Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

 ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Την πέτρα αυτή αν χρυσάφι ονομάσεις
είναι χρυσάφι
αν με αξιοπρέπεια
στο μέτωπό σου σαν διαμάντι σπάνιο την φορέσεις.

Αρκεί στις ειρωνείες να μην κιοτέψεις
και μη στα γέλια με ντροπή αποκριθείς,
μόνο να στέκεις όμορφα βαλμένος
και μεγαλοπρεπής
ως βασιλέας.

Τότε, κάποιος,
που ξαφνικά θα καταλάβει,
με σεβασμόν μπροστά σου θα υποκλιθεί.
Και ύστερα
θα τον ακολουθήσουν ένας ένας
οι άλλοι όλοι-
πια θα είσαι βασιλέας.



ΞΕΡΟΝΤΑΣ

Αύριο, λέγανε.

Όμως το αύριο δεν έρχονταν ποτέ.
Μόνο τα χτες έρχόνταν το ’να ύστερ’ από τ’ άλλο
όλο και πιο πυκνά
όλο πιο κοντινά
τόσο που δεν τα προλαβαίνανε,
όπως οι εργάτριες στα εργοστάσια της ζαχαροπλαστικής
δεν προλαβαίνουνε να ντύσουν με χρυσόχαρτο
τα όλο και πιο γρήγορα που στέλνει η μηχανή
σοκολατάκια.

Διάφορες αλχημείες δοκιμάσανε.
Να πούνε χτες το αύριο
να σβήσουνε τις νύχτες απ’ το χτες μικραίνοντάς το
να προχωρήσουνε πιο γρήγορα...

Όλα δειχτήκανε ανώφελα. Και τώρα
τα χτες τους έφτασαν ως τον λαιμό
και μόλις προλαβαίνουνε να πούνε
ό,τι ακόμα είναι να ειπωθεί,
ξέροντας όμως τώρα πια
πως αύριο δεν υπάρχει.




ΓΡΥΠΕΣ

Φύλακες του χρυσού.
Φύλακες.
Και κατά χιλιάδες έπεφταν οι Γρύπες
σε κάθε των μονόφθαλμων Αριμασπών επίθεση
Που να τους πάρουν θέλαν το χρυσάφι.

Στους φτερωτούς τους Γρύπες μέσα ποιος
τον έρωτα έβαλε για τον χρυσό;
Κανείς. Μόνο που καταλάβαιναν
πως αν δεν τον φυλάγαν
τότε αξία αυτός δεν θα ’χε
κι ούτε αυτοί ονομαστοί
θα έμεναν στην ιστορία.

Η αξία του χρυσού
αξία στη ζωή τους έδωσε.
Τώρα όλοι ξέρουν: σκληροί,
αδέκαστοι, πιστοί φύλακες οι Γρύπες,
Του χρυσού ήταν.

Έτσι αξία δίνει καθένας μας σε κάτι
και το τηρεί και το ευλογεί και το φυλάσσει-
άλλος χρυσό, άλλος αρχές, άλλος ιδέες.

Καλά πληρώνουν οι αξίες.

 
Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ

Δεν μπορούμε να λέμε τι είναι η δημοκρατία. Μπορούμε μόνον να λέμε τι δεν είναι δημοκρατία.

Είναι βέβαιο ότι ο Επιτάφιος δεν εκφωνήθηκε από τον Περικλή ούτε και από κανέναν άλλο.
Γράφτηκε από τον Θουκυδίδη, ο οποίος με τις πνευματικές και συγγραφικές του ικανότητες θέλησε να κάνει αυτόν το λόγο ένα μνημείο τελειότητας για την αγαπημένη πόλη του, την Αθήνα.
Μερικοί κάνουν ότι ξεχνούν ότι όλα όσα αναφέρονται στον Επιτάφιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και θεωρούν πως η αρχαία Αθήνα ήταν ό,τι ο Επιτάφιος αυτός θέλει να μας παρουσιάσει. Και γενικεύοντας απλώνουν τον μανδύα της τελειότητας και σε όλη την αρχαία Ελλάδα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα μύθο δημοκρατίας, ελευθερίας και δικαιοσύνης, που δήθεν η αρχαία Ελλάδα είχε, με κέντρο της την Αθήνα, «αναπτύξει».
Και όσοι υποστηρίζουν αυτά, κάνουν ότι ξεχνούν πως όλοι οι πολιτισμοί που φάνηκαν πάνω στη γη και που στο μέλλον θα φανούν πάνω σ' αυτήν, έχουν την ίδια αξία και τον ίδιο σκοπό υπηρετούν.

Ας δούμε την αλήθεια λοιπόν για την αρχαία Αθήνα,  και τον πολιτισμό της, όσο μας δίνει την ευκαιρία να το κάνουμε από τη μια οι παραδομένες σε μας πληροφορίες της ζωής στην τότε Αθήνα, και από την άλλη όσα βλέπουμε στον Επιτάφιο λόγο του Περικλή.
Χωρίς σπουδαίους προλόγους ας δούμε τον Επιτάφιο, όπως τον έγραψε ο Θουκυδίδης.
Εκεί είναι τα σπουδαία.
Στο 36-1 μας λέει ο Περικλής ότι θα αρχίσει την ομιλία του αναφερόμενος στους προγόνους.
Σε όλη την ομιλία του δεν ακούγεται η λέξη θεός.
Όλα τα έφτιαξαν οι πρόγονοι.
Ζητάει τη βοήθεια των προγόνων για να μπορέσει να πείσει τους ακροατές του για ό,τι πρόκειται να πει.
Αυτό δείχνει την αμετροέπειά του και επιτείνει την σκοπιμότητα της αναφοράς στους προγόνους, στους πατεράδες δηλαδή, τους παππούδες και τους προπαππούδες εκείνων που τον ακούνε τη στιγμή εκείνη που μιλάει.
Ποιος από του ακροατές του θα τολμούσε να αντιτείνει ότι οι πρόγονοί του δεν ήσαν άξιοι μιας τέτοιας μνείας;-ότι οι προγονοί του δεν έκαναν καλά ό,τι έκαναν;
Βάζει λοιπόν τα συγκαταβατικά θεμέλια με τον τρόπο αυτόν ο Περικλής και πια, εκεί πάνω μπορεί να χτίσει ό,τι θέλει, χωρίς τον κίνδυνο να γκρεμιστεί αυτό από κείνους που τον ακούνε.
Πάντοτε οι κυβερνήτες αρέσκονται να συνδέουν το παρόν με το παρελθόν, γιατί το παρελθόν είναι οι ρίζες από τις οποίες τρέφεται το παρόν, και άραγε μπορεί να σταθεί στα πόδια του το σήμερα.
Το παρελθόν είναι η παράδοση, είναι η πεπατημένη οδός, που καθοδηγεί σίγουρα τους κυβερνήτες εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν τίποτε από τα υπάρχοντα, επειδή αυτά τους βολεύουν.

Στο 37-1 ο Περικλής μας λέει ότι δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι περισσότεροι.
Η αρχαία Αθήνα είχε τρακόσες χιλιάδες κατοίκους. Από αυτούς οι εκατό χιλιάδες ήσαν δούλοι, οι εκατό χιλιάδες γυναίκες-χωρίς κανένα δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά-,και μόνον οι υπόλοιποι εκατό χιλιάδες ήσαν αθηναίοι πολίτες.
Και μόνον οι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά, όπως το δικαίωμα ψήφου.
Ξέρω τι θα μου πουν μερικοί-ότι τότε η δουλεία ήτανε θεσμός, και πως το να είναι κανείς δούλος ήτανε στοιχείο της τότε κοινωνίας και τα λοιπά και τα λοιπά.
Είτε όμως έτσι ήταν τα πράγματα είτε αλλιώς, δικαίωμα ψήφου είχε μόνον το ένα τρίτο των Αθηναίων.
Είναι αυτό Δημοκρατία;

Το δικαίωμα στην δίκαια κατανομή του πλούτου είναι ιστορικά γνωστό από πολλές άλλες πηγές, πως δεν περιλαμβάνονταν στα δικαιώματα που με τόσην απλοχεριά χάριζε στους αθηναίους πολίτες ο Περικλής.
Σαν άλλος θεός κι εκείνος είχε δώσει το δικαίωμα στους πολίτες του να τρώνε από τους καρπούς όλων των δέντρων, αλλά τους απαγόρευε να τρώνε από το δέντρο του Καλού, με άλλα λόγια του χρήματος, πλην ορισμένων που είχαν άφθονο το χρήμα και με αυτό στήριζαν τον Περικλή.
Είναι αυτό Δημοκρατία;

Και συνεχίζει λέγοντας πως ναι μεν όλοι οι Αθηναίοι έχουν ίσα δικαιώματα αλλού (πού:), όμως όταν πρόκειται να διαλεχτούν οι κυβερνήτες της πολιτείας, τότε δεν γίνεται κυβερνήτης ο κάθε πολίτης, αλλά ο ικανότερος.
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιος μπορεί να ήταν ο ικανός για τα αξιώματα της πολιτείας στην αρχαία Αθήνα.
Θα ήταν ίσως ένας μανάβης που από μικρό παιδί δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για το μεροκάματο; Όχι βέβαια.
Ποιος θα ήταν;
Μήπως ένας μπακάλης, ένας ψαράς, ένας βιοτέχνης;
Όχι βέβαια.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ικανότερος; Μα ποιος άλλος από ένα πλουσιόπαιδο που θα είχε τον χρόνο και το χρήμα να σπουδάσει τις επιστήμες και τις τέχνες που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό;
Οι φτωχοί λοιπόν έξω και από τη διοίκηση της πολιτείας.
Ό,τι γίνεται και σήμερα σε όλη τη γη.
Είναι αυτή δημοκρατία;

Στο 37-2 διαβάζουμε: «Δεν κοιτάζουμε υποψιασμένοι ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας δουλειές-δεν θυμώνουμε με το γείτονά μας αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του, κι ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου, πράγμα που αν δεν βλάφτει, όμως στενοχωρεί τον άλλον.»

