη χρυσή μαγεία
και των νερών της τις τερπνές εικόνες
και τον φωτόλουστο τον λευκαφρό της
όλα για μάς λες τα ’χε φυλαγμένα.
Μα κι αν δεν τα ’χε ποιός τήνε ρωτούσε;
Ποιος στα τρελά της νιότης μας παιχνίδια
κάποιον φραγμό να βάλει θα μπορούσε;..
Όμως σαν νιό κι εκείνη κοριτσάκι
γελούσε και χαιρότανε μαζί μας
μ’ όποιο ξεφάντωμα νεανικό μας.


Αλλ' άψυχη χαρά ήταν εκείνη
και στη σπηλιά μας βράδυ σα γυρνούσα
οι πέτρες της βαραίναν την ψυχή μου
κι ένιωθα τη χαρά μου προδομένη.
Κι εγώ, η αθάνατη, μες σταβρόχια
ήμουν του θάνατου παγιδεμένη.
Κενό ένα μέγιστο ένιωθα εντός μου
σα να μη γίνανε όσα είχαν γίνει
και σαν αυτά που ήτανε να γίνουν
αξία μέσα τους καμιά δεν κλείναν.
Και μέσα βυθιζόμουνα στον πόνο
που η έλλειψη μαζί της πάντα φέρνει.
Πόσες ευχές δεν έκανα στο Δία
θνητή παρακαλώντας να με κάνει
ώστε ο θάνατος να με λυτρώσει
απ’ όσους η ζωή μού ’δινε πόνους...
Ή πάλι του ’λεγα: «Δία Πατέρα
κάνε με μια πετρούλα-ένα ανθάκι
Κάνε με ένα ρυάκι, ένα πουλάκι
τον πόνο της αγάπης να μη νιώθω».


Αλλά ο Δίας δε μ’ άκουγε. Και τώρα
βλέπω γιατί- Θεέ, Μεγάλε Δία,
με άφησες να ζήσω γιατί άλλο
σχεδιάζανε τα φρένα σου για μένα.
Μ’ άφησες όπως ήμουν για να νιώσω
την πιο μεγάλη απ’ όλες ευτυχία.
Και να! Μες στη ζωή μου όλα αλλάξαν
κι όλα της τα κενά έχουν γεμίσει
απ' της αγάπης τη γλυκιά τη χάρη.
Νερά, τώρα σα μέσα σας θα μπαίνω
σαν άγνωστη έτσι να ’μαι θα σας μοιάζω-
σαν κάποιο άλλο να κρατείτε σώμα.
Και σεις, συντρόφισσες των παιχνιδιών μου,
θα με κοιτάζετε σα να ’μουν ξένη.

(Μπαίνει η Γλαύκη, βλέπει τη Γαλάτεια να μιλάει και κάθεται παράμερα, αθέατη από αυτήν).

Είναι που τώρα μόνη μου δεν είμαι.
Είναι που τώρα όπου και να πάω
του Άκι την ψυχή έχω μαζί μου
σφιχτά με τη δικήνε μου πλεγμένη.
Είναι που του Άκι μου η κάθε σκέψη
και σκέψη έγινε γλυκιά δική μου.
Είναι σ’ αιώνιο ένα φιλί που δέσαν
οι δυο υπάpξεις μας, καθώς δεμένο
το ακρογιάλι με το κύμα είναι.
Μ’ ας πάω τώρα στις καλές μου φίλες
τον νέο μου εαυτό να τους γνωρίσω.
Ας πάω για να δουν οι αδερφές μου
Την αλλαγή που μού ’φερε η αγάπη.
Και να στολίσω ας πάω το κορμί μου
όπως να κάνουν ξέρουν οι γυναίκες,
γιατ’ η ομορφιά θαρρώ μαγνήτης είναι
που την αγάπη τη γλυκιά τραβάει.

(Βγαίνει η Γαλάτεια)

ΓΛΑΥΚΗ

(μπαίνει στη σκηνή)
Ας ήτανε κι εγώ να τραγουδήσω
για την αγάπη, όπως η Γαλάτεια.
Ο Άκις δεν τη διώχνει από κοντά του
και δείχνει να του αρέσει. Κάποια μέρα
θα τους ενώσει σίγουρα η Αγάπη.
Αλλ’ αν εγώ το στόμα μου θ’ ανοίξω
κατάρες και βρισιές θα ’χω για κείνην:
για χρόνια τον Πολύφημο αγαπάω
κι ούτε αυτός που με προσέχει διόλου.
Τo πάθος που γι αυτόν έχω με τρώει.
Η γλύκα τον μονάχου του ματιού του
με λιώνει. Κι όπου αν πάω κι αν γυρίσω
η θύμησή του όλην με κατέχει.
Μα εκείνος τον αγύριστο το νου του
Τον έχει στη Γαλάτεια όλον δοσμένο.


Για χρόνια τώρα υποφέρω έτσι.
Κι ολόκληρη η ζωή μου έχει φύγει
Σ’ αυτόν τον πόνο μέσα βουτηγμένη.
Πόσο προσπάθησα να τόνε κάνω
κι εμένα λίγο έστω να προσέξει…
Χαμένη πήγε κάθε μου προσπάθεια.
Γι αυτόν υπάρχει λες στον κόσμο μέσα
μον' η Γαλάτεια κι άλλη πια καμία.
Και κάθε τόσο ένα απ’ τα μεγάλα
σφάζει τα πρόβατά του, και θυσία
στην Αφροδίτη τη θεά προσφέρει,
δική του να του δώσει τη Γαλάτεια.
Κνίσες γεμίζει όλος γύρω ο τόπος
κι όλο λιγαίνουνε τα πρόβατά του.
Μα η Γαλάτεια γνώμη δεν αλλάζει.


Για μένα βέβαια καλό αυτό ’ναι
γιατί μ’ αφήνει μια μικρή ελπίδα
πως κάποτε ο Πολύφημος θα πάψει
να θέλει εκείνη που τον αποφεύγει
και στη δική μου αγκαλιά θε να ’ρθει.

(Μικρή σιωπή. Σκεπτική)

Πολύ χαρούμενη ήταν η Γαλάτεια.
Εύχομαι η αιτία της χαράς της
αρχή και για χαρά δική μου να ’ναι.
Αλλά σα ν’ άργησε απόψε ο ύμνος
που ψάλλουν κάθε βράδυ οι αδερφές μου-
που τους καημούς τους στα φτερά του παίρνει
και τους σκορπά στο βραδυνόν αγέρα
κι αυτός, όπου ψυχή, τήνε σπαράζει.

(Μπαίνει ο Πολύφημος. Η Γλαύκη πάει κοντά του και με τα δυο της χέρια αγκαλιάζει τα χέρια του με λαχτάρα).

Καλώς τον τόν Πολύφημο. Τι κάνεις;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

Καλά κι εγώ 'μαι και τα πρόβατά μου.
Καλά κι η μέρα πήγε ως τα τώρα.
Τέσσερα αρνιά οι προβάτες μου γεννήσαν.
Τ’ άφησα στη σπηλιά με τις μανάδες.
Τ’ άλλα τ’ απόλυσα εδώ πιο πέρα
να βόσκουν στο παχύ της γης χορτάρι
κι ήρθα να δω για λίγο τη Γαλάτεια
και για ν’ ακούσω τ’ όμορφο τραγούδι
που όλες αντάμα λέτε κάθε βράδυ.

ΓΛΑΥΚΗ
Αχ! αν τα λόγια σου ήτανε μαχαίρια
χίλιες φορές θα μ’ είχανε σκοτώσει
έτσι όπως ίσια μπαίνουν στην καρδιά μου.
Κι έτσι αθώα ως βγαίνουν σου απ' τα χείλη
απόδειξη καθένα είναι ότι
πιο εύστοχο το βέλος ειναι ’κείνο
που ρίχνεται χωρίς να σημαδεύει.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Τα λόγια σου δεν τα καταλαβαίνω,
Γλαύκη, και δεν μπορώ να σου απαντήσω.
Μα πες μου πούθε πήγε η Γαλάτεια;
Και μήπως ήρθα αργά για το τραγούδι;

ΓΛΑΥΚΗ
Εδώ τριγύρω κάπου είν’ η Γαλάτεια.
Eίναι καλά. Την είδα εγώ πριν λίγο.
Kι ακόμα το τραγούδι οι αδερφές μου
δεν το ’πανε. Σαν να σε περιμέναν.

(Ακούγεται μια γλυκιά μουσική
και ύστερα το τραγούδι)

Μα να που το τραγούδι αρχινάει.

(Ο Πολύφημος της κάνει νόημα να σωπάσει.
Kαι οι δύο κάθονται αμίλητα ακούγοντας) 

ΝΗΡΗΙΔΕΣ
Έρωτα συ , ασπροφτέρουγο αγόρι
εσύ μάς γέννησες-δε μας λυπάσαι;
Ρίξε τα βέλη σου τα πυρωμένα
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Έλα και δος μας ό,τι δίχως κείνο
η νύχτα Τάρταρα κι Άδης η μέρα.
Έλα και τα κορμιά έχουν ανοίξει
σαν τα πολύσπερμα ώριμα ρόδια.
Έλα και τάισε, μέρεψε το λύκο
που κλείνουμε ανάμεσα στα πόδια.
Έλα στα ζαρκαδένια μας τα στήθια
να φέρεις το τραχύ αντρίκιο χέρι.
Εσύ που την Ψυχή είχες αγαπήσει
κι ωσότου να τη βρεις πονούσες τόσο,
εσύ την πυρκαγιά μπορείς να νιώσεις
βαθιά μέσα στα στήθη μας που καίει.
Εσύ που γέννησες Θεούς κι ανθρώπους,
Έρωτα, μη μονάχες μάς αφήνεις
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Κι αν, Έρωτα, ζωή μάς έχεις δώσει-
μα είναι θάνατος χωρίς αγάπη.
Δίχως τον άντρα είναι το κορμί μας
έρημος που ανήλεα την καίει
ο φλογερός της πεθυμιάς ο ήλιος.
Έρωτα στείλε μπόρες, καταιγίδες…
Στείλε θεέ τον άντρα-πότισέ μας.
Στείλε θεέ ένα χέρι να χαδέψει
Τ' αχάδευτο κι αφίλητό μας τ’ άνθος.
Είμαστε ατρύγητα μικρά δεντράκια
και μάς βαραίνουν οι πολλοί καρποί μας.
Διαφεντευτές ζητάμε πεινασμένους.
Να δώσουμε-να δώσουμε ποθούμε.
Έρωτα δος μας τη γλυκιάν αγάπη.
Εσύ μάς γέννησες-δε μάς λυπάσαι;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Μόνες εδώ να πλένε στ’ ακρογιάλι
κανείς να τις λυπάται είναι αλήθεια…
Θυσίες κάνουνε στην Αφροδίτη;