Αλήθεια τι θαυμαστή επίτευξη! Ο πλούσιος δεν παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον φτωχό να πεινάει, γιατί ο φτωχός μπορεί να στενοχωρηθεί από αυτό, και τότε πάει η Δημοκρατία- που δεν ανέχεται δα να στενοχωρεί ο ένας τον άλλον.
Αλλά ούτε ο φτωχός παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον πλούσιο να τον δυναστεύει, γιατί τότε θα υπήρχε ο φόβος ο πλούσιος να στενοχωρηθεί από αυτό και τότε πάει περίπατο η Δημοκρατία.
Εδώ η λογική λέει πως έχουμε να κάνουμε ή με ένα λαό ηλιθίων ή με ένα λαό που η καταπίεσή του από την εξουσία είχε τόση ζημιά κάνει μέσα του, ώστε να χαίρεται όταν αδικείται.
Και επειδή ηλίθιος τόσο πολύ κανένας λαός δεν είναι, ισχύει το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης, ότι ο αθηναίος πολίτης ήταν τρομοκρατημένος μέχρι βουβαμάρας.

Τόσο μεγάλος πρέπει να ήταν ο τρόμος που είχε βάλει ο Περικλής μέσα στις ψυχές των φτωχών Αθηναίων, που αυτοί ούτε την όψη του πειραγμένου να μην μπορούν να πάρουν όταν νιώθανε πάνω στο πετσί τους την αδικία και τον εμπαιγμό του ισχυρού διπλανού τους…
Και δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγήσουμε την κατάσταση αυτή στα πράγματα της Αθήνας: όταν ο φτωχός αθηναίος δεν έχει τα χρήματα που απαιτούνται για να πάει στα δικαστήρια όταν αδικείται, όταν ο πλούτος είναι εχέγγυο ατιμωρησίας, όταν βλέπει τον τρόπο με τον οποίο τιμωρούνται οι "σύμμαχοι" που τολμούν να σηκώσουν κεφάλι, τότε πώς αυτός θα διανοηθεί να σηκώσει το δικό του;
(αλλά γι αυτό και για τα δικαστήρια πιο κάτω).

Και αν κανένας από τους αθηναίους πολίτες είχε κάποιαν ελπιδοφόρα υποψία πως τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο δείχνουν, και θαρρούσε πως είχε περιθώριο άμυνας, αυτός, πηγαίνοντας στο θέατρο, έπαιρνε την σίγουρη απάντηση από το παράδειγμα που το θέατρο έδινε με τις παραστάσεις του, ώστε ο άμοιρος πολίτης εγκατάλειπε κάθε ελπίδα και ξαναγύριζε με σκυμμένο το κεφάλι στο μαντρί από όπου είχε προσπαθήσει να βρει διέξοδο.
Και μάλιστα τα χρήματα για το θέατρο τα έδινε στους πολίτες που δεν είχαν χρήματα για το εισιτήριο, ο Περικλής-η Πολιτεία!
Ήταν τα περίφημα «θεωρικά», που η προσφορά τους στον φτωχό πολίτη θεωρείται σήμερα σαν απόδειξη ότι ο Περικλής «μόρφωνε» ή ψυχαγωγούσε τους Αθηναίους.

Από τον θεσμό αυτόν ακριβώς όμως-των «θεωρικών»- φαίνεται όλη η προσπάθεια του αθηναϊκού καθεστώτος και όλη η βουλιμία του ξεσκεπάζεται, αν κανείς θέλει να δει τα πράγματα όπως είναι, και όχι όπως τα βλέπει ένας ομοτράπεζος του Περικλή-ή ένας απολογητής της πλουτοκρατίας.
Και να γιατί: αν οι αθηναίοι δεν είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο, καταλαβαίνει κανείς τη φτώχεια που τους έδερνε.
Αν πάλι είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο και δεν πήγαιναν, καταλαβαίνει πάλι κανείς ότι δεν ήθελαν να πάνε στο θέατρο.
Και όταν μιλάμε για θέατρο στην αρχαία Αθήνα, μιλάμε για ένα μέσο προπαγάνδας, μιλάμε για ένα μέσο που με αυτό περνούσε τη γραμμή της η κυβερνώσα παράταξη, μιλάμε για την κρατική τηλεόραση της εποχής. Και είναι γνωστή η αυστηρότατη λογοκρισία στην οποία υποβάλλονταν κάθε έργο πριν ανέβει στη σκηνή του θεάτρου-που από μία λέξη του κειμένου του κρέμονταν πολλές φορές και η ζωή του συγγραφέα!
Οι "μη υποψιασμένοι", "μη θυμώνοντες" και "μη πειραγμένοι" λοιπόν αθηναίοι, σπρώχνονταν από την πολιτεία να πάνε στο θέατρο για να ακούσουν το κήρυγμα της ισοπέδωσης, για να μάθουν το τίμημα της ανυπακοής, και για να μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι καταπιεσμένοι στην Αθήνα, την πόλη που θα φημίζεται για αιώνες μετά την εξαφάνισή της, σαν η πόλη που σε αυτήν γεννήθηκε η Δημοκρατία και η ελευθερία!...Τερατογενέσεις πράγματι.

Και ο «αρχιτέκτονας» του «Χρυσού αιώνα» της Αθήνας συνεχίζει στο 37-3: "...είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους, και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους Αθηναίους και σε όσους, και άγραφοι που είναι, όμως φέρνει ομολογημένη ντροπή η μη τήρησή τους.»
Με "εσωτερικό σεβασμό" ο Περικλής εννοεί βέβαια τον εξωτερικό καταναγκασμό.
Γιατί η πειθαρχία στους άρχοντες όταν αυτοί αδικούν, δεν δείχνει εσωτερικό σεβασμό, αλλά τρόμο για τις συνέπειες μιας ανυπακοής.
Και το παράδειγμα το έχουμε μπροστά μας. Είναι αυτή τούτη η συγκέντρωση των πολιτών στην οποία μιλάει ο Περικλής. Μιλάει σε ανθρώπους που έχασαν μέλη αγαπημένα της οικογένειάς τους σε έναν πρόσφατο, που μάλιστα την ώρα αυτή της ομιλίας συνεχίζεται, πόλεμο. Πόλεμο που ο ίδιος ο Περικλής επιζήτησε (και που όπως μας λένε οι ιστορικοί, μπορούσε να έχει αποφύγει χωρίς να βλαφτεί ούτε η δόξα ούτε η ευμάρεια των εκλεκτών της αθηναϊκής πολιτείας).
Και πώς αλλιώς θα εξηγούνταν η στάση των πολιτών, να ακούνε να τους μιλάει για πειθαρχία στους άρχοντες, ο άρχοντας που με τις αποφάσεις του δημιούργησε στους ακροατές του τόσες δυστυχίες στον πρώτο κιόλας χρόνο του πολέμου, παρά σαν μοιρολατρία αλλά και φόβο για τις συνέπειες μιας αντίδρασης;

Αλλά πιο πειθαρχικοί ήσαν οι Αθηναίοι, μας λέει ο ομιλητής, στους νόμους που είχαν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους.
(΄Ωστε στην Αθήνα υπήρχαν και αδικημένοι!;
Κατά λάθος θα αδικούνταν βέβαια. Γιατί σε μια τέλεια πόλη όπως στην Αθήνα του Χρυσού Αιώνα του Περικλή θα είχαν παρθεί όλα τα ανθρωπίνως δυνατά μέτρα για να αποφευχθεί κάθε αδικία.
Ας δούμε όμως καλλίτερα και αυτήν την αποστροφή του λόγου.)
Ξέρουμε ότι στα δικαστήρια της Αθήνας σπάνια κατάφευγαν οι πολίτες για να βρουν το δίκιο τους όταν ο αντίδικος συνέβαινε να είναι πλούσιος. Και αυτό επειδή ο «δικηγόρος» -δηλαδή ο ρήτορας που έγραφε τον λόγο υπεράσπισης των κατηγορουμένων-ζητούσε τόσο πολλά χρήματα που οι φτωχοί δεν είχαν να τα πληρώσουν.
Το ίδιο απρόθυμοι ήσαν οι φτωχοί Αθηναίοι, οι περισσότεροι Αθηναίοι δηλαδή, να πάνε στο δικαστήριο, και όταν ακόμα ήσαν όχι ενάγοντες ή κατηγορούμενοι, αλλά και ένορκοι. Στην περίπτωση αυτή η απροθυμία τους οφειλόταν στο γεγονός ότι θα έχαναν το μεροκάματο. Τέτοιος φόβος δεν υπήρχε φυσικά για τους πλούσιους ενόρκους, με αποτέλεσμα να δικάζουν πρακτικά οι πλούσιοι. Και καταλαβαίνουμε τι συνέπεια είχε αυτό: τις δίκες τις κέρδιζαν πάντοτε οι πλούσιοι.
Είναι αυτό Δημοκρατία;

Αλλά, μας λέει το κείμενο του λόγου, οι αθηναίοι είχαν να υπακούν και σε άγραφους νόμους, που μάλιστα, αν παραβαίνονταν, θα έφερναν ντροπή στον παραβάτη.
Μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα τέτοιους νόμους. Ένας θα ήταν ο νόμος που απαγορεύει την κλοπή, άλλος εκείνος που απαγορεύει το αντιμίλημα στους άρχοντες και στους κάθε λογής ισχυρούς.
Πήραμε μιαν ιδέα της αθηναϊκής δικαιοσύνης.

Στο 38 ακούμε ότι η μια γιορτή ερχόταν μετά την άλλη για να διασκεδάζουν οι αθηναίοι. Οι γνωστές φιέστες για να αποξεχνάει ο λαός τα βάσανα και τα δικαιώματά του και για να μην ξεσηκώνεται. Κάτι σαν τα σημερινά «δρώμενα» ή πανηγύρια της Ελλάδας.
Οι σύμμαχοι, δηλαδή οι υπόδουλοι στην Αθήνα υπόλοιποι έλληνες, πληρώνανε κάθε χρόνο το χαράτσι τους στην ισχυρή Αθήνα, οι αποικίες αρμέγονταν, οι δούλοι δούλευαν. Γιατί οι πλούσιοι αθηναίοι να μην καλοπερνούσαν με γιορτές και πανηγύρια (αλλά και φιλοσοφώντας, όπως θα δούμε πιο κάτω);
Ακόμα εδώ μαθαίνουμε πως αγαθά έρχονταν από μακρινά μέρη του κόσμου και πως τα αγαθά αυτά τα απολάμβαναν οι πλούσιοι Αθηναίοι με τόσην οικειότητα «σαν να τα είχε παράγει η δική τους γη»
Τόσο φυσικό αισθάνονταν να δουλεύουν άλλοι γι αυτούς.

Εκείνο που δεν μας λέει ο Περικλής είναι πόσοι από τους αθηναίους είχαν την οικονομική δύναμη να αγοράσουν αυτά τα αγαθά.

Στο 39 ο Περικλής συγκρίνει τη Σπάρτη με την Αθήνα για να αποδείξει πως η ζωή των αθηναίων είναι πιο ξεκούραστη στον καιρό της ειρήνης, χωρίς όμως και να υστερούν αυτοί στον πόλεμο όταν έρθει κι αυτουνού η ώρα.
Δεν διστάζει προτερήματα της σπαρτιατικής ζωής να τα βαφτίζει ελαττώματα, ώστε να αποδείξει την ανωτερότητα της αθηναϊκής κοινωνίας, με απώτερο σκοπό να δεχτούν οι ακροατές του ότι για μια τέτοια πατρίδα όπως η Αθήνα, αξίζει να πεθαίνουν νέοι άνθρωποι γι αυτήν, όπως αυτοί πάνω στα πτώματα των οποίων τώρα ο ίδιος ο Περικλής με τον Επιτάφιό του εκφωνούσε τον λόγο του..

Πέρα όμως από αυτά δεν βλέπουμε να υπάρχει στην Αθήνα η επιδίωξη κάποιου ιδανικού, που η ύπαρξή του θα δικαίωνε την υστερότερη φήμη της Αθήνας σαν της πόλης του φωτός του αρχαίου κόσμου. Σε έναν λόγο τέτοιας εμβέλειας θα περίμενε κανείς να ακούσει κάτι και για ηθική, για πνευματικούς προβληματισμούς, για κάποιον σκοπό της ζωής πέρα από τα γνωστά και κοινά για τους λαούς επιτεύγματα και αναζητήσεις. Και δεν παραβλέπουμε εδώ τις τόσες Σχολές φιλοσοφίας. Ακούμε μόνον να αντιπαρατάσσεται στον τρόπο ζωής των σπαρτιατών ο τρόπος ζωής των αθηναίων και με βάση αυτή την αντιπαράθεση και μόνον να επιζητείται να δειχτεί η ανωτερότητα της Αθήνας.
Καταλαβαίνει κανείς πως αυτά ενδιαφέρουν τις μάζες και γι αυτό εκεί επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Περικλής.

"Αγαπάμε το ωραίο και μένουμε απλοί". Και πάλι: "Ο πλούτος είναι για μας αφορμή για έργα παρά για παινεψιές και λόγια", διαβάζουμε.
Γιατί όχι; Απλοί και χωρίς να λένε πολλά λόγια μένουν όσοι με ένα νεύμα τους μπορούν να τσακίσουν όποιον τους αμφισβητήσει κάποιο τους «δικαίωμα». Γιατί να φωνάζουν, να χειρονομούν, γιατί να παινεύονται ακόμα; Η κατάσταση είναι γνωστή σε όλους-όποιος παίζει με σημαδεμένη τράπουλα δεν εξάπτεται.
Στο ίδιο, μας ανακοινώνει ο αρχηγός της αθηναϊκής δημοκρατίας ότι οι αθηναίοι "αγαπούν" την θεωρητική σκέψη, αγαπούν δηλαδή να φιλοσοφούν.
Ας σταθούμε λίγο εδώ για να δούμε τη φιλοσοφία των αθηναίων.

Πολλές φιλοσοφικές σχολές θα βρούμε στην Αθήνα του Περικλή. Είτε σαν δημιουργήματα των γηγενών, είτε σαν διδασκαλίες ξενόφερτων ελλήνων φιλοσόφων.
Είναι γνωστό σε όλους ότι η φιλοσοφία στην Αθήνα ανθούσε. Και τόσο ώστε να λέγεται ότι η μετά τον Πλάτωνα φιλοσοφία δεν είναι παρά σχόλια στην φιλοσοφία εκείνου.
Και δεν είμαι ο ειδικός ώστε να κρίνω σχετικά.
Αυτό που όμως, με όλη μου την εκτίμηση στους φιλοσόφους και στην φιλοσοφία από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και σημερα, μπορώ να δω, είναι ότι κάθε φιλόσοφος λέει τα δικά του, ώσπου καθένας τους να βρεθεί μπροστά στον τοίχο που πίσω του βρίσκεται η Αλήθεια, το Όντως Όν, το Είναι. Εκεί σταματάει η κάθε φιλοσοφία. Σταματάει δηλαδή μπροστά στην πόρτα που κρύβει  την Αλήθεια. Την Αλήθεια που δεν την έχει βρει μέχρι σήμερα η φιλοσοφία. Με άλλα λόγια η φιλοσοφία είναι ακόμα φιλοσοφία και δεν έχει γίνει σοφία. Πράγμα άχρηστο έως και επικίνδυνο.
Και βέβαια όλα αυτά είναι μεγάλα επιτεύγματα της σκέψης. Όμως ικανά μόνον για να πουν στους ανθρώπους ότι μπορούν και σκέφτονται.
Το χειρότερο όμως είναι ότι από αυτές τις μεγάλες φιλοσοφίες των παλιών μεγάλων ελληνικών φιλοσόφων, επέζησαν εκείνες που υπηρετούσαν και που μέχρι και σήμερα υπηρετούν την πλουτοκρατία. Οι άλλες εξαφανίστηκαν από άμεσα χτυπήματα της τότε εποχής-η διδασκαλία τους δεν "διαφημιζόταν", τα βιβλία τους δεν προωθούνταν, οι ιδέες τους δεν εφαρμόζονταν.
Τρανό παράδειγμα γι αυτό, είναι ότι ο Πλάτωνας μάζεψε και ετοιμαζόταν να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα. Εμποδίστηκε να το κάνει από τους πυθαγορικούς Αμύκλα και Κλεινία, που του είπανε πως δεν θα πετύχαινε σπουδαία πράγματα με την πράξη του αυτήνε, μιας και τα βιβλία του Δημόκριτου κυκλοφορούσαν και εκτός Αθηνών.
Αλήθεια όλα τα έχουν όχι μόνον πει, αλλά και όλα τα έχουν κάνει πρώτοι οι αρχαίοι Αθηναίοι. Ο Χίτλερ δεν ήτανε ο πρώτος όταν έκαιγε τα βιβλία των εβραίων.
Τι ωραία Δημοκρατία!