ΓΛΑΥΚΗ
Κάνουν μα η θεά δεν τις ακούει.
Αλλά εγώ ανάγκη δεν την έχω.
Εκείνο που ζητούσα εγώ το βρήκα.
Και είσαι εσύ Πολύφημε ο άντρας
που αγαπώ. Μ’ αρέσει η δύναμή σου.
Μ’ αρέσει το αντρίκιο το κορμί σου.
Μ’ αρέσει η μυρωδιά σου η τραγίσια.
Μ’ αρέσουν όσα λες και όσα κάνεις.
Γιατί και συ δεν μ’ αγαπάς λιγάκι;
Και δε με νοιάζει αν πετώντας βράχια
βουλιάζεις τ’ ανεμόφτερα καράβια.
Και δε με νοιάζει αν τρως ανθρώπων κρέας.
Kαι δε με νοιάζει αν έτρωγες και μένα
τα χέρια σου αφού πρώτα θα με κλείσουν.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Έχω καράβια να βουλιάξω χρόνια
σα μου ’πε η Γαλάτεια πως δεν πρέπει.
Κι όταν μου είπε πως καλό δεν είναι
να τρώω ανθρώπους, έχω σταματήσει.
Ο,τι μου είπε όλα τα ’χω κάνει.
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.
Ακόμα τα μαλλιά μου τα χτενίζω
και τώρα δε γυρνώ με βρώμια ρούχα.
Μα τίποτα δεν άλλαξε. Τι άλλο
να κάνω πρέπει για να μ’ αγαπήσει;
Kαι τελευταία την είδα να μιλάει
με το βρωμιάρη :αυτόν-το γιο του Πάνα.
Τον Άκι. Και την είδα να γελάει
όπως μαζί με μένα δε γελάει.
Μ’ εμε γελάει για να κοροϊδέψει
κάτι που πάνω μου δεν της αρέσει
Μ’ αυτόν γελούσε μες απ' την καρδιά της
σα να ’θελε να τον ευχαριστήσει.
Αλλά μπορεί και να μου φάνηκε έτσι.
Δεν είναι σίγουρο αν δε δει το μάτι
κι αν δεν ακούσουνε τ’ αυτιά καθάρια
τις πράξεις και τα λόγια, που υποψία
καμία στην ψυχή μας δεν αφήνουν.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Πολύφημε γιατί να τυραννιέσαι
για κάποια που εκείνη δε σε θέλει
αφού υπάρχω εγώ που η καρδιά μου
δική σου είναι δίχως να ζητάει
τίποτα απ' όσα σου ζητά η Γαλάτεια;
Σε μένα αρέσεις έτσι όπως είσαι
και δε ζητώ καθόλου να σ’ αλλάξω.
Πέτα όσες θέλεις πέτρες. Και καράβια
βούλιαζε όσα μπορείς. Και τα μαλλιά σου
μην τα χτενίζεις . Φόρα βρώμια ρούχα
και μη μιλάς μ’ ευγένεια και με χάρη.
Δε με πειράζουν όλα αυτά εμένα.
Έτσι σε θέλω: αρρενωπόν κι αγροίκο.
Να ’χεις στο νου σου τη Γαλάτεια πάψε
και πάρε εμένανε στην αγκαλιά σου.
Γιατί Πολύφημε να υποφέρεις;
Γιατί κι εμένα να με βασανίζεις;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Γλαύκη είσαι όμορφη και συ σαν κείνη
και σ’ αγαπώ και σένανε στ’ αλήθεια.
Μα όπως έχω μες στα πρόβατά μου
για μια προβάτα πιότερη αγάπη
από τις άλλες, που αν θα με ρωτούσαν
"θάθελες να σου πάρουμε τη μία,
εκείνη την προβάτα, ή άλλες δέκα;"
τις δέκα αντίς της θα ’δινα τις άλλες,
έτσι και τώρα –το γιατί δεν ξέρω -
στο νου μου έχω πάντα τη Γαλάτεια.
Θυσίες στην Αφροδίτη όσες κι αν κάνω
όλες ως τώρα πάνε στα χαμένα.
Κι αφότου ήρθ' εδώ αυτός ο ξένος
τα πρόβατά μου δύο δυό τα σφάζω
διπλά η χάρη της να με προστρέξει.

ΓΛΑΥKΗ
Κι αν δε μου το ’λεγες όμως το ξέρω
από τις κνίσες που τον γύρω αέρα
διπλά με μυρωδιές βαριές γεμίζουν.
Και δίλημμα μεγάλο την ψυχή μου
στα δυο χωρίζει. Από τη μία θέλω
να κάνει ότι ζητάς η Αφροδίτη,
μ’ από την άλλη "όχι" λέω πάλι
"γιατί για πάντα έτσι θα τον χάσω."
Δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω.
Μα μήπως επερίμενα ποτέ μου
εγώ, η Γλαύκη η όμορφη, η κόρη
του κραταιού και δίκαιου Νηρέα
να γίνω πεpιγέλιο της αγάπης;..
Γη κι Ουρανέ και συ Ωκεανέ μου
και Χάος και Νύχτα κι Έρεβος κι Αιθέρα,
προπάτορές μου κραταιοί, σάς κράζω
ελπίδα μες στην τόση απελπισιά μου:
δώστε μου του Πολύφημου το χάδι.


(Τέλος της πρώτης πράξης)


ΣΚΗΝΗ
ΔΕΥΤΕΡΗ
(παραλία)


(Στο βάθος αριστερά η σπηλιά του Πολύφημου. Μπροστά της βωμός της Αφροδίτης με πάνω του να καίγονται στη φωτιά κρέατα από τα πρόβατα που έσφαξε ο Πολύφημος).

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Του Θείου Ποσειδώνα εγώ παιδί 'μαι.
Τόσο παλιά κρατιέται η γενιά μου.
Στα Τάρταρα με είχε κλείσει ο Κρόνος
Και μένα και τους άλλους αδερφούς μου.
Σκοτάδι ήταν πηχτό. Και φύλακάς μας
Ο Κάμπης-ένας όνος τερατώδης.
Αγόγγυστα υπόφερα τα πάντα.
Και όταν με λευτέρωσε ο Δίας
Μ’ όλη βοήθησα τη δύναμή μου
Για να νικήσουν οι θεοί εκείνους
Που θέλαν το χαμό τους-τους Τιτάνες.
Εγώ κι οι Κύκλωπες οι αδερφοί μου
Τους κεραυνούς εδώσαμε στο Δία,
Τις αστραπές και τις βροντές κι ακόμα
Μια σιδερένια φτιάξαμε κουρτίνα,
Τις λάμψεις για να κρύβει απ' τους Τιτάνες
Και να μη βλέπουνε να τους χτυπάνε.
Και την Κυνή εδώσαμε στον Άδη
Για να ’ναι αόρατος σαν πολεμάει.
Και στων νερών το θεό, τον Ποσειδώνα
Τη φοβερή την Τρίαινα γι ακόντιο.
Και χάρη στα γερά εκείνα μας όπλα
Στον Όλυμπο από τότε κυβερνάνε.
Γενναία επολέμησα κοντά τους
Κι ανταμοιβή δε ζήτησα καμία.
Αρκέστηκα να ζω εδώ στους κάμπους
Της Σικελίας, με τα πρόβατα μου.
Κι όταν με είχε ο Οδυσσέας τυφλώσει
Ένας θνητός, το γιο Θεών, εμένα-
Αυτοί το είχαν τούτο επιτρέψει-
Τυφλός εγώ τα πρόβατα εβοσκούσα,
Τυφλός εφύλαγα από κάθε ξένο
Του γερο-Ήφαιστου το εργαστήρι.
Κι αν για τον τότε που είχα δείξει ζήλο
Δε μου χαρίζανε πάλι το μάτι
Τυφλός θα ήμουνα μέχρι τα τώρα.
Γιατί εγώ ποτέ μου δε ζητούσα.
Και να ’μαι τώρα εγώ σα να ’μουν ένας
Απ' τους θνητούς ασήμαντους ανθρώπους
Σ' εσένα θυσιάζω Αφροδίτη.
Αθάνατος εγώ. Μα όμως τρέμω
Μπροστά σε μια μικρούλα κοπελίτσα.
Κι εγώ, που δε μ’ ανοίξανε τα χείλη
Ποτέ για να ζητήσω κάποια χάρη
Ούτε από Θεό ούτε απ' ανθρώπους
Μπροστά σου στέκω τώρα και ζητάω
Για πρώτη μου φορά κι εγώ μια χάρη.
Και να από σένα τι ζητώ: να δώσεις
Να  γίνει σύντροφός μου η Γαλάτεια.
Ζητάω από σε θεά Αφροδίτη
Την έγνοια σου επάνω μου να στρέψεις
Και ταίρι μου να κάνεις τη Γαλάτεια.
Και τους Θεούς εσύ μπορείς ακόμα
Να κάνεις ν’ αγαπήσουνε σα θέλεις.
Τη δίχως όρια τώρα δύναμή σου
Βαλ’ την να οδηγήσει τη Γαλάτεια
Στην πλούσια να κοπιάσει τη σπηλιά μου.
Στείλε τον Έρωτα να τη σαϊτέψει
Και να την κάνει μόνο εμέ να θέλει.
Κι εγώ διπλά, τριπλά θα θυσιάζω
Τα πρόβατά μου απάνω στους βωμούς σου.
Κι εκείνον που έχει έρθει τελευταία
Στα μέρη μας, τον Άκι, γιό του Πάνα,
Στην Αρκαδία Θεά στείλ’ τονε πάλι
Χωρίς να καταφέρει αυτό που θέλει:
Στα χέρια του να κλείσει τη Γαλάτεια.
Και τότε εγώ για σένανε Αφροδίτη
Εκτός απ’ τις θυσίες που σου κάνω
Θα χτίσω με τα ίδια μου τα χέρια
Ένα ναό εδώ στη Σικελία
στο ιερό όνομα σου αφιερωμένον.