Άλλα παραδείγματα δημοκρατίας: ο Σωκράτης καταδικάστηκε να πιει το κώνειο γιατί "εισήγαγε καινά δαιμόνια".  
Τι ωραία δημοκρατία!
Ο Αναξαγόρας πάλι, όταν ήρθε να διδάξει στην Αθήνα, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δίδασκε ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μια διάπυρη μάζα (της οποίας μάλιστα ο μεγάλος αυτός προσωκρατικός προσδιόριζε το μέγεθος ίσο με εκείνο της Πελοποννήσου)
Τι ωραία δημοκρατία!
Σώθηκε από τον θάνατο γιατί φυγαδεύτηκα από τον Περικλή που ήτανε προσωπικός του φίλος.
Πώς άραγε δικαιολογείται ο αρχηγός μιας Δημοκρατίας να καταπατά τους νόμους που ο ίδιος όρισε;
Τι ωραία Δημοκρατία!

Εδώ έχουμε πια την απόδειξη για το πόσο οι αθηναίοι ήσαν ανοιχτοί σε «επιστημονικές» ανακαλύψεις ή ιδέες.
Καταδίκασαν τον Αναξαγόρα σε θάνατο, όπως οι Παπικοί θα καταδικάσουν αργότερα σε θάνατο όποιον έφερε νέες ιδέες ή πρόσφερε νέες ανακαλύψεις στην κοινωνία. Πολλοί κάηκαν στην πυρά τον μεσαίωνα. Ο Γαλιλαίος ομολόγησε πως «δεν γυρίζει» για να σώσει το κεφάλι του. Η Υπατία, στην Αλεξάνδρεια, δεν καταδέχτηκε να δηλώσει υποταγή και διαμελίστηκε από τους χριστιανούς.
Φαίνεται ότι αυτοί που έκαιγαν τα φωτεινά μυαλά αιώνες μετά τους Αθηναίους, το διδάχτηκαν από την δημοκρατική Αθήνα του Περικλή.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ο Αριστείδης εξορίστηκε γιατί ήταν δίκαιος. Πώς άραγε ένας δίκαιος εξορίζεται από μια δημοκρατική πολιτεία, αυτό δεν μας το εξηγεί κανείς από τους υμνητές της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Όμως, και εδώ: τι ωραία δημοκρατία!

Και μιας και το έφερε η κουβέντα, ας πούμε πως ούτε η Μαφία είναι εφεύρημα των ιταλών. Γιατί στην Αθήνα κυκλοφορούσαν  ελεύθερα οι καλούμενοι "συκοφάντες", οι οποίοι έπαιρναν χρήματα από πολίτες για να μην τους συκοφαντήσουν στέλνοντάς τους στα δικαστήρια για κάτι που δεν είχαν κάνει! Και οι  πολίτες τα έδιναν τα χρήματα αυτά για τον λόγο που είπαμε πιο πάνω, ότι δηλαδή τα δικαστήρια, που θα έδειχναν ίσως πως αυτοί δεν έκαναν την πράξη για την οποία κατηγορούνται, ήθελαν τόσο πολλά λεφτά για τους ρήτορες, που ήτανε συμφερότερο γι αυτούς να πληρώσουν τον συκοφάντη πριν εκείνος τους …συκοφαντήσει.  
Τι ωραία δημοκρατία!

Βλέπουμε και από αυτά πόσο δημοκρατία ήτανε η δημοκρατία της Αθήνας, πόσο αγγελική ήταν η αθηναϊκή κοινωνία και τέλος πόσο δικαιοσύνη ήταν η δικαιοσύνη της.
Έτσι επικράτησαν οι συντηρητικές φιλοσοφίες και κύρια η φιλοσοφία της πλουτοκρατίας-του Πλάτωνα, η οποία στήριξε τους ισχυρούς κάθε εποχής, μιας και, επειδή βοηθούσε τους Αθηναίους στην καταδυνάστευση των αδύναμων, την υιοθέτησαν και οι επόμενοι σαν την κυρίαρχη και αλάθητη φιλοσοφία.

Και η μετέπειτα και σημερινή Δύση-όπως η ίδια λέει- υιοθέτησε τα της αθηναϊκής δημοκρατίας διδάγματα και ακολούθησε τις φιλοσοφικές επιταγές του Πλάτωνα, ενός καλοζωισμένου αριστοκράτη, για να φτάσει σήμερα στα χάλια που έχει.

Πιο κάτω βλέπουμε ότι πιθανόν ο Πανάγαθος (ο Θεός των Χριστιανών), όταν έφτιαξε τους αγγέλους, άφησε μερικούς παράμερα για να τους στείλει στην αρχαία Αθήνα όταν θα εμφανιζόταν ο Περικλής, για να έχει αυτός αγγελικούς υπηκόους. Αλλιώς δεν εξηγείται η ομοιότητα των αγγέλων, με των αθηναίων όπως μας την παρουσιάζει στον Επιτάφιο ο Περικλής: «Και στην καλή διάθεση απέναντι στους άλλους δεν έχουμε την ίδια γνώμη με τον πολύ κόσμο…» (αλίμονο, δεν θα διέφεραν και εδώ από τους άλλους προς το καλύτερο-όπως και στα άλλα;)  
Ακόμα: «…Τους φίλους μας ζητούμε να τους κερδίσουμε με το να κάνουμε εμείς καλό, όχι οι άλλοι σε μας. Κι είναι πιο σίγουρος εκείνος που κάνει το καλό ότι θα κοιτάξει τη χάρη που του χρωστούν να την κρατήσει με τη συμπάθεια που θα δείχνει σ’ αυτόν που ωφέλησε."
Όλοι ξέρουν το καλό που οι αθηναίοι έκαναν στους συμμάχους τους, όπως στην Μήλο για παράδειγμα, και ακόμα περισσότερο πόση "συμπάθεια" έδειχναν σ' αυτούς, προκειμένου να κρατήσουν τη "χάρη" που οι σύμμαχοι αυτοί τους χρωστούσαν...
Ωραία δημοκρατία!

Αλλά στο ίδιο-στο 40-1-, βρίσκεται και η πεμπτουσία του παραληρήματος του Περικλή-βρίσκεται το ζουμί όλης της υπόθεσης του ανθρώπινου δράματος, βρίσκεται δηλαδή συμπυκνωμένο το ευαγγέλιο των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών του ανθρώπου από τους εκάστοτε κρατούντες.

Διαβάζουμε λοιπόν (τα κεφαλαία γράμματα είναι δικά μου): «ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΕΧΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ.  ΠΙΟ ΝΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΦΥΓΕΙ.»
Μ' άλλα λόγια: ΔΟΥΛΕΨΤΕ ΣΚΛΑΒΟΙ. Και μη φοβόσαστε, δεν πρόκειται να σας κατηγορήσουμε επειδή δεν έχετε λεφτά (διότι εμείς τα έχουμε όλα), όμως α, ούτε και θα σας ανεχτούμε τεμπέληδες (γιατί τότε ποιος θα συντηρεί και θα μεγαλώνει τον πλούτο ημών-των πλουσίων;)

«Αρχή ενός ανδρός» χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Θουκυδίδη η Περίκλεια Διακυβέρνηση της Αθήνας, δίνοντας την σωστή εξήγηση στα αναγραφόμενα από τον ίδιο στον «Επιτάφιο».: «…ἐγίγνετό τε λόγῳ μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή.»
Τι ωραία δημοκρατία!
Η θεωρία για το δίκαιο του ισχυρότερου σε πλήρη άνθιση και καρποφορία. Ή ζούγκλα σε ολόκληρη τη μεγαλοπρέπειά της-ιδού η δημοκρατία της Αθήνας του Περικλή.

"Η πόλη μας είναι το σχολείο της Ελλάδας", επαιρόμενος λέει ο Περικλής.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, δυστυχώς για τον άνθρωπο, η Αθήνα υπήρξε και το σχολείο για τη Δύση, γι αυτό και η Δύση έχει τα χάλια που έχει.
Ίσως όμως έτσι το παρατραβάμε το πράγμα. Και θα ήταν καλλίτερα να λέγαμε ότι από υπάρξεως του ανθρώπου τέτοιες ήταν όλες οι κοινωνίες που αυτός έφτιαξε-ότι η φύση του ανθρώπου είναι που πάντοτε τον οδηγεί να φτιάχνει τέτοιες κοινωνίες. Και όλη την εξύμνηση και όλη την καταδίκη να την «λούζεται» ο Περικλής επειδή ο Θουκυδίδης το θέλησε, γράφοντας αυτό τον λόγο.

Ακόμα μπορούμε να διαβάσουμε στον λόγο του Περικλή:
"Η πόλη μας είναι η μόνη από τις τωρινές, που ούτε στον εχθρό, που ήρθε να τη χτυπήσει, δίνει να θυμώσει, από τι ανθρώπους κακοπαθεί, ούτε στον υπήκοο να παραπονεθεί ότι τον εξουσιάζουν ανάξιοι"
Ακόμα: "Και μόνον εμείς κάνουμε άφοβα το καλό στον ένα και στον άλλο, πιο πολύ γιατί έχουμε την πίστη πως είμαστε άνθρωποι ελεύθεροι, παρά γιατί λογαριάζουμε το συμφέρον μας".
Ναζωραίε, τώρα το ξέρουμε: το βάθρο της διδασκαλίας σου (το "αγαπάτε αλλήλους"), το έκλεψες από τον Περικλή!

Στο 41-5 το συμπέρασμα: για μια τέτοια πόλη αξίζει να πεθαίνει κανείς, όπως πέθαναν και αυτοί που σήμερα εδώ τιμούνται. Αλλά αξίζει να πεθάνουν κι άλλοι για χάρη της.
Και αυτό είναι το ρεζουμέ του όλου λόγου του Περικλή.
Άλλωστε γι αυτό το συμπέρασμα εκφωνήθηκε και ο λόγος ολόκληρος: για να προετοιμάσει τους αθηναίους ότι θα σκοτωθούν πολλοί ακόμα σ’ αυτό τον πόλεμο.

Στη συνέχεια βλέπουμε τον Περικλή, σαν παντοδύναμος που είναι, να δίνει άφεση όλων των αμαρτιών εκείνων που έπεσαν για την πατρίδα. Λέει ότι και αν ακόμα κάποιος από αυτούς που έπεσαν υπέρ πατρίδος ήτανε "κάπως κακός" («κάπως κακός» γιατί ποιος αθηναίος θα μπορούσε να είναι πολύ κακός;)-όταν λοιπόν αυτός ο κάπως κακός, πέθαινε πολεμώντας, διαγράφονταν όλες του οι αδικίες.

Ακόμα ομολογεί ο Περικλής πως ο πόθος των φτωχών Αθηναίων ήτανε να γίνουν μια μέρα πλούσιοι, και μάλιστα ότι ο πλούτος ήτανε σκοπός ζωής, ώστε να θεωρείται πως η θυσία του πόθου αυτού, (που συνίστατο στον θάνατο για την πατρίδα), εθεωρείτο και το μέτρο της αγάπης του φτωχού για την πατρίδα(!)

Αλλά στο ίδιο μαθαίνουμε ότι τόσο οι αθηναίοι ήσαν άσχετοι προς τον φόβο, ώστε πεθαίνοντας γλίτωναν όχι από τον φόβο (που ποτέ δεν θα μπορούσαν, σαν Αθηναίοι  να νιώσουν), αλλά από την ιδέα ότι θα μπορούσαν να φοβηθούν(!)

Στο 43 φτάνει ακόμα ο Περικλής, για να ερεθίσει τη φτιαχτή φιλοπατρία των αθηναίων, να χρησιμοποιήσει ακόμα και το ερωτικό αίσθημά τους. Τους υποδείχνει ν' αγαπήσουν την πατρίδα σαν ερωμένη.
Το Άσμα Ασμάτων, οι ύμνοι για την Παναγία και ο Νυμφίος που έρχεται εν τω μέσω της νυκτός μάς έρχονται στο νου μέσα από τα πονηρά επιχειρήματα του Περικλή στην προσπάθειά του να κρατήσει τα κεκτημένα.

Στο 44 μαθαίνουμε από το στόμα του Περικλή ότι ευτυχία είναι να πεθαίνει ο αγαπημένος των αθηναϊκών σπιτιών για την πατρίδα και όσοι έμειναν ζωντανοί να τον θρηνούν!.. Πόσο ο Περικλής αλήθεια δεν διστάζει να πατάει πραγματικά επί πτωμάτων, για να διατηρήσει αλλά και να αυξήσει τον πλούτο, και τον δικό του, αλλά και της παρέας που τον στήριζε…
(Συμπληρώνει, ευτυχώς, πως του είναι δύσκολο να κάνει τους ακροατές του να το πιστέψουν αυτό. Μπράβο του!)

Επίσης, στο ίδιο, έρχεται η προτροπή-εντολή για την μεγάλη ανάγκη: την τεκνοποίηση από όλους-και από αυτούς που έχασαν τα παιδιά τους σ' αυτό τον πόλεμο!-για να πεθάνουν και τα παιδιά αυτά σε κάποιον άλλο πόλεμο!

Τι αισθήματα και ιδέες πρέπει αλήθεια να έχει ο Περικλής ώστε πριν θαφτούν τα παιδιά τους εκείνα, αυτός, μιλώντας ακριβώς σε εκείνους που έχασαν τα παιδιά τους στον πόλεμο, να τους ζητάει κι άλλα-για να πεθάνουν και κείνα σε πόλεμο! Και δεν πρόκειται μόνον για απαίτηση. Τους προειδοποιεί και τους απειλεί μαζί, υπενθυμίζοντάς τους ότι «όποιος δεν έχει παιδιά, δεν θα έχει λόγο στα κοινά…»!
Απευθύνεται όμως και στα γερατειά ο αρχηγός της αθηναϊκής ηγεμονίας. Και τι τους λέει; «Ζήστε όσο ζήστε τρώγοντας τιμή. Γιατί λεφτά μην περιμένετε αφού πια δεν μπορείτε να δουλέψετε ή να πολεμήσετε. Γιατί, να ξέρετε, "χαρά δεν είναι να κερδίζει κανείς χρήματα, είναι να τον τιμούν"!...»
Η ελληνική γλώσσα, με τη συνέχειά της μας δίνει καμιά φορά χειροπιαστή την ποταπότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς των αρχηγών κρατών, που χρησιμοποιούν τις ίδιες ακριβώς λέξεις για να παραπλανήσουν και να ληστέψουν τους λαούς που κάθε φορά τους ακούνε-κάτι έχουν να πουν γι αυτό τα «τιμημένα γερατειά» της πατρίδας μας…

Στο 45 πιάνει τώρα και τα παιδιά και τους αδερφούς όσων κείνται νεκροί μπροστά στα μάτια όλων εκεί. Τους θυμίζει-μη τύχει και κανένας το ξεχάσει-πως κι εκείνοι, όταν έρθει ή ώρα, πρέπει κι αυτοί να πεθάνουν-είχε δα πολλά χρόνια ακόμα ο πόλεμος εκείνος για να τελειώσει..

Και τελειώνει ο δημοκράτης Περικλής με τις γυναίκες που έμειναν δίχως άντρα, λέγοντάς τους αυτό που ήδη ξέρουν, ότι δηλαδή πρέπει να είναι φρόνιμες γιατί έτσι θα έχουν δόξα.
Δόξα σε όλο το συγγενολόϊ. Να! ένα μεγάλο καλό του πολέμου-μοιράζει τόσο απλόχερα τη δόξα!

Βέβαια ο λόγος αυτός ποτέ δεν εκφωνήθηκε. Ο  Θουκυδίδης ήθελε να δώσει το παράδειγμα ενός τέλειου κράτους -πόλης με το λόγο του αυτόν. Είπε δηλαδή ένα παραμύθι. Μ' αυτό συμφωνούμε, ένα παραμύθι πιο πάνω είτε πιο κάτω δεν βλάφτει. Βλάφτει όμως και πολύ μάλιστα, να παίρνουν στα σοβαρά μερικοί το "μεγαλείο" της Αθήνας, και να το προβάλουν για παράδειγμα προς μίμηση κάποιας δήθεν δημοκρατικής, δήθεν ελεύθερης, δήθεν δίκαιης πολιτείας.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

 Από τους «ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ»
Της Αμερικής

ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΓΙΑΝΝΗ

Φίλε Γιάννη! Φίλε Γιάννη!
πού το ρέμα τάχα βγάνει;
πού μας πάει η ζωή
με την τόση της ορμή;

Ή με ήλιο η με αέρα
τρέχουμε όλη την ημέρα-
όλη μέρα στη δουλειά
και τα βάσανα ζαλιά.

Τo πρωί όταν ξυπνούμε
πρέπει κιόλας να βιαστούμε-
σηκωθήκαμε αργά
και η ώρα προχωρά.