(Ο Πολύφημος βγαίνει στη σπηλιά του. Μπαίνουν η Γαλάτεια και η Γλαύκη)

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Τσίκνα εγέμισε πάλι ο τόπος
Πάλι ο Πολύφημος κάνει θυσία
Για την αγάπη μου, στην Αφροδίτη.
Μακάρι να μπορούσα να τον πείσω
ότι ποτέ δε θα τον αγαπήσω.
Γιατί να κατοικούμε στα ίδια μέρη;
Γιατί με τόσο πάθος να με θέλει;
Φόβο μου φέρνει αδερφή μου αλήθεια.
Κι αυτός ο φόβος μου μου λιγοστεύει
Την ευτυχία που μου δίνει ο Άκις.
Όπου και να βρεθούμε εγώ κι εκείνος
Πάντα το φόβο έχω μη μπροστά μας
Φανεί ο Πολύφημος και μήπως κάτι
Κακό σε μένα ή στον Άκι κάνει.

ΓΛΑΥΚΗ

Πως τα ’χουν οι αθάνατοι έτσι κάνει!
Πως άδικα τα έχουν μοιρασμένα
Τα δώρα της ωραίας της αγάπης…
Εγώ γιά τον Πολύφημο να λιώνω
Αυτός για την αγάπη σου να σβήνει
Κι εσύ λαχτάρα να ’χεις για τον Άκι…
Η μόνη που μπορείς να ευτυχήσεις
Εσύ 'σαι αδερφή μου γιατί ο Άκις
Ελεύτερη κρατάει την καρδιά του
Και κάποια μέρα θα σου την χαρίσει.
Μα εμέ και του Πολύφημου οι καρδιές μας
κρατάνε μέσα τους άλλου εικόνα
Και δεν μπορούν μετάξυ τους να σμίξουν.
Τι έγινε αλήθεια δε μου είπες
Χτες με τον Άκι-τ' είπες…τι σου είπε; 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Χτες έγινε αυτό που καρτερούσα.
Ότι πολύ μου είπε μ’ αγαπάει 
Και στον θεό πατέρα του τον Πάνα 
Ορκίστηκε παντοτινή πως θα ’ναι 
Αυτή του η αγάπη.

(Ξαφνικά, τρομαγμένη)

Αδερφή μου
Μη κάτι στον Πολύφημο από τούτα
Τώρα που σου ’πα πάει και σου ξεφύγει-
Θεριό θα γίνει τότε και ποιός ξέρει
Τι το μυαλό του θα του πει να κάνει.


ΓΛΑΥΚΗ
Θα ’θελα να χαιρόμουν αδερφούλα
Γι αυτή την τύχη σου όπως της αξίζει. 
Μα δε σου κρύβω ότι τη χαρά μου
Τήνε μετριάζει η λύπη που θα πάρει
Του άτυχου Πολύφημου η ψυχούλα
Σα μάθει κάποτε αυτό που εγίνη.
Τώρα τα στήθια του μία ελπίδα
Του τα θερμαίνει και ζωή του δίνει.
Μα δίχως της, μονάχος στη σπηλιά του
Σε ποιόν τον πόνο του θα πει; Με ποιόνε
Θα μοιραστεί την τόση δυστυχιά του;
Ψυχή λεπτούλα και μεγάλη τόσο
Μεγάλος και ο πόνος που χωράει.
Θεοί! Πώς θα βαστάξει τέτοιο βάρος…
Όχι αδερφή μου, τίποτα  από μένα
Δεν πρόκειται ο Πολύφημος να μάθει.
Θα ’τανε τότε σαν να τον σκοτώνω.
Κι εύχομαι τίποτα κακό αν το μάθει
Να μη τον σπρώξει ο πόνος του να κάνει.  

 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Αχ! Πόσο θα ’θελα κι εσύ αδερφή μου
Του Έρωτα τις χάρες να γνωρίσεις…
Κι ας έχεις τον Πολύφημο διαλέξει
Για ταίρι σου, χωρίς την ασχημιά του
Να την προσέχεις. Τούτο δε μετράει.
Ίδια τα δώρα πάντα της αγάπης.


ΓΛΑΥΚΗ
Πώς τη μετράς την ομορφιά Γαλάτεια;
Με των ποδιών και των χεριών το μάκρος;
Ή με της μύτης τη μεγαλωσύνη;
Μην οι Θεοί σου δώσαν κάποιο μέτρο
Για να μετράς την ομορφάδα αλήθεια;
Αν ναι, δόστο και μένα να μετρήσω.
Κι αν ήταν η ομορφιά μία μονάχα
Γιατί οι θεοί πολλές έχουνε όψεις;
Γιατί και να μην ειν' όμορφοι όλοι;
Η μήπως η ομορφιά υπολογίζεις
Πως πρέπει να ’ναι σαν και τη δική σου;
Τότε ο Άκις σου όμορφος δεν είναι.
Τι ξέρεις παραπάνω από μένα
Κι άσχημο λες αυτό που εμένα αρέσει;
Λέω, αν η ομορφιά είναι στο σώμα
Πως δαίμονας κακός μας έχει πλάσει
Κι όχι ο Δίας που όλους αγαπάει.
Γιατί ο Δίας θα ’δινε ίδια όψη
Σε όλους τους ανθρώπους, και καθένας
Όμορφος ίδια θα ’ταν με τον άλλο
Και δε θα βασανίζονταν ο κόσμος
Με ψεύτικες και ομορφιές κι αγάπες.
Κι αν με μαχαίρι κάποιος καταστρέψει
Το πρόσωπο του Άκι που σ’ αρέσει   
Ομορφος τότε πια δε θα ’ναι εκείνος;
Τόσο η ομορφιά εφήμερη είναι;
Εγώ την ομορφιά σού λέω Γαλάτεια
Πως δε τη φτιάχνουνε αυτιά και μύτες.
Ό,τι να δουν τα μάτια μας μπορούνε
Κι ότι ν’ ακούσουνε μπορούν τα’ αυτιά μας,
Είναι ένα ψέμα. Μόνη αλήθεια είναι 
Ό,τι τα μάτια της ψυχής μας βλέπουν
Κι ό,τι ακούνε μοναχά τ’ αυτιά της.
Πρέπει κανείς τ’ ανείδωτα να βλέπει
Και πρέπει όμορφους να λέει εκείνους
Πού ’χουν καλή ψυχή. Που όποια ασχήμια
Το σώμα κι αν κρατεί, μα δε φελάει
Στην ομορφιά που στην ψυχή ανθίζει.
Γι αυτό και τον Πολύφημο αγαπάω.
Γιατί στο μάτι του μέσα διαβάζω
Τις καλοσύνες όλες της ψυχής του
Κι όληνε βλέπω τη χρυσή καρδιά του.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Και πώς να μάθεις μπόρεσες συ Γλαύκη
Την ψυχική ομορφιά να ξεχωρίζεις
Και τόση να της δίνεις σημασία
Που να μετράς με κείνη τη ζωή σου;
Ποιος σού ’δωσε Θεός αυτή τη χάρη;

ΓΛΑΥΚΗ

Καλά κι εγώ δεν ξέρω. Ισως οι πράξεις
Των άλλων να μου δίνουνε το μέτρο.
Κι ίσως μια δύναμη να κλείνω εντός μου
Να βλέπω κάποιος όταν κάνει κάτι
Ποιό κίνητρο τον έσπρωξε σε τούτο.
Κι αυτά όταν τα δυο τα συνταιριάξω
Και δω ακόμα πόσο ταιριασμένα
Αυτά που γίναν είναι μ’ όλα γύρω
Τότε   μπορώ  θαρρώ  σωστά να κρίνω.
Πάλι   τα  μάτια μου   ίσως   βλέπουν  κάτι
Που  άλλων   μάτια  δεν μπορούν  να δούνε.
Μες  σε  μια κίνηση, μες  σ’ ένα  βλέμμα
Μπορεί  εγώ να βλέπω χίλιες άλλες
Κινήσεις που  δεν  μπόρεσαν  να γίνουν,
Βλέμματα που αγέννητα έχουν  μείνει
Αλλά που κλείνονται  σ’ αυτό  το  μάτι…
Αλλά που  κρύβουνε  αυτά τα χέρια…

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Και   στον Πολύφημο  ποιο   ειν'   εκείνο
Που  σ’ έχει  κάνει  να τον αγαπήσεις;
Πώς  εξηγείς  που  τρώει  ανθρώπου κρέας;
Και πώς  τα αθώα που   βουλιάζει  πλοία;

ΓΛΑΥΚΗ

Νομίζει  πως  καθήκον   του  είναι   τούτο.
Νομίζει   ότι   έτσι   προστατεύει
Του Ήφαιστου   το  υπόγειο  εργαστήρι.
Ειν'  αγαθός κι  απλός. Και  το  μυαλό  του
Μονάχα ως  εκεί  μπορεί  να φτάσει.
Κι   αν  τρώει ανθρώπου κρέας, δε χωρίζει
Ανθρώπους, ζώα, ψάρια και νεράιδες.
Γι   αυτόν  αξία  ίδια έχουν  όλα.
Παιδιά όλα γι αυτόν  της μάνας Φύσης.
Κι αν  άσχημον εσύ  τον  λες, μα είναι
Ο  πιο όμορφος  για με στον κόσμο άντρας.
Κι   αν  μ’ έβαζαν  κριτή   της  ομορφάδας   
Σ’ αυτόν   θα ’δινα εγώ  την  πρώτη   θέση.   
Όμως ακούω   βήματα.  Και   είναι
Σίγουρα ο Πολύφημος. Το  δείχνει
Το   βήμα το   βαρύ και   το  αργό   του.