Ξούρα, ντους, ντύσιμο, μάσα
δίχως ρέγουλο κι ανάσα.
Και ορμάμε βιαστικοί
και σκορπάμε εδώ κι εκεί.

Και σπαρίλας του θανάτου
πάει καθένας στη δουλειά του.
και τ’ ωράριο αρχινά
να τελειώσει που ξεχνά.

Ο πελάτης να γκρινιάζει
ν’ απαιτεί και να φωνάζει
και πιο κει σα μυστικός
χωροφύλακας ο boss.

Ο καθένας το δικό του
το μακρύ και το κοντό του
και μιλάν όλοι μαζί
και βοά το μαγαζί.

Κι όλο κάτι πάντα βγαίνει
και στη μύτη μας μάς μπαίνει-
μια εκείνο και μια αυτό
δε στεκόμαστε λεφτό.

Κι αν γεμάτη θέμε τσέπη
Σ’ όλους "yes" να λέμε πρέπει
κι είδος σπάνιο το κοινό
εκατάντησε το "no".

Κι αποσταίνει το δολάριο
και τελειώνει το ωράριο
και το κάρο καβαλάς
και στο σπίτι πλέον πας.

Κι όπως συ κανείς αν λάχει
λογική γυναίκα να ’χει,
τότε θα ξεκουραστεί
σα στο σπίτι του βρεθεί.

Μα οι κακόμοιροι οι άλλοι
και στο σπίτι το ίδιο χάλι:
ο αιώνιος πελάτης-
η γυναίκα- το χαβά της.

Μα και γκρίνια να μην έχεις,
και στο σπίτι πάλι τρέχεις.
Είναι του σπιτιού οι δουλειές
κι αναγκαίες και πολλές.

Να! εχάλασε η βρύση,
Να! το τζάμι έχει ραϊσει,
Να! εγδάρθηκε ο σοβάς
και καιρός ούτε να φας.

Και με το ’να και με τ’ άλλο
ή μικρό είτε μεγάλο
κάθε μέρα ξεψυχά
σα δελφίνι στα ρηχά.

Και απ’ όλες τις ημέρες-
κάθε μια και δυο φοβέρες-
σαν εικόνα ελκυστική
μένει μόνο η Κυριακή.

Οι νεκροί έξω απ' την κάσσα!
Επιτέλους! Μία ανάσα!
Δεν μπορεί, όσο να πεις
κάπως θα ξεκουραστείς.

Μα κανείς προτού να κάτσει
πρέπει κάτι να κοιτάξει...
δύο μοναχά λεφτά...
έτσι...να...στα πεταχτά...

Να! Θα πρέπει να κουρέψει
το γρασίδι που 'χει αγριέψει
και τα δέντρα εκειδά
να κλαδέψει χαμηλά.

Την κουζίνα ν' ασβεστώσει
που οι καπνοί έχουν λερώσει
τη λαβή του καναπέ
να γυαλίσει και απέ...

Απέ χάραγμα το κλήμα.
Και τα λάχανα-τι κρίμα-
δεν εκάναν προκοπή,
λίγο θέλουνε φουσκί.

Και την πόρτα να στεριώσει
που ’χει εσχάτως χαλαρώσει
(βλέπεις αν δεν προσεχτεί
το τσαρδί θα ρημαχτεί...)

Ε! Αφού αυτά θα κάμει
κι έχει πλέον αποκάμει
όση μέρα μένει πια
του ανήκει οριστικά.

Α! Δουλειές και φασαρίες...
Μήπως στέκουμε κι αργίες;
Σα στη λεμονιά οι ανθοί
όλο κάτι θα βρεθεί.

Από το πρωί ως το βράδυ
ακλουθάμε το κοπάδι.
Κι απ' το βράδυ ως την αυγή
εφιάλτης η σφαγή.

Μακριά από την πατρίδα
(δέκα χρόνια δεν την είδα)
μακριά απ’ τα ιερά
βράχια, χώματα, νερά.

Φίλε Γιάννη! Φίλε Γιάννη!
Πού το ρέμα τάχα βγάνει;
πού μας πάει η ζωή
με την τόση της ορμή;



SARAH ANN
(Στην Τζούντυ, τσέκερ στο Χιουζ Μάρκετ, για τη νιογέννητη κορούλα της Σάρα-Αν)

Όταν κάνεις σε μια μάχη συνεχείς υποχωρήσεις
τι καλά είναι να βλέπεις ότι έρχονται ενισχύσεις...
Kαι τι κέρδος στον αγώνα των ανθρώπων με τα κτήνη
κατά μιαν έστω μονάδα η ανθρωπιά τους ν' αβγατήνει...

Έτσι τώρα όπου ανθρώποι και ψυχές όπου ανθίζουν
τη Sarah Ann όλες κοιτάζουν κι όλοι αυτήν καλωσορίζουν.
Κι είσαι συ που έχεις Τζούντυ τον στρατιώτη αυτόν χαρίσει
στους ανθρώπους-συ την έχεις λίγες μέρες πριν γεννήσει..

Και αφού απ' το δεντρί σου η Sarah Ann είναι κλωνάρι
φυσικό είναι τους χυμούς σου και τα δώρα σου να πάρει.
Και τι όμορφο που είναι! Τι γλυκούλι στρατιωτάκι!
Πρώτη της φορά η Φύση τέτοιο έφτιαξε μωράκι.

Τι χειλάκια τρυφερούλια-σαν ανθένια πεταλάκια
τι ματάκια λαμπερούλια-σαν μικρά δυο αστεράκια.
Τι ροδοπλασμένα αυτάκια! τι μυτούλα ζαχαρένια!
τι χεράκια! τι λαιμάκια! Και στην όψη τι ευγένεια!

Και τι έκφραση εξυπνούλα και τι γλύκα που μεθάει
το μικρούλι προσωπάκι σ' όσους το θωρούν σκορπάει..
Α! Και όταν το μωρό σου λίγο Τζούντυ μεγαλώσει
τι καρδούλες που θα κάψει τι καρδούλες που θα λιώσει..

Μα κι αχτίδες καλοσύνης κι ανθρωπιάς και ήθους μύρα
όπου πάει κι όπου γυρίζει θα σκορπάει εναγύρα.
Αλλά Τζούντυ, μέχρι τότε φρόντιζε και πρόσεχέ το
κι όπως κάνεις μέχρι τώρα σαν το φως σου φύλαγέ το.

Α! Και κάτι άλλο ακόμα: τις ωραίες όταν μέρες
για βολτούλα τηνε βγάζεις σαν' τις άλλες τις μητέρες
κάθε μια σας τ' όνομά της (έτσι μου 'ρθε μια σκέψη)
να 'χει πάνω της γραμμένο μη κανείς και σας μπερδέψει…



ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑΤΑ
(Στον καινούργιο ιερέα της Αγίας
Σοφίας του Λος Άντζελες,
όπου κάθε Πέμπτη απόγεμα
ερμήνευα τη Γραφή στους πιστούς)

Καλώς ήρθατε καινούργιε μας ιερέα
Στου Λος Αντζελες την πρώτη εκκλησά.
Να περάστε σας ευχόμαστε ωραία-
Πάντα πρίμος ο αέρας να φυσά.

Στο Χριστό που λίγες μέρες πριν ανέστη
Προσευχόμαστε καλά να σάς κρατά.
Απ’ το κρύο να σάς φυλάει κι απ’ τη ζέστη
Κι όλα υπέρ για σάς τα κάνει τα κατά.

Από σάς προσμένουμε όμως και μεις κάτι:
Η ιδέα που το ράσο πυρπολεί
Στων πιστών να λάμψει τ’ άφωτο το μάτι
Και ν’ αγνίσει την ψυχή τους τη θολή.

Και η σύναξη της Πέμπτης μας ετούτη,
Το Σκολειό μάλλον ετούτο το Κρυφό,
Μ’ όσα μέσα Του μεγάλα κλείνει πλούτη
"Καλώς ήρθατε" σάς εύχεται κι  αυτό.   
                               -----

 ΖΩΕΣ

Ένας Αρειανός
γυρνάει στον Άρη από τη Γη
μετά την πρώτη εκεί επίσκεψή του.
Πλήθη λαού
και δημοσιογράφοι  Αρειανοί τόνε κυκλώνουν
να μάθουν τα της Γης αδημονώντας.

Και κείνος: "Τα πράγματα είναι όπως ακριβώς τα περιμέναμε.
Τίποτα καινούργιο. Μόνο θάλασσες, δάση, ψάρια, και άνθρωποι, και κτίρια, κι αυτοκίνητα…
Από ζωή ούτε ίχνος!"

 ΟΙ ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ

Μηχανές παλεύουμε με ζήλο να φτιάξουμε
-και φτιάχνουμε-που μ' αυτές από μακριά
ένας τον άλλονε ακούμε.
Και ακούραστα δουλεύουμε και φτιάχνουμε οθόνες,
για να βλεπόμαστε άνθρωπος μ' άνθρωπο από μακριά.

Κι όποιος μας βλέπει έτσι αεικίνητους,
ζωηρούς απ' αυτό πολύ μας λέει.

Κι ενώ για τη ζωντάνια μας χαιρόμαστε
και τραγουδάκια ταιριαστά με τη δουλειά μας λέμε,
την ίδια ώρα κάποια ορχήστρα μέσα μας  
νεκρώσιμα εμβατήρια όλο εκτελεί για μας,
που νεκροί είμαστε και βρυκολακιασμένοι
και στον τάφο μας μέσα περπατάμε
και μαστορεύουμε.

 Η ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΨΗ

Η Έμιλυ μου έπιασε  το χέρι. «Πάμε να φυτέψουμε δέντρα» μου είπε.
Χάρηκα. Τα δέντρα μας δίνουν οξυγόνο.
Κοντά μας ήταν ένα παρτέρι με πρασινάδα.
Η Έμιλυ κρατούσε στο χέρι της  ένα μπουκάλι με νερό, και σπόρους από τα δέντρα της πλατείας.
Με οδήγησε ως στην πρασινάδα.
Άπλωσε το πόδι της  και με το πίσω μέρος του παπουτσιού  της έσκαψε λίγο το χορτάρι ώσπου φανερώθηκε  το χώμα.
 «Βλέπεις;», μου λέει. «Τώρα θα φυτέψω το δέντρο.»
Έβαλε μέσα στο σκαμμένο έδαφος έναν από τους σπόρους που κρατούσε.
«Τώρα λίγο νερό», είπε.
Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε λίγο νερό πάνω στον σπόρο. Ύστερα μάζεψε από κάτω ένα μισοσαπισμένο φύλλο από τα πολλά που ήσαν πεσμένα γύρω, και σκέπασε τον σπόρο με προσοχή.
«Τώρα πρέπει να τον πατήσουμε λίγο» μου είπε. Άπλωσε το πόδι της και πάτησε ελαφρά πάνω στο  φύλλο.
«Εντάξει» είπε, «τώρα ένα άλλο δεντράκι.»
Ένα βήμα πιο πέρα, άνοιξε μιαν άλλη γουβίτσα.
«Βλέπε», μου λέει, «πώς θα το κάνω.»
Έβαλε τον σπόρο στο πώμα του μπουκαλιού, και έβαλε το πώμα στην χωμάτινη επιφάνεια που είχε με την φτέρνα της φτιάξει. Ύστερα έριξε λίγο νερό μέσα στο καπάκι. Πήρε πάλι ένα φύλλο και το έβαλε πάνω στο πώμα με τον σπόρο και το νερό, πατώντας το μετά ελαφρά.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, «Τώρα κάνε το κι εσύ», μου είπε, και μου έδωσε έναν σπόρο και το μπουκάλι με το νερό.
Έσκαψα λίγο με την φτέρνα μου ώσπου φάνηκε το χώμα.
Την κοίταξα.
Μου είπε «Βάλε τον σπόρο».
Έβαλα τον σπόρο, πήρα ένα φύλλο από κάτω και πήγα να το βάλω πάνω από τον σπόρο.
«Όχι! Ξέχασες το νεράκι! Αν δεν έχει νεράκι το δέντρο, δεν μεγαλώνει …»
Έριξα λίγο νερό πάνω από τον σπόρο.
«Τώρα βάλε το φύλλο!», μου είπε, τονίζοντας το «τώρα».
Έβαλα το φύλλο, και πάτησα ελαφρά πάνω του.
«Έτσι μπράβο!» μου είπε. «Εντάξει, τα φυτέψαμε τα δέντρα μας!»
Με πήρε πάλι από το χέρι και προχωρήσαμε έτσι μέχρι την μητέρα της  που στεκόταν βλέποντάς μας λίγα μέτρα μακριά.
Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, πήγα και είδα τα δέντρα που είχαμε φυτέψει.
Οι σπόροι είχαν βλαστήσει.
Ένα κύμα ευτυχίας με κυρίεψε. Τρία δέντρα σε μια εποχή που τα δέντρα είναι τόσο πολύτιμα!
Την Τρίτη, τα δέντρα είχαν φτάσει σε ύψος δέκα εκατοστών!
Αύριο Τετάρτη, θα πάω να πω της Έμιλυ ότι τα δέντρα μας άρχισαν να μεγαλώνουν.
Μόνο δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να μπω στο Νηπιαγωγείο.
Αν όχι, θα τήνε δω την Τετάρτη το απόγευμα στις κούνιες, που την πηγαίνει η μαμά της για να παίξει εκεί μαζί με τα άλλα κοριτσάκια με τις κούκλες τους.

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

  ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Μετά από κάθε πλύσιμο
Πρέπει να βάλει στη σειρά και πάλι
Τα πράγματα που από το τρέμουλο της πλύσης
Ανακατεύτηκαν επάνω στο πλυντήριο-
Μπουκάλια, καλαθάκια, περιοδικά…

Συνηθισμένος είναι
Γιατί έτσι και μετά από κάθε τράνταγμα
Που τα χτυπήματα της ζωής του φέρνουν
Πρέπει στη θέση τους κάθε φορά να ξαναβάζει
Συνήθειες, πεποιθήσεις, συναισθήματα, ιδέες…

Δε γίνεται αλλιώς.
Κι ας ξέρει,
Κι ας το βλέπει,
Πως πριν καλά καλά την ταχτοποίηση τελειώσει
Έχουν αρχίσει άπλυτα καινούργια να σωρεύονται.

 ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό σεβόταν απόλυτα τήν ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νιαζόνταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του εσήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάπoιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, και ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί στό βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

  «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-το θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα ’χασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
                                     -----

 ΜΙΑ ΓΑΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Περπατώ στο πλακόστρωτο κομμάτι του πάρκου της πόλης. Βλέπω σε απόσταση εφτά μέτρων από τον χλοοτάπητα μία γάτα, που, ακίνητη, έχει στραμμένη την προσοχή της σε ένα σημείο της νότιας γωνίας του. Σταματώ την πορεία μου, που η νοητή ευθεία της διασταυρώνει την απόσταση από τη γάτα ως το σημείο που αυτή κοιτάζει, και στέκω ακίνητος με τη σειρά μου, παρατηρώντας την. Τι βλέπει; Ή τι ακούει;  Μένει σ’ αυτή τη στάση χωρίς ούτε ένα κοίταγμα αλλού. Περνάνε ένα ή δύο  λεφτά έτσι. Ύστερα, αρχίζει να κινείται σκυφτή και με αργά, αθόρυβα βήματα προς το χορτάρι, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από εκεί όπου πριν κοίταζε. Πλησιάζω τόσο, ίσα που να μη της αποσπάσω την προσοχή. Φτάνει στο πεζούλι που χωρίζει το πλακόστρωτο από τον χλοοτάπητα και τοποθετείται κάθετα προς το πεζούλι, με τα μπροστινά πόδια της επάνω του, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να έχει στρέψει το κεφάλι της ή το μάτι αλλού. Τώρα βλέπω καλά ότι η προσοχή της είναι στραμμένη σε ένα σημείο του χορταριού δέκα πέντε περίπου εκατοστά από εκεί όπου στέκεται. Μένει, παγωμένη λες, σ’ αυτή τη θέση-για πόσο δεν μπορώ να πω: είμαι τόσο συνεπαρμένος με αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μου, που νοιώθω μέρος της παράστασης, ώστε ούτε για μένα δεν υπάρχει ο χρόνος. Σε όλο αυτό το διάστημα η γάτα ρίχνει, αστραπιαία κάθε φορά, δυο φορές από μια ματιά προς εμένα, αρκετές γι αυτήν ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από μένα. Ύστερα από αυτό αισθάνομαι σαν να είμαι συνένοχος σε ό,τι ετοιμάζεται. Ξάφνου ανασηκώνεται στα πίσω πόδια, χωρίς να κινήσει το κεφάλι το κορμί της αιωρείται ελαφρά και αργά μια δεξιά μια αριστερά, ύστερα ανυψώνει το κορμί για να πάρει φόρα και πέφτει βαριά πάνω στο σημείο που τόσην ώρα παρατηρούσε, με τα μπροστινά πόδια δεξιά το ένα και αριστερά το άλλο από το που έβλεπε επίμαχο σημείο, ενώ φέρνει τη μουσούδα της προς τα κάτω, πάνω ακριβώς από αυτό, στη χλόη. Ένα δευτερόλεπτο μετά και χωρίς να κινήσει διόλου  το υπόλοιπο σώμα, σηκώνει τη μουσούδα της από εκεί, κινεί για ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου, ανεπαίσθητα, τα μάτια της δεξιά αριστερά και αποφασίζει και βάζει τα πόδια της εκεί όπου πριν είχε ακουμπήσει το μουσούδι της. Εκεί, τελείως απορροφημένη από αυτό που κάνει, κοιτάζοντας στο ίδιο πάντοτε σημείο και  χρησιμοποιώντας για εργαλεία πότε το ένα πόδι της και πότε το άλλο, σκάβει το χορταρένιο αφράτο χώμα ανακατεύοντας το πράσινο της χλόης με το μαύρο-γκρίζο του χώματος. Σταματάει το σκάψιμο, σηκώνει το κεφάλι, το κινεί  ελαφρά δεξιά αριστερά, παρακολουθώντας κάτι άγνωστο και αόρατο για μένα (μια κίνηση; έναν ήχο; μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής κάποιου;) και ξαφνικά το χώνει ακριβώς μέσα στην τρύπα που είχε μόλις πριν ανοίξει με τα πόδια της. Εκεί, κινώντας γρήγορα το κεφάλι δεξιά και αριστερά, μέσα στο χώμα, μένει τόσην ώρα, που θα μπορούσα στο διάστημα αυτό να έχω με την ησυχία μου πάει κοντά της και να ξαναγύριζα πάλι στη θέση μου. Κάποια αίσθησή της τής έλεγε ότι δεν κινδύνευε από τίποτε άραγε, ή δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή παρά η λεία της, ρισκάροντας τα πάντα γι αυτήν; Και να, μετά από χώσιμο της μουσούδας της όλο και πιο βαθιά στο χώμα, σκάβοντας και με αυτήν ίσως, και για τόσο χρονικό διάστημα που αναρωτήθηκα πώς μπορεί να αναπνέει εκεί μέσα τόσην ώρα, τέλος τη σηκώνει, κρατώντας όμως τώρα στο στόμα της ένα καταματωμένο ποντικάκι. Γύρισε αμέσως προς εμένα, σαν σε συνένοχο ή συνεργάτη, με κοίταξε καλά με το λάφυρό της στο στόμα, προχώρησε λίγα αργά βήματα απομακρυνόμενη από μένα, στάθηκε, ξαναγύρισε προς το μέρος μου κοιτάζοντάς με καλά καλά ίσα μέσα  στα μάτια, φως φανάρι γεμάτη περηφάνια για το κατόρθωμά της, αλλά ίσως και ευχαριστώντας με γα την διακριτική μου στάση απέναντι σ’ αυτήν και στην όλη διαδικασία. Της φώναξα ένα «μπράβο!» ενώ ταυτόχρονα έσφιξα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου το ένα με το άλλο. Τότε άρχισε να γευματίζει. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου αλλά και στη γάτα, να γράψω αυτό που είδα, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για την παράσταση που δόθηκε μπροστά στα μάτια μου, μια παράσταση που μου έδειξε πόσο πιο αξιόλογα πλάσματα από τον άνθρωπο υπάρχουν πάνω στη γη, και πόσο η επικοινωνία και η αλληλοκατανόηση ενός πλάσματος με άλλο, άλλου είδους, δεν είναι καθόλου αδύνατη.