(Μπαίνει ο Πολύφημος. Η Γλαύκη τον χαιρετάει αγκαλιάζοντας τον κι ακουμπώντας το μάγουλό της στο χέρι του)
Καλώς  τον. Σε   σκεφτόμουν  όλη   μέρα.        '
Έλα να μοιραστείς τη συντροφιά μας.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(Στη  Γαλάτεια)

Πώς  έτσι  και   μακριά εισ'   από  κείνον
Μη  γύρισε  στα μέρη   του  και  πάλι;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Θα  μείνει εδώ  για πάντοτε  ο Άκις.
Έφυγε  από κει. Δεν  ξαναπάει.
Της  Σικελίας  τ’ αρέσουν  τα λιβάδια
Παρά της Αρκαδίας  τ’ άγρια βράχια.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Παράξενο   μου   μοιάζει   γιος  του Πάνα
Που   στ’ άγρια  βουνά έχει   μεγαλώσει
Να μείνει στ’ ακρογιάλια. Όμως ακόμα
Κι αν είν’ αυτό αλήθεια, πάλι όμως 
Η σκέψη κι η ψυχή του θα πετάνε
Στα μέρη που ’χει αφήσει εδώ για νάρθει.
Αταίριαστο ζευγάρι να το ξέρεις
Θαλασσινή μ’ ένα βουνήσιο κάνουν.
Δεν ήρθε για να μείνει, αλλά μόνο
Ήρθε για να σε πάρει από κοντά μου.
Αφότου ήρθε εκείνος σ’ έχω χάσει.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Και πότε λες πως ήμουνα δική σου;

\ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Δεν ήσουν. Γρήγορα όμως θα γινόσουν.
Τόσες θυσίες μου στην Αφροδίτη
Δε θα πηγαίνανε χαμένες λέω.
Μα ηρθε αυτός και πήρε τα μυαλά σου.
Και τι περσότερο έχει από μένα;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Θεού είναι γιος. Του Πάνα που ορίζει
Δάση και ύπαιθρο και βοσκοτόπια.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Κι εγώ είμαι γιος του μέγα Ποσειδώνα
Δεύτερου στων Θεών μέσα την τάξη.
Δικά του θάλασσες, ποτάμια, λίμνες.
Κι ορίζω αυτούς τους τόπους από τότε
Που η Γη κι ο Ποσειδώνας με γεννήσαν.
Ας πάει στα δικά του αυτός τα μέρη
Να βρει ό,τι ήρθε 'δω να πάρει απ' άλλους.
Κι αν μοναχός του πίσω δε θα πάει
Εγώ θα τόνε στείλω με τη βία.
Αυτά να του μηνύσεις. Κι αν τον τύχω
Κάπου, καλλίτερα ν’ αλλάξει δρόμο.
Γιατί στο χέρι μου θα τόνε σφίξω
Και θα τον λιώσω έτσι, σαν σκουλήκι.
(Η Γαλάτεια φεύγει ξεσπώντας σε κλάματα)

ΓΛΑΥΚΗ

Είδες τι έκανες με τους θυμούς σου;
Είμαστε και οι τρεις μπλεγμένοι έτσι
Στα δίχτυα της αγάπης π' ουτε η ίδια
Μπορεί να μας ξεμπλεξει. Αχ και νάταν 
Κάποιος Θεός ναρχότανε βοηθός μας
Και λύση νάδινε στο πρόβλημα μας…


(Από τα κύματα βγαίνει ο Γλαύκος)

ΓΛΑΥΚΟΣ
Ακούω πως κάποιονε ζητάτε νάρθει
Θεό, που να βοηθήσει και τους τρεις σας.
Ο Γλαύκος είμαι, ο καλός γεράκος
Θεός της θάλασσας και των κυμάτων.

(Στον Πολύφημο)

Με τον πατέρα σου τον Ποσειδώνα
Μαζί ανοίξαμε στη ζωή τα μάτια.
Είμαι καλός. Βοηθάω τους ψαράδες.
Καμιά φορά από τα νερά βγαίνω έξω
Και στους μοναχικούς κάνω παρέα.
Βοηθώ σ’ ό,τι  μπορώ. Κι όταν προβλέπω
Πως τρικυμία φτάνει, τότε αμέσως
Το λέω στους ψαράδες να προσέχουν.
Μ’ αρέσει το γλαυκό, το ήρεμο κύμα.
Και θέλω καθισμένος να το βλέπω
Σ’ ένα βραχάκι πάνω. Κι όταν κάποιος
Πονάει από τους ανθρώπους, κλαίω μαζί του.
Πέστε μου ποιος καημός σας βασανίζει
Κι ό,τι μπορώ θα κάνω να βοηθήσω.

(στη Γλαύκη)

Του Ποσειδώνα αυτός, σεις του Νηρέα
Παιδιά, όλα μου είστε αγαπητά μου.
Εμπρός λοιπόν. Μα πρώτα εδώ νάρθει
Και η Γαλάτεια πρέπει. Και το κλάμα
πρώτα αφού πάψει να σταθεί μαζί μας
Και να μιλήσει στη σειρά κι εκείνη.

ΓΛΑ

Πάω να της το πω. Γιά κάτι τέτοιο
Αντίρρηση καμία δε θα έχει.
Στη θέση που είναι να πιαστεί γυρεύει
Απ' ό,τι στήριγμα θα μπόρειε νάβρει.

(Βγαίνει η Γλαύκη)

ΓΛΑΥΚΟΣ
Μπορεί να είμαι γέρος ασπρομάλλης
Μα μη με βλέπει τόνα σου το μάτι
με περιφρόνηση και ειρωνεία:
Μάθε πως γέρος πριν και Θεός να γίνω
Σαν νιός έλαβα μέρος στο ταξίδι
Πούκανε η "Αργώ"-ειμαι Αργοναύτης.
Κι αυτό και για Θεούς έπαινος είναι.
Απ' την παλληκαριά έχω περάσει.
Θυμούς εγώ ποτέ όμως δεν είχα.
Είδα μονάχα εκείνους που θυμώνουν
Και παλληκάρι μου, στο βεβαιώνω,
Με τους θυμούς τους τίποτα δε βγάλαν.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Μια λύση ξέρω εγώ μονάχα γέρο.
Κι αυτή 'ναι η δύναμη μου η μεγάλη.
Θα ’χα σκοτώσει τώρα τη Γαλάτεια
Μα η αγάπη που γι αυτήνε νιώθω
Μου σταματάει το χέρι. Κι όχι μόνο
Μα για την ίδια αιτία έχω γίνει
Αρνί αντίς για λύκος τελευταία.
Ο Έρωτας αν ήσουν τότε μόνο
Βοήθεια θα μπορούσες να μου δώσεις.

(Μπαίνουν η Γαλάτεια και η Γλαυκή)

ΓΛΑΥΚΗ

(στη Γαλάτεια)
Σήκωσ' τα μάτια σου τα υγρά μικρή μου
Και πες μου γιατί κλαις. Ίσως μπορέσω
Το δάκρυ σου εγώ να σταματήσω.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Εισ' άντρας και θα ειν' η απόφαση σου
Ευνοϊκή μονάχα για τους άντρες.

ΓΛΑΥΚΟΣ

Δεν είμαι δικαστής. Δε θα δικάσω.
Μ' από το γέρο εμένανε θ’ ακούστε
Μια συμβουλή τουλάχιστο. Μια γνώμη.
Κι αν θέτε την κρατείτε. Κι αν δε θέτε
Δεν έχετε και τίποτα να χάσ’τε.
Εσύ στα κλάματά σου πας και πάλι
Στο πείσμα τους και στην απελπισία τους
Ετούτοι οι δυό. Λοιπόν σ’ ακούω. Λέγε.
Μόνο που την αλήθεια να μου πείτε
αλλιώς αξία η γνώμη μου δε θα ’χει.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Το γιο του Πάνα εγώ αγαπώ-τονΆκι
Και ο Πολύφημος με φοβερίζει
Τον έρωτά μου αυτόν να καταστρέψει.

ΓΛΑΥΚΟΣ

Τι έχεις Πολύφημε να πεις; Ακούω.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

Την αγαπάω πριν από τον Ακι.
Κι ό,τι μου ζήτησε της τόχω κάνει.
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.

ΓΛΑΥΚΟΣ
Γλαύκη ποιο είναι το παράπονο σου;

ΓΛΑΥΚΗ
Σε δύσκολο ένα δρόμο θα σε βάλω.
Για του Πολύφημου εγώ την αγκάλη
Λιώνω.

ΓΛΑΥΚΟΣ


               Και τώρα έλα πες Γαλάτεια
Γιατί δεν δέχεσαι τον ερωτά του;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Γιατί…

ΓΛΑΥΚΟΣ
Εμπρός  λοιπόν! Και την αλήθεια!

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Γιατί είναι άσχημος!

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Θεοί! Τι λόγος!..

ΓΛΑΥΚΟΣ

Γιατί  Πολύφημε δε θες τη Γλαύκη;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(Γιατί αγαπώ, σου  τόπα… τη  Γαλάτεια!

ΓΛΑΥΚΟΣ

Ακούστε τώρα τι   θα πω  παιδιά μου.
Πάει   πολύς  καιρός. Σαν  παραμύθι
Θυμάμαι   τον  καιρό  που  είχα αγαπήσει
Μία νεράιδα όπως   εσάς: τη  Σκύλλα.
Παραμυθένια ήταν  η   ομορφιά  της.
Και όπως όλες οι νεραϊδοπούλες
με  βλέπανε  και  φεύγαν   μακριά μου,
Ίδια περίμενα κι  από   τη  Σκύλλα.
Μα εκείνη   συμπονάει τα γερατειά μου
Και τη γλυκιά αγάπη της μου δίνει.
Κι   ας  ήξερε  γι   αυτό  πως   θα πληρώσει
και  πως  η  Κίρκη   τέρας   θα την κάνει.
Θυμάμαι  πάλι  και   τον  Ποσειδώνα-
ναι, τον  πατέρα  σου Πολύφημε   μου,
Σαν   ειχε   ερωτευτεί την  Αμφιτρίτη.
Εκείνη   δεν   τον  ήθελε  γιατ'   ήταν
άσχημος  λέει. Ποιός ; Ο  Ποσειδώνας…

(Ο  Πολύφημος  παίρνει υπεροπτική
έκφραση  και  κοιτάζει   προς   τη  Γαλάτεια)

Μα όμως   το  καλόγνωμο   δελφίνι
Της  άλλαξε   τη  γνώμη  και   στο  τέλος,
Οι   δύο  τους   εγίνανε  ζευγάρι.
Παιδιά μου  να ποια ειν' η συμβουλή μου:
Πολύφημε, συμπάθησε   τη  Γλαύκη
Που  τόσο   σ’ αγαπά. Κι   εσύ Γαλάτεια
άνοιξ'   τα  μάτια σου  καλά και  κοίτα.
Δες   του Πολύφημου  τις   ομορφάδες
Και   δος  του   τη  γλυκιά σου  την  αγάπη.
Κι   άκου  και   τούτο  που   θα πω ακόμα.
Μην  αρνηθείς   του  Άκι   την αγάπη.
Το   ίδιο και   τους   δυο  αγάπησε  τους.
Καθόλου  άσχημο κάτι   δεν   είναι
Σε   δυο  ανθρώπους  αν  χαρά θα δώσει.
Δείχνει   εγωισμό  η   μόνη  αγάπη.
Ειν'   η  ψυχή   μεγάλη  και  χωράει
Αγάπες   όχι   μια  παρά  μυριάδες.
Και   πώς   μπορείς  να  είσαι   ευτυχισμένη
Όταν  η   ευτυχία σου  θα κάνει
Δυστυχισμένο πλάσμα κάποιο άλλο;
Κάντε   το   ακρογιάλι   σας  παιδιά  μου
|Κόσμο χαράς κι αγάπης-όχι μίσους.
Βοηθείστ’ ένας τον άλλονε παιδιά μου
Ο Πόνος που η ζωή μαζί της φέρνει
να νικηθεί. Τα χέρια σας απλώστε
Κι ένας τον άλλο σφίξτε στην αγκάλη.
Καθένα χωριστά όταν σας βρίσκει
σας κομματιάζει το θεριό. Σάς τρώει.
Μα όταν θα σας δει αγαπημένους
Από μακριά κι αδύναμα μουγκρίζει.
Φοβάται την αγάπη. Αγάπηθείτε.
Αυτά είχα να σας πω. Και μην ξεχνάτε
Πως σας τα ειπε ένας Θεός που ξέρει.
Κι οι τρεις σας Θεϊκές έχετε ρίζες.
Σε τούτες τις στιγμές που σας χωρίζουν
Φερθείτε σαν Θεοί-όχι σαν ανθρώποι.
 Γειά σας. Και να θυμώσαστε τον Γλαύκο.

(Μπαίνει στο νερό)

ΠΟΛ
Ωραία συμβουλή! Να την μοιράζω!

(Γυρίζει στη Γαλάτεια)

Άσχημος! Κι είναι όμορφος ο Ακις!
Αν κρίνει απ' τον πατέρα του τον τράγο
Κανείς φαντάζεται την ομορφιά του.
Γαλάτεια μόνο εγώ σε αγαπάω.
Ταίρι μου γίνε. Στη σπηλιά μου έλα
και όπως σ’ αγαπώ αγάπησέ με.

(Δυνατά και θυμμωμένα)

Κι ας πάει ο τράγος σου στην Αρκαδία.
Εδώ είναι ο τόπος ο δικός μου
Κι ό,τι είναι πάνω του σε μένα ανήκει

(Βγαίνει)

ΓΛΑΥΚΗ
Σωστά εμίλησε ο γερο-Γλαύκος.
Η μόνη  λύση   είναι  που  μας   μένει.
Ό,τι   μας  πρότεινε  δέξου Γαλάτεια.
Αν ο Πολύφημος  στην  αγκαλιά του
Για μια φορά μονάχα σε κρατήσει
Και   μοίρασμα θα στέρξει  κι   ό,τι  άλλο.
Εγώ  είμαι  έτοιμη   να τον   μοιράσω
Κ ι   αυτόν κι   εμένα μ’ όποιον   μ’ αγαπάει.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Ούτε κι εγώ δε θέλω να μοιράσω
Τον Άκι μου με άλλονε κανένα.
Καλή η αγάπη σου μα την αλήθεια.
Πρόσεχε μοναχά μήπως η Κίρκη
Τέρας κι εσένα φοβερό σε κάνει.

ΓΛΑΥΚΗ
Κι αν τέρας θα γινώ για την αγάπη
Κι άλλες θυσίες της πρέπουνε ακόμα.
Γέροντα Γλαύκο, μ’ άρεσαν όσα είπες.

Τέλος της δεύτερης πράξης

 

ΠΡΑΞΗ
ΤΡΙΤΗ

(Όλυμπος. Υπνοδωμάτιο του Δία)

ΔΙΑΣ  (ΔΙΑ)
Ερμή  ξημέρωσε. Κοιμάσαι ακόμα;
Αντί   ελόγου  σου  να με   σηκώνεις
Εγώ  σηκώνω  εσέ; Σήκω  σου  λέω.

ΕΡΜΗΣ (ΕΡΜ)
(Σηκώνεται)
Αφεντικό με συμπαθάς. Ο ύπνος
Λίγο πιο πάνω σήμερα με πήρε.
Μα όλα θα γίνουνε κατά πως πρέπει.
Όλα θα τα προλάβω καθώς πάντα...

ΔΙΑΣ
Φέρε τα ρούχα μου. Εμπρός, κουνήσου!
Και κοίταξε τι λέει το βιβλίο.
Πιο γρήγορα σου λέω…

(Ο Ερμής κάνει πιο γρήγορα)

Έτσι μπράβο.
(Ο Ερμής δίνει τον μανδύα στον Δία, απλώνει γρήγορα τα στρωσίδια των κρεβατιών, πηγαίνει στον τοίχο, πατάει ένα αόρατο για τους θεατές κουμπί και ένα παραθυράκι ανοίγει. Βάζει μέσα το χερι του και βγάζει ένα χοντρό χρυσόδετο βιβλίο. Το ανοίγει.)  

ΕΡΜΗΣ
(διαβάζει)
Θα έρθει η Αφροδίτη. Θα ζητήσει χάρη για τον Πολύφημο να τον ερωτευτεί η Γαλάτεια και να διώξει τον Άκι, το γιο του Πάνα με τον οποίο αυτή τώρα είναι ερωτευμένη.  Η Γαλάτεια θα αγνοήσει τον Πολύφημο.
(κλείνει το βιβλίο, το ξαναβάζει στην κρύπτη και κλείνει πάλι το άνοιγμα του τοίχου)
Πάει κι αυτό λοιπόν. Εντάξει τώρα;

ΔΙΑΣ
Ναι. Αλλά νέο πρόβλημα γεννιέται.
Γιατί θα πρέπει πιστευτό ένα ψέμα
Να ’βρω για ν’ αρνηθώ στην Αφροδίτη.
Πολλές φορές μου έχει κάνει πλάτες
Και με βοήθησε στα ερωτικά μου.
Και να τη χρειαστώ μπορεί και πάλι.
Δεν πρέπει άγρια να τήνε διώξω.
Τη χάρη που θα ’ρθεί να μου ζητήσει
να της την αρνηθώ με τρόπο πρέπει.

ΕΡΜΗΣ
Καλά το λες αφεντικό. Ας σκεφτούμε.

(Σκέφτονται)
Τι να της πεις… τ ι να της πεις...
((Χαρούμενος)   
Το βρήκα!
Πες της ερωτικά πως δεν ταιριάζουν
Ο γίγας κι η μικρόσωμη Γαλάτεια.

ΔΙΑΣ
Πώς  φαίνεται  η  πείρα ότι   σου  λείπει.
Όλα Ερμή ο Έρως τα ταιριάζει.
Άλλο! Και  γρήγορα! Περνά η  ώρα…
(Σκέφτονται)

ΕΡΜΗΣ
Πες   της  πως  σήμερα δεν  έχεις  κέφια.

ΔΙΑΣ
Χαζέ! Τότε   θα μου ’ρθει άλλη μέρα.

ΕΡΜΗΣ
Καλά το  λες.

ΔΙΑΣ
(Αλαζονικά)
Βέβαια καλά το λέω.. .
Για στάσου λίγο, μου ’ρθε μια ιδέα.
Θυσίες ο Πολύφημος μας κάνει;

ΕΡΜΗΣ
 Μπα, έχουμε απ' αυτόν να δούμε τσίκνα
Εδώ κι εγώ δεν ξέρω πόσα χρόνια.
Όλο στη ν Αφρ ο δ ί τη  θ υ σ ιάζει.

ΔΙΑΣ
Αυτό είναι! Πώς καλό θα κάνω κάτι
Σε κάποιον που θυσίες δε μου κάνει;
Παλιό το κόλπο, πάντα όμως πιάνει.
(Ανακουφισμένος)
Τώρα ησύχασα. Και τούτη η μέρα
Καλά όπως κι οι άλλες θα περάσει.
Τι λες  κι   εσύ;   Καλά  τα καταφέρνω;

ΕΡΜΗΣ
(Διστάζοντας)
Δε λέω…

ΔΙΑΣ
Μπα! Γιατί αυτό το ύφος;
Δε συμμερίζεσαι την άποψή μου;
Και συ πιο ήσυχος δεν είσαι τώρα;

ΕΡΜΗΣ
Τη συμμερίζομαι βέβαια Πατέρα,
Μα όχι να τρέμουμε κι ένα βιβλίο…

ΔΙΑΣ
Μου φαίνεται ώρες-ώρες πως καθόλου
Δεν ξέρεις τι σου γίνεται, κι ας είσαι
Μεγάλος έμπορος και πρώτος κλέφτης.
Φαίνεται ως εκεί πάει το μυαλό σου
Και δεν μπορεί να νιώσει τίποτ' άλλο.
Σου το ’χω ξαναπεί, στο ξαναλέω:
Ετούτο το βιβλίο ειν' ο Θεός μας.
Τι χοντροκέφαλος Θεός που είσαι.
Και θα σου ξαναπώ ετούτο πάλι.
Άλλος κανείς δεν πρέπει από τους δυο μας
(Αφού με σε το ίδιο το βιβλίο
Μου ’πε να μοιραστώ το μυστικό του)
Να ξέρει πως υπάρχει ένα βιβλίο
Που όλα τα μελλούμενα εντός του
Τα γράφει, κι όλα γίνονται όπως λέει.
Ούτε και θέλω υπόσχεση να δώσω
Που ύστερα να μη τηνε τηρήσω. 
Γιατί έτσι η θεϊκή υπόστασή μου
Παίγνιο θα γίνει των θεών των άλλων.
Τ’ όνειδος  σε θνητούς αυτό αφήνω.
Και μάλιστα σε κάποιον που απ’ του Πύρρου
Την Ιλλυρία καταγωγή θα έχει-
Βάρβαρος μ’ άλλα λόγια- και σε τούτους
Τους τόπους που εμείς τώρα διοικούμε
Θα ’ρθεί και αρχηγό θα τόνε κάνουν
Οι έλληνες που εδώ τότε θα ζούνε.
Αυτός λοιπόν με ψέματα και δόλους
Σε εφτά μονάχα μήνες την Ελλάδα
Ολοσχερώς θα τήνε καταστρέψει.
Θέλεις κι εγώ ίδια να κάνω ίσως;
Εγώ την αγαπάω την Ελλάδα.
Κι εξάλλου πάλι δε θα κάνω κάτι
Που ύστερα γι αυτό θα μετανιώσω.
Σαν τότε που υποσχέθηκα στους Τρώες
Πως σίγουρα εκείνοι θα νικούσαν
Κι οι Αχαιοί νικήσανε στο τέλος.
Κι αυτό γιατί εσύ είχες στο μυαλό σου
Την Πολυμήλη πώς να συγκινήσεις.
Δυο τρεις ακόμα τέτοιες μου προγνώσεις
Στραβές, κι όλοι θα μάθουν πως ο Δίας
Δεν κάνει ό,τι θέλει μες στον κόσμο.
Και τότε τα θεϊκά παν μεγαλεία.
Και πάει το νέκταρ, πάει κι η αμβροσία.
Και παν και τα δικά σου τα οφίτσια
Καταφερτζή μικροαπατεώνα.
Κι ούτε τα φτερωτά σου τα σαντάλια
Δε θα μπορέσουν τότε να σε σώσουν.

ΕΡΜΗΣ
Εμένα μου αρκεί μόνο να ξέρω
Πως όσο συ ακόμα είσαι στο θρόνο
Κι η θέση σίγουρη η δική μου είναι.
Και την αξίζω αλήθεια αυτή τη θέση.
Γιατί ακριβά γι αυτήν έχω πληρώσει-
Πολέμησα στη Γιγαντομαχία.
Και μάλιστα πολέμησα γενναία
(Εγώ είχα τον Ιππόλυτο σκοτώσει).
Και σε λευτέρωσα εγώ-θυμάσαι;-
Απ' την αιχμαλωσία του Τυφωέα…
Και πάντα σε βοηθούσα στις δουλειές σου.
Με την Ιώ όταν έμπλεξες, εμένα
Τον Άργο μ’ είχες στείλει να σκοτώσω…

ΔΙΑΣ

Ωραία τάπες όλα μέχρι τώρα.
Δεν προχωράς και παραπέρα όμως.
Δε λες πως στην Ομφάλη είχες πουλήσει
Τον Ηρακλή τον ήρωα, σα να ’ταν
Εμπόρευμα από κείνα που αγοράζεις
Και που πουλάς σαν έμπορος που είσαι.
Και πως σαν έμπορος τον κόσμο κλέβεις.
Ούτε για τα ιερά μιλάς τα βόδια
Πού ’κλεψες του Απόλλωνα, σαν ήσουν
Βρέφος ακόμα,   δείχνοντάς μας έτσι
Τι μούργος θα γινόσουνα μεγάλος.
Ένα καλό έκανες και συ-τη λύρα.
Μα εμπόρευμα την έκανες κι εκείνη
Και τήνε πούλησες στον αδερφό σου
Μ’ αντάλλαγμα της προφητείας τάχα
Το χάρισμα. Δεν ήξερες ακόμα
Άλλοι για μας πως είχαν προφητέψει.

ΕΡΜΗΣ
Κι όμως, το χάρισμα μου έχει φέρει
λεφτά με ουρά. Γιατί αυτός ο κόσμος
Και από μένανε βλακείες ακούει,
Και με πληρώνει κιόλας από πάνω.
Αλλά το λόγο σου μου δίνεις-πες μου
πως δίπλα σου για πάντοτε θα μ’ εχεις
Βοηθό και πρώτον σου θεληματάρη;

ΔΙΑΣ
Λόγο δεν έχω μούργο να σε διώξω.
Καλά με υπηρετείς. Και στις βρωμιές μου
Και   στις  καλές  που  σπάνια κάνω  πράξεις.
Μονάχα κακομοίρη   μου  να τρέμεις
Τη   μέρα που   θ’ ανοίξεις  το   βιβλίο
και   θα διαβάσεις  ότι   πιάνοντάς   σε
Από το πόδι, θα σε σφεντονίσω
 Να πας  απ’ όπου  ήρθες. Μέχρι   τότε
ναι φτεροπόδη , δίπλα μου θα  σ’ έχω.

ΕΡΜΗΣ
Αυτό  θέλω κι   εγώ. Όσο  για τ’ άλλο
Ποιος  ξέρει… Κι   αν  αυτό  γραμμένο   είναι
Ίσως   με  λυπηθείς  και   με  γλιτώσεις.

ΔΙΑΣ
Να  εύχεσαι   ν’ αργήσει   αυτή  η   μέρα.
Μα όταν θα ’ρθει κοκορόμυαλέ μου
Τότε ό,τι πιάνω πόδι σου θα είναι
Και χέρι μου θα είναι ό,τι αγγίζεις.
(Σιωπή. Ο Ερμής κατσουφιάζει)

ΕΡΜΗΣ
Δε θέλω ν’ ανατείλει εκείνη η μέρα.

ΔΙΑΣ
Θέλεις δε θέλεις δε θα σε ρωτήσει.
Κα σήμερα το είδες το βιβλίο.
Και τέτοιο κάτι σήμερα δε γράφει.
Λοιπόν τι άλλο θέλεις; Μα ναι, ξέρω.
Νέκταρ ορέγεσαι και αμβροσία.
Το βράδυ ετούτο-μη στενοχωριέσαι-
 Μέγα ξεφάντωμα έχω ετοιμάσει
Και θα ξεδώσουμε απόψε πάλι.


ΕΡΜ
Μπορώ να φέρω και την Ιππολύτη;

 

ΔΙΑΣ
Φερ’ την. Μα ακούω βήματα. Λες να ’ναι
Η Αφροδίτη; Στάσου ορθός δεξά μου. 
Κι εγώ την πρέπουσα τη στάση ας πάρω.
Είμαι ο  παντοδύναμος   ο  Δίας
Που   μόνο  αν   τα φρύδια  του κινήσει
Τρέμουν  και  Γη  και Ουρανός  αντάμα.
Κι   είσαι ο θεός  Ερμής-ο  ακόλουθός  μου.
(χτύποι στην πόρτα)
Εμπρός λοιπόν. Το θέατρο αρχίζει.
(Ο Ερμής ανοίγει. Μπαίνει   η  Αφροδίτη. Κλίνει   το  κεφάλι σε  χαιρετισμό  στο  Δία)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Δία σε ξέρω και καλά με ξέρεις.
Χαρές και σού ’κανα και μου ’χεις κάνει.
Και τώρα σου ζητάω κι άλλη μια.
Κι ας είναι και ντροπή μου, μα το λέω,
Δεν έπρεπε να φτάσω να ζητάω
Χάρη για κάτι, που δουλειά δικιά μου
Και του παιδιού μου του Έρωτα λογιέται.
Να! Ο Πολύφημος έχει μια Νύμφη
Μ’ αγάπη μια μεγάλη αγαπήσει.
Και ειν' αυτή η Γαλάτεια, θυγατέρα
Του άρχοντα της θάλασσας Νηρέα.
Εκείνη όμως είναι ερωτευμένη
Με κάποιονε του Πάνα γιό-τον Ακι.
Έτσι τα εκατάφερε ο γιος μου
Χωρίς εμένα πρώτα να ρωτήσει.
Και τίποτα κι εγώ δεν ήξερα ώσπου
Μεγάλες ο Πολύφημος θυσίες
Σε μένα είχε αρχίσει να προσφέρει
Και δακρυσμένος να με ικετεύει
Κοντά του να του φέρω τη Γαλάτεια.
Μα μόνο  η  χάρη   σου   μπορεί   ν’ αλλάξει
Ό,τι ο Έρωτας στραβό έχει κάνει.
Δώσε παρακαλώ σε Θείε Δία,
Πατέρα των Θεών, να γίνει εκείνο
Με δάκρυα  που ο Πολύφημος ζητάει.
Είναι καλόψυχος. Τον αγαπάω
Και πάντα όπου μπορώ τόνε βοηθάω.
Και βέβαια κι εσύ θυμάσαι πόσο
Μας  βόηθησε στη Γιγαντομαχία.
Κάνε το αυτό, σοφέ, μεγάλε Δία.

ΔΙΑΣ
Χαίρομαι που σε βλέπω Αφροδίτη
Έστω κι αν έρχεσαι για να ζητήσεις.
Γιατί θυμάμαι αλήθεια τις ωραίες
Τις μέρες που άλλοτε είχαμε ζήσει.
Θυμάμαι την Ιώ και τη Δανάη.
Θυμάμαι τη Λητώ και την Αλκμήνη
Κι ακόμα τη Σεμέλη… και τη Λήδα…
Συνεργαστήκαμε καλά οι δυο μας.
Γι αυτό και μέχρι τώρα καμιά χάρη
Σχεδόν δεν σου αρνήθηκα. Και πρέπει
Μ’ αυτό να σύμφωνήσεις. Αλλά τώρα
Αυτό που μου ζητάς δε θα το κάνω.
Γιατί ο Πολύφημος μπορεί εσένα
Να σε υμνεί και να σε μνημονεύει
Αλλά εμέ τελείως μ’ έχει ξεχάσει.
Και τελευταία καυχιότανε μπρος σ’ όλους
Ότι  Θεούς αυτός δε λογαριάζει
Παρά εσένα. Και τους άλλους όλους
Τους θεωρεί κατώτερούς του λέει.
Και κνίσα έχουν οι Θεοί να δούνε
Απ' τον Πολύφημο, χρόνια και χρόνια.
Λοιπόν ας μάθει ο αγαπητός σου-
Και ειν' αυτή θαυμάσια ευκαιρία-
Πως τους Θεούς να λησμονά δεν πρέπει
Γιατί κι εκείνοι θα τον λησμονήσουν.
Και σε παρακαλώ μην επιμένεις.
Είμαι πολύ μαζί του θυμωμένος.
Στην τάξη των Θεών είμαι ο πρώτος
Και σεβασμό σε μένα όλοι δείχνουν.
Θεοί και άνθρωποι. Μόνον εκείνος
Μου φέρεται απ’ όλους με ασέβεια.
Λοιπόν αυτό δε θα το επιτρέψω.
Λυπάμαι Αφροδίτη, αλλ' αυτή ’ναι
Στο αίτημα σου η απόφασή μου.


ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Αφού έτσι αποφάσισες Πατέρα
Και βέβαια άλλο δε θα επιμείνω.
Όσο για τώρα, μόνη θα κοιτάξω
Γι αυτόνε τι καλό μπορώ να κάνω.
Σ’ ευχαριστώ που εδέχτης να μ’ ακούσεις
Πατέρα των Θεών, Μεγάλε Δια»
(Κλίνει το κεφάλι και βγαίνει)


(Τέλος της τρίτης πράξης)


ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤH

(H σπηλιά του Πολύφημου. Ο πολύφημος κάθεται πάνω σένα κορμό δέντρου, παίζοντας συλλογισμένος στα χέρια του ένα λουλούδι. Μπαίνει η Γλαύκη)

ΓΛΑΥΚΗ
Πολύφημε κοντά σου ήρθα πάλι
Για να σου πω ένα όνειρο που είδα.
Ήρθε στον ύπνο μου η Αφροδίτη
Και μου ’πε να σου πω τα λόγια ετούτα.
Ο Δίας είναι μαζί σου χολωμένος
Γιατί έχεις πάψει να του θυσιάζεις
Και γιατί θεωρείς τον εαυτό σου
Σαν παραπάνω απ’ αυτόν να στέκει.
Και γιατί κράζεις για βοηθό σου μόνο
στις προσευχές σου εσύ την Αφροδίτη.
Εκείνη πάλι, ύστερ' από τούτο,
Λέει ότι τον Έρωτα το γιο της
Πρόσταξε να τοξέψει τη Γαλάτεια
Και σ’ έρωτα μεγάλο να τη ρίξει
Για σένα. Μα όταν έριχνε τα βέλη
Αυτά γυρνούσανε κι έρχονταν πίσω
Γιατί η αγάπη που ’χει για τον Άκι
έχει ασπίδα γίνει γι άλλα βέλη.
Και σου ζητάει και σε να προσπαθήσεις
Και τη Γαλάτεια να τήνε ξεχάσεις
Γιατί αφού ο Δίας δε σε βοηθάει
Καμιά ελπίδα πια γι αυτήν δεν έχεις.
Μ’ αυτής κι εγώ ενώνω τη φωνή μου.
Γιατί Πολύσημε να επιμένεις
Και τη Γαλάτεια όλο να γυρεύεις;
Τι θες Πολύφημε από μιαν αγάπη
Που δεν μπορεί να δει τα μύρια που ’χεις
Χαρίσματα-τα μύρια που ’χεις δώρα;
Τυφλή Πολύφημε αλήθεια θα ’ναι
Για να μη βλέπει το πλατύ σου στήθος
Που μέσα του θα φώλιαζε σαν κύκνος
για μη βλέπει το γλυκό σου μάτι
Που όλα τα θωρεί με καλοσύνη.     
Τι θες Πολύφημε από μια γυναίκα
Που μέσα στης καρδούλας σου τους χτύπους
Το κάλεσμα του πόθου δεν ακούει;
Τι θες Πολύφημε από τη Γαλάτεια
Που αψηφάει τη γλυκιά σου αγάπη-
Που μέσα στης φλογέρας σου τους ήχους
Την ομορφιά δε νιώθει της ψυχής σου;
Τι θες Πολύφημε με μια γυναίκα
Που οι μυρωδιές των ρόδων δεν της φέρνουν
Τ’ άρωμα της γαλήνης της ψυχής σου;
Που όταν σ’ αγγίζει πιάνει σου το δέρμα
Κι όχι τα σπλάχνα σου τα πυρωμένα,
Που κάθε που στη σκέψη της σε φέρνει
Δε νιώθει την καρδιά της να ραγίζει,
Τι θες Πολύφημε από τη Γαλάτεια
Που αψηφάει τη γλυκεία σου αγάπη;
Πάρε Πολύφημε τους λογισμούς σου
'Πο μες απ’ το πηγάδι που ’χουν πέσει
Και στο μικρό γιαλό μου χάρισε τους.
Κι εκεί θα βρουν αντίς πηχτά σκοτάδια
Γαλάζους ουρανούς και χρυσαστέρια.
Σπάσε τις άλυσες που σ’ εχουν δέσει
Σε Καύκασο καθώς τον Προμηθέα
Κι έλα στην απαλή την αγκαλιά μου
Που έρμη κι άφωτη χωρίς εσένα
Και που η ζέστα της χωράει μαζί σου
Και τα θεόρατα τα πρόβατα σου.
Έλα και η αθάνατη ζωή μας
Μαρτύριο είναι δίχως την αγάπη.
Πες μου Πολύφημε-πες μου το λόγο
Που την καρδιά μου θα τήνε δροσίσει
Πες μου η κλίνη σου σε μια γωνιά της
Ότι μια θέση της κρατεί για μένα.
Πες μου Πολύφημε πως η σπηλιά σου
Θα δει απ' τα χέρια μου τάξη και λάτρα.
Ξέχασε κείνη που δε σου ταιριάζει
Κι έλα Πολύφημε κοντά σε μένα.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Αχ! Να μου τα ’λεγε τα λόγια ετούτα
Όχι το στόμα σου μα της Γαλάτειας…
Και στη σπηλιά μου να ’τανε φερμένη
Η αφεντιά της τώρα αντίς για σένα…
Η ας γινότανε αντίς για κείνην
Εσέ να είχα Γλαύκη, αγαπήσει…
Μα τι να κάνω εγώ για να τ’ αλλάξω
Τ’ αγέρι που με πήρε και με πάει;
Δε διάλεξα εγώ τη συφορά μου.
 Εκείνη ήρθε και «σ’ αρπάζω» μου ’πε.
Και μέσα μου εμπήκε και δεν ξέρω
Τι από με ειμ' εγώ και τι εκείνη.
Κι ούτε με θάνατο από την κατάρα
Δεν θα μπορέσω αυτήνε να ξεφύγω,
Να ’τανε πρόβατο και να το σφάξω,
Να ’τανε δέντρο να το ξεριζώσω"
Να ’τανε βράχος να τόνε συντρίψω.
 Μα είναι τιμόνι και με κυβερνάει.
Είναι φτερό και πάνω του με πάει.
Γλαύκη χρυσή 'σαι και γλυκοχυμένη.
Και λέω σα σε θωρώ τώρα μπροστά μου
Να ’τανε η καρδιά που ’χω δικιά μου
Μέσα της σαν πουλάκι να σε βάλω…
Και λέω να όριζα του’ το σαρκί μου
Κι ένα να το ’κανα με το δικό σου…
...Μα όλα μου σε κείνη χαρισμένα…

(μεγάλη σιωπή. Ο Πολύφημος σηκώνεται)
   
Όμως τι κάθομαι και λέω τώρα;
Τ’ όνειρο που σου έφερε ο Ύπνος
Ο αδερφός του ο Θάνατος το στέλνει.
Αίμα και θάνατο φέρνει μαζί του.
Το νέο που μου ’φερες σήμερα Γλαύκη
Λύνει τα χέρια μου για να δουλέψουν.
Το μήνυμα που πήρα είναι καθάριο.
Αβοήθητος ν’ αγωνιστώ μου μένει.
Κι έναν τα χέρια μου αγώνα ξέρουν:
Μ’ όλη τη δύναμη τους να σκοτώνουν.

(Πηγαίνοντας με αποφασιστικά βήματα προς την έξοδο της σπηλιάς)
Ή θα τον διώξω ή θα τον σκοτώσω!

(Η Γλαυκή τρέχει πίσω του).

ΓΛΑΥΚΗ
Όχι Πολύφημε! Όχι! Δεν πρέπει…
(Φτάνει τον Πολύφημο και προσπαθεί να τον συγκρατήσει. Εκείνος τη σπρώχνε και τη ρίχνει στο χώμα. Βγαίνει).

(Τέλος της τέταρτης πράξης)



ΠΡΑΞΗ ΠΕΜΠΤΗ
(Βραχώδης παραλία)

(Μπαίνουν ο Άκις και η Γαλάτεια)

ΑΚΙΣ (ΑΚΙ)
Ετούτο είναι λοιπόν το βασίλειό σου;
Ετούτο το ακρόγιαλο; Και που ’ναι
Τα ολόχρυσα παλάτια που ορίζεις;


ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Μες στο βυθό κι ακόμα πιο βαθιά του.
Σκαμμένα μες σε πέτρες κοραλλένιες.
Μια μέρα θα σε πάω να στα δείξω.
Θα βάλεις πρώτα τον ιερό μανδύα
Που θα σε κάνει ν’ αναπνέεις σαν ψάρι
Και θα κατέβουμε αγκαλιά οι δυο μας
Για να χαρούμε του έρωτα τη γέψη
και στο νερό καθώς και στον αέρα.

ΑΚΙΣ

Και ζεις μες στο νερό σα να ’σουν ψάρι;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Θα δεις όταν θα ’ρθείς εκεί μαζί μου
ωραία πόσο του νερού η ζωή 'ναι.
Και δε θα θέλεις από κει να φύγεις.

ΑΚΙΣ
Δε θ’ άλλαζα για όλο το χρυσάφι
Τα πράσινα πευκόφυτα βουνά μου
Που με παρέα Σειλινούς, Σατύρους,
Με των δασών τις Νύμφες ξαγρυπνάμε
Έχοντας ταίρι άλλο κάθε βράδυ.
Παχύ το στρώμα που οι πευκοβελόνες
Στρώνουν για να δεχτούν τους έρωτες μας.
Και η Σελήνη από ψηλά που βλέπει
Άλλοτε σαστισμένα μας κοιτάζει
Κι άλλοτε ντρέπεται με ό,τι βλέπει
Και κρύβεται στα σύννεφα από πίσω.
Κι από νερά να πεις δεν ξέρουμε άλλα
Παρά πηγές μονάχα που αναβλύζουν
Από βουνοπλαγιές και που κυλάνε
Σε γλυκομούρμουρα μικρά ρυάκια.
Ας είναι όμως. Τόσο αφού το θέλεις
Ας παμε εκεί στα μέρη τα δικά σου.
Να λέω ύστερα θα ’χω στους συντρόφους
Και στις συντρόφισσες των παιχνιδιών μου
πως μπήκα μέσα στων νερών τις στράτες
Και μέσα τους 'ρωτεύτηκα μια Νύμφη.


ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Μια Νύμφη μόνο κι όχι τη Γαλάτεια;
Και πάλι εκεί θα πάς; Ώστε θα φύγεις;
Για πάντοτε μαζί μου δε θα μείνεις;
Και η μεγάλη αγάπη σου για μένα;
Ψέματα ήταν όλα όσα μου ’πες;


ΑΚΙΣ
Εγώ να κάτσω εδώ; Στο περιγιάλι;
Και μέσα στο νερό να ’μαι για πάντα;
Εγώ είμαι του βουνού χιονάτη πέτρα
Εγώ είμαι ακροκλώναρο του πεύκου
Εγώ 'μαι ο αητός ο κυνηγάρης
Δεν είμαι εγώ για τα νερά Γαλάτεια.
Κι ούτε κανένα ψέμα δε σου είπα.
Μεγάλη ειν’ η αγάπη μου για σένα
Όπως για όλες τις συντρόφισσες μου.
Και όσα λόγια σου ’λεγα εκεί κάτω
Πριν το φιλί σου πάρω, ή την ώρα
Που σ’ έσφιγγα γλυκά στην αγκαλιά μου
Αλήθεια όλα. Και να πάρω κι όρκο
Μπορώ γι αυτά που λέω. Κι όταν πάλι
Θα ’ρθεί του Θείου Έρωτα η ώρα
Τα ίδια πάλι λόγια θα σου λέω.
Κι ίδια πολύ θα τα πιστεύω πάλι.
Πότε σου είπα όμως πως κοντά σου
Θα ’μενα;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
 Μα δεν ήθελα άλλο λόγο
Απ’ όσους μου ’χες πει για να πιστέψω
Πως μία τέτοια αγάπη δεν αντέχει
Ούτε στου χωρισμού τη σκέψη ακόμα.

ΑΚΙΣ 
Πόσο διαφέρει απ' τη δική σου η γνώμη
Που εμείς στα δάση μας τα λαγγεμένα
έχουμε για τους τόσους έρωτες μας!
Αλλ’ άκου να σου πω τι ’ναι να γίνει.
Δε θα χωρίσουμε! Όχι! Μαζί μου
Στης Αρκαδίας τα μέρη θα σε πάρω.
Οι Νύμφες των βουνών και των δεντρών τους
 Οι αγαπημένες σου οι ξαδερφούλες
θα σε δεχτούνε πρόθυμα κοντά τους
σα να ’σουνα και συ Αμαδρυάδα.
Και, αγαπημένη μου πάντα κοντά μου
θα σ’ έχω και θα έχεις συ εμένα.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Για χάρη της αγάπης μου ν’ αφήσω
Και τ’ όμορφο το νεροπάλατό μου
Και τις αγαπημένες αδερφές μου.
Και ας θυμώσουν οι θεοί μαζί μου
Που το νερό προδίνω τ’ αρμυρό μας
Και ας με τιμωρήσουνε για τούτο.
Όμως… πώς να το πω… καλέ μου Ακι
Πώς θα μπορώ να σε μοιράζω μ’ άλλες;

ΑΚΙΣ
Ω! Στις γλυκές τις νύχτες των βουνών μας
Τέτοια ρωτήματα σκοπό δεν έχουν.
Και ούτε συ-θα δεις-θα τα ρωτήσεις.
Τόσο κι οι σύντροφοι μου θα σου αρέσουν
Που θα ξεχάσεις ως και τ’ όνομά μου.
Και   θα βρεθείς  μαζί   μου  πάλι   μόνο
Όταν  η   τύχη  πάλι   θα μας  σμίξει.


ΓΑΛΑΤΕΙΑ   
Βαρύ  το  τίμημα που  μου  γυρεύεις.

ΑΚΙΣ      
Αν   τόσο  μ’ αγαπάς, θα το πληρώσεις.
Και  δε  θα σε κακίσω κι  α-δεν  έρθεις.
Ξέρω πως δύσκολο για σένα θα ’ναι
Μα πρέπει μιαν απόφαση να πάρεις
Σε δύο μέρες, με ή χωρίς εσένα
Έχω στους τόπους μου να πάω πίσω.


ΓΑΛΑΤΕΙΑ    
(στον εαυτό της)
Έτσι λοιπόν στα δάση αγαπάνε;
Την ορμηνιά λοιπόν του γερο-Γλαύκου
Όσο κι αν τη μισώ θα την ακούσω…
Δεμένη στης αγάπης τα πλοκάμια
Την ύπαρξη μου μέσα θα τη σύρω
Στου Πάνα και στου Διόνυσου τα όργια…
Μακριά 'π' τις αδερφούλες μου μού γράφει
Τον πόνο, η αγάπη, να γνωρίσω.
Γιατί καθημερνός θα είναι πόνος
Η  ζήση   μακριά από    τ’ ακρογιάλι
Που  μ’ έθρεφε και   νιώθω για δικό  μου.
Μαύρη   η  ζωή   εδώ χωρίς  εκείνον.
Και  η   ζωή  κοντά του  που  θα ζήσω
Θάνατος  ζωντανός   θα ’ναι. Μα όμως
Θα είναι θάνατος ένας κοντά του.
(Στον Ακι)
Μαζί σου  θα ’ρθω κι   όλα θα τ’ αφήσω.
Θα ’ρθω. Αρκεί   μονάχα ν’ αντικρίζω
Αυτά τα μάτια σου κι   αυτά τα χείλια.
Αφότου  σ’ είδα δεν γνωρίζω άλλη
Χαρά παρά κοντά  μου  να σε  νιώθω.
Μα τώρα αγκάλιασέ   με  αγαπημένε
Για  να ’λαφρύνει   λίγο  η  ψυχή   μου
Από  το   βάρος  που   της  έχεις  δώσει. 
Δος   μου  τη   δύναμη  να σ’ ακλουθήσω

Αλλάζοντας   την  άπελπη  ζωή   μου
μ’ αγάπη μία πιο απελπισμένη.

(Αγκαλιάζονται. Μπαίνει ο Πολύφημος και τους   βλέπει   από  μακριά. Δυνατά για να τον ακούσουν)

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Α!   Σάτυρε! Βρήκες ακόμα μία
Παρέα για τις  άνομές   σου  αγάπες.
Δεν  πρόλαβα Γαλάτεια  να σ’ αρπάξω
Προτού πιαστείς  στα μαύρα του  τα δίχτυα
Που   τα ’χει η   δυστυχιά κι  η  πίκρα πλέξει.
Για πάντα σ’ έχασα  όμορφη Γαλάτεια.
Μα  δε   θ’ αφήσω και   κανέναν άλλο
Ό,τι   για  μένα επλάστηκε  να κλέψει.
Και   μα  την  Αφροδίτη, τώρα κιόλας
Ετούτον ξεριζώνοντας  το  βράχο
Και   ρίχνοντάς   τόνε  στον  σύντροφό σου
Αυτό   θα κάνω  το  αγκάλιασμα σας
Το   τελευταίο  που  ζήσατε  να είναι.
(Ο  Άκις  προχωρεί  λίγα  βήματα προς την κατεύθυνση   του Πολύφημου).

ΑΚΙΣ    
Πολύφημε  γυναίκα εγώ  δεν  είμαι
Και   δε  φοβάμαι   όσο κι  αν  θυμώνεις.
Του  Πάνα  είμαι   ο  γιός…

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ   
…Ναι Σιχαμένε!
Κι   από   μακριά η βρώμα σου μυρίζει.
Την πληρωμή θα πάρεις που σου αξίζει
Προτού  τη   δυστυχιά και   σ’ άλλους φέρεις.
 (Αρπάζει μια μεγάλη πέτρα και την πετάει στον Άκι. Ο Άκις χτυπημένος πέφτει στην άμμο νεκρός.  Η Γαλάτεια βγάζοντας μια σπαρακτική κραυγή τρέχει προς τον πεσμένο Άκι και αγκαλιάζει το άψυχό του σώμα.
Ο Πολύφημος στέκει αμήχανος κοιτάζοντας τη σκηνή)

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(σιγά, στον εαυτό του)
Να! Φίλα πάλι τώρα τη Γαλάτεια!..

(Μπαίνει η Γλαύκη τρέχοντας. Βλέποντας τι έχει γίνει κάθεται απελπισμένη και σαν χαμένη σε μια πέτρα, κρύβοντας το πρόσωπό στα χέρια της . Ο Πολύφημος, ενώ η Γαλάτεια θρηνεί πάνω από το σώμα του Άκι, με ένα χοντρό ξύλο χαράζει τυχαίες γραμμές στην άμμο, κοιτάζοντας ένοχα πότε προς τη Γαλάτεια και τον Άκι και πότε προς τη Γλαύκη.
Ακούγεται η μουσική του τραγουδιού των Νηρηίδων προς τον Θεό Έρωτα)

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
(σηκώνοντας προς τον ουρανό το κεφάλι, δυνατά μέσα από τους λυγμούς της)
Όχι αδερφούλες μου! Όχι! Αααααχ! Όχι!..

(τα λόγια της πνίγονται από τα λόγια του τραγουδιού που με πάθος τραγουδιέται από τις αδερφές της Νηρηίδες)

ΝΗΡΗΙΔΕΣ

Αγάπη ό,που πας το φως σκορπίζεις.
Διώχνεις τα νέφη τη ζωή που σκιάζουν.
Θωπεύεις την ψυχή την τρομαγμένη
Και γαληνεύει αυτή και ξαλαφρώνει.
Τα δώρα σου Αγάπη τα περίσσια
Ω! Δώστα και σε μας που καρτερούμε
Ανέραστες εδώ και λυπημένες.
Αγάπη, όποιος βαθιά πολύ σε νιώσει
Αστείρευτο γι αυτόνε πια ποτάμι
Γίνεται η ευτυχία και τον πνίγει.
Και δεν αφήνεις παραπονεμένο
Κανένα πλάσμα Σου Κυρά μεγάλη:
Σ’ όλους το χέρι Σου το ευλογημένο
Τ’ απλώνεις και ακράτηγα χαρίζεις
Ό,τι καλό καθένας περιμένει.
Ω! Έλα και σε μας χρυσή Αγάπη
Και νόημα δώσε στην κενή ζωή μας.
Ω! Μόνη Συ ελπίδα! Έλα! Έλα!
Όλα μας ανοιχτά να Σε δεχτούμε.
Αγάπη όσους ύμνους κι αν Σού πούνε
Τα διψασμένα μας για Σένα χείλια
Λίγοι στη χάρη Σου και πάλι θα ’ναι.
Ω! Αγάπη!  Τυχεροί όσοι Σε νιώσουν.
Ευτυχισμένοι όσοι θα  Σε βρούνε.
Κάθε τους πόνος-κάθε λύπη παύει
Και σ’ ουρανούς  χαράς ’λαφροπετάνε.
Αγάπη τα φτερά Σου άνοιξέ τα
Και σκέπασε και μας που στο ζητούμε.
Σαν απροστάτευτα μικρά παιδάκια
Είμαστε δίχως Σου. Έλα κοντά μας.
Έλα και δίωξε μας τον κάθε πόνο
Κι ομόρφηνε την άχαρη ζωή μας
Όπως Εσύ θεά μονάχα ξέρεις.

 ΑΥΛΑΙΑ