   ΖΑΝΕΤ

ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.  
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός  όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)

ΑΝΤΑΜ
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ μέσα. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και για όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά  και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω.  Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μην διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Μέχρι τώρα, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Βγες από τον εαυτό σου Ζανέτ μου.  Ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας δουν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα πάντα ήθελα-το ξέρεις- να έκανα κάποιου είδους μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … στον έρωτα;..

ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις κάθε φορά είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι..
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο  φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.  
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι;  Κι όμως κάτι μου λείπει  Θε μου. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή.
(ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σε κείνο το νησάκι.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις.   Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
ΖΑΝΕΤ
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ  
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι, και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)  
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεούλη μου!
(την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά!  Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα!  Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπει να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα: Απατώ! Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο του είπα να έρθει πάλι του Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου….

ΑΥΛΑΙΑ

  ΣΤΟ ΓΟΡΙΛΛΑ
ΤΟΥ L.A. ZOO

Σύννους, μ' εμβρίθεια ως μ' εθώρεις
πήρα το βλέμμα μου μακριά-
όσα θωρώντας με μου ιστόρεις
μέσα στο πνεύμα μου βαθιά σπαθιά,

που ως απ' το χώμα προς το χώμα
;eρχoνταν μες στην αντηλιά
μου πελεκούσε τ' όρθιο σώμα
και μου σταμάταγε τη νια μιλιά.

Και στη σκληρή πάνω λεπίδα
η σχέση έλαμπε η σωστή:
μέσα στου κήπου την παγίδα
οι άνθρωποι είχαμε κλειστεί

και συ εμάς παρατηρούσες
κι όχι εσένα εγώ κι αυτοί.  
Και συ το ύφος μας μετρούσες
πρόγονε, απόγονε, συμπορευτή.

 ΤΟ ΚΕΡI

Θα πήγαινε ν’ ανάψει ένα κερί.
Το ύφος του θα διόρθωνε εις συντετριμμένον
με βήματα μικρά θα έμπαινε, διστακτικά
και με σκυφτό κεφάλι.
Θα έκανε μια κίνησιν φιλήματος
προς την εικόνα-
όμως χωρίς να ακουμπήσει στο γυαλί-
μετά δυο τρία βήματα οπίσω
κάνοντας ταυτοχρόνως το σημείον του σταυρού.

Ύστερα ήταν το κερί. Για να τ’ ανάψει
σήκωμα του κεφαλιού (να μην καούμε κιόλας)
στερέωσις του κεριού στο μανουάλι
κι υπόκλισις μετρία προς το ιερόν.
Σ’ αυτήν τη στάση πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα
με το σιαγόνι ν’ ακουμπά στο στέρνον
κι ύστερα έξοδος ως είχε μπει
αθορύβως.

Μα το κυριότερον είναι το πρόσωπο να κρύβονταν.

Α! Να! Θα πήγαινε την ώρα
που το σκοτάδι πέφτει λίγο λίγο
ενώ τα φώτα δεν ανάβουνε ακόμα.
Στο μισοσκόταδο
το πρόσωπο σχεδόν καθόλου δε θα φαίνονταν.

 ΜΕΝΤ
 ( Ιρανός φίλος στην Αμερική)

Μ’ άσπρο μανδύα και σαρίκι
και με χρυσό ένα σκουλαρίκι
ο Μεντ σερβίρει τους πελάτες
χάμπουργκερ τσίλι και πατάτες.

Τόσο μακριά από τη πατρίδα
χωρίς χαρά, χωρίς ελπίδα,
μία ζωή περνάει θλιμμένη
και μια θυμάται ευτυχισμένη.

Άραγε πόση πίκρα κρύβει
μες στις πατάτες που σερβίρει;
Ποιον ξεγελάει πόνο κρυφό του
το ευγενικό χαμόγελό του...

Σοφέ θεέ, όση κακία
κρύβεται μες στην ακακία
τόσο εντός σου κλείνεις μένος
για το ανθρώπινο το γένος.

Πόσο μισείς τα πλάσματά σου!
Σαν να μην ήτανε δικά σου,
το θείο χέρι σου απλώνεις
και κάθε μέρα τα σκοτώνεις.


ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Βγήκα για μια βόλτα.

 Όλα ίδια όπως πάντα.

Οι άντρες ανικανοποίητοι
με τις εμμονές τους,
οι νεαροί αλλόκοσμοι
με την έπαρσή τους,
οι ψυχοπαθείς κυρίες με τα σκυλάκια τους.  

Όλα ίδια όπως πάντα.





ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Κι αφού
οι ευρωπαίοι
εδιώξανε τους τούρκους απ’ τον τόπο,
κι έλληνες μας βαφτίσαν από κάποιους
που παλαιά ζούσαν εδώ,
μετά, έτσι έτοιμους, μας δώσαν μια κλωτσιά
και από τότε πια εμείς περήφανοι γυρνάμε.

Εκείνοι μας λαδώνουν κάθε τόσο,
τα σύνορά μας καθορίζουν,
τους ολυμπιακούς κάνουν αγώνες μας,
μας δίνουν όπλα και πηλίκια και στολές
και λέμε μεις "οι ένοπλες δυνάμεις μας",
λεφτά μας δίνουνε και λέμε μεις "η οικονομία μας".

Όμως κι εμείς από την άλλη τους δουλεύουμε πιστά:
τις κυβερνήσεις έχουμε που αυτοί μας λένε
οι εφημερίδες κι οι τηλεοράσεις μας
γράφουν και λένε ό,τι αυτοί διατάξουνε
κι ως για μπογιά, βάζουμε μπόλικη,
όταν σκυμμένοι τα παπούτσια τούς γυαλίζουμε.
Και πολύ τους διασκεδάζουμε
με έργα όπως «Ο Καραγκιόζης Πρωθυπουργός»,
 «Ετσι είναι αν έτσι νομίζουμε»,
«Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν».