Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

ΌΨΗ ΠΑΡΈΛΑΣΗΣ

ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΚΑΙ ΕΙΔΑ
ΜΙΑ ΓΕΛΟΙΑ ΚΙ ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ.
(η παρέλαση της 25 Μάρτη)

Παιδιά χαζά που δε γνωρίζουν
γιατί μαζί όλα βαδίζουν.
Πολιτικούς κλέφτες μεγάλους
που γλουγλουκίζουν σαν τους γάλους,

με οφ-σορ, με βίλλες, καταθέσεις,
μόνιμο λύγισμα της μέσης-
που τα σχοινιά τους για να ζούνε
από τις τράπεζες κρεμούνε.

Κι είδα λαό δυστυχισμένο:
Παιδεία γι αυτόνε κάτι ξένο
λαό με διόλου ευφυία-
λαό χωμένον στη βλακεία.

Κι είδα λαό που λιβανίζει
αυτόνε που τον βασανίζει
κι είδα λαό βουρκοθρεμμένον
και με τα ωραία όλα ξένον.

Λαό που οι δημοσιογράφοι
καθείς το δόλιο τονε γράφει,
λαό που είναι οι τράπεζές του
των υπουργών κι όχι δικές του.

Είδα λαό που να νομίζει
πως από δόξα πλημμυρίζει.
Πως κάποιο τάχα εικοσιένα
ήταν η μάνα που τον ’γέννα

και όχι οι ρωσοαγγλογάλοι
που ’χαν τον Τούρκο άχτι βάλει.
Λαός που κλέβει ένας τον άλλο
κι αυτό εξυπνάδα το βαφτίζει,

λαός που χαίρεται να βρίζει
και η ευγένεια τον βουρλίζει.
Λαός που ό,τι δει στις ΗΠΑ
το αντιγράφει δίχως τσίπα

και το «εκτελεί» στα πέντε μέτρα
πετώντας του ό,τι ξέρει: πέτρα.
Λαός στα κλέη βυθισμένος
προγόνων -δήθεν- ο καημένος…

ενώ μια είναι πανσπερμία
από Τουρκιά κι από Σλαβία.
Λαός που για το που όλο κλέβει
όλων των γύρω έχει τη χλεύη

μ’ αν κλέφτη τον ειπεί κανείς
γενιές περνιέται δεκατρείς.
Λαός που κάθε τι χυδαίο
το δείχνει στην τιβί για ωραίο

και που μ’ αισχρά μόνο γελάει
και μόνο αρλούμπες τραγουδάει.
Κι είδα λαό έναν σε κρίση
που ενώ ούτε σάλιο έχει να φτύσει,

σ’ όσους εδώ τον έχουν φέρει
μύρα και δώρα τους προσφέρει.
Αυτά τα μάτια μου εκοιτούσαν
καθώς τα νιάτα επερνούσαν

και παρελεύναν ένα-δύο
σαν τα μοσχάρια σε σφαγείο.

Πήγα στην παρέλαση και είδα
ένα βλακοχώρι-όχι πατρίδα.
-----

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

ΕΘΝΙΚΌΣ ΑΥΝΑΝΙΣΜΌΣ ΠΟΛΙΤΙΚΏΝ ΚΑΤΆ ΤΗΝ ΠΑΡΈΛΑΣΗ...

ΕΘΝΙΚΌΣ ΑΥΝΑΝΙΣΜΌΣ ΠΟΛΙΤΙΚΏΝ
ΚΑΤΆ ΤΗΝ ΠΑΡΈΛΑΣΙΝ
ΤΗΣ 25 ΜΆΡΤΗ 2012
ΕΝ ΑΘΉΝΑΙΣ (!)


Μόνοι τους παν στην εκκλησά
μόνοι τους προσκυνάνε
μόνοι τους στην παρέλαση
τα τμήματα κοιτάνε.

Αποκλεισμένοι από παντού
με σύρματα κι αμπάρες
παρέα με χωροφύλακες
με πίλους όλο κλάρες,

ο ένας τ’ άλλου τα «πολλά»
τα «χρόνια» ψευτολένε
για τη μονάξα τους αυτή
σίγουροι πως δε φταίνε…

…Μα ο λαός είναι αλλού
και η θερμή καρδιά του
χτυπάει δίπλα στ’ αγκαλιά
όπου κρατεί παιδιά του.

…Μα η πατρίδα είναι αλλού-
και τα καλά φορώντας
παρέα κάνει στο λαό
αντάμα του γλεντώντας.

…Και το κρεβάτι της χαράς
στρωμένο είναι για κείνους
όχι που τσέπη έχουν χοντρή
και που ψυχή έχουν κτήνους,

αλλά για της πατρίδας μας
τους άξιους ερωμένους
όπου μαζί της χαίρονται
γάμους ευτυχισμένους.

Ως για τα κτήνη, ξύλινη
δούλη πατρίδα φκιάνουν
και τις ορμές τους πάνω της
τις βδελυρές ξεσπάνουν.

ΜΉΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΆΝΝΟΣ

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ

(Μήτρος και Γιάννος βρίσκονται και τα δικά τους λένε
και οι ξυπνοί γελούν μ’ αυτούς και οι ανόητοι κλαίνε)


-Γιάννο μου ποιος μας έφερε στο χάλι μας αυτό;
-Φίλε μου Μήτρο μη μου πεις-δε σου ειν’ αυτό γνωστό;
-Μου είναι Γιάννο μου αλλά σίγουρος θέλω να ’μαι
πως είμαι όσο έξυπνος και συ-πως δεν κοιμάμαι.
-Πολλά γυρεύεις Μήτρο μου, αλλά θα σου ειπώ.
οι βουλευτές κι οι υπουργοί μας έφεραν εδώ.
-Αυτό κι εγώ Γιαννάκο μου πάντα είχα κατά νουν
μιας και αυτοί τα νήματα της χώρας μας κινούν.
Και δε μου λες Γιαννάκο μου, αυτοί που μας χαντάκωσαν
και χέρι μέτρα τρία μακρύ στις τσέπες μας που άπλωσαν
μπορούν αυτοί Γιαννάκο μου, οι ίδιοι, να μας σώσουν;
Απ’ τη φωτιά που άναψανε
και μέσα μας πετάξανε
είναι ποτέ τους μπορετό αυτοί να μας γλιτώσουν;
- Όχι βρε Μήτρο κουτεντέ, πώς τέτοιο κάτι εσκέφτηκες;
Εσύ ο τόσο έξυπνος πώς τόσο εμπαρδεύτηκες;
-Γιαννάκο μου δεν ξέρω αλλά, νομίζω με δουλεύεις.
Γιατί ενώ σα θα με δεις όλο με κοροϊδεύεις
και βλάκας και ηλίθιος πως είμαι μου φωνάζεις,
τώρα σκαλιά τουλάχιστον τέσσερα μ’ ανεβάζεις
έξυπνον με βαφτίζεις.
κι ελπίδες με γεμίζεις
πως απ’ το πλήθος των χαζών μπορεί να ξεστρατίσω
και εξυπνάδας κότινον κάποτε να κερδίσω.
-Μήτρο μου που έχεις μια καρδιά μεγάλη και χρυσή,
Κι αν είσαι βλαξ κι ηλίθιος διόλου δε φταις εσύ.
Η Φύση έτσι σ’ έφτιαξε γιατί έτσι έχει θελήσει-
και λόγο ποιος θα ζήταγε ποτέ από τη Φύση;-
Αλλά κι αν βλήτο ελάχαινε να ήσουνα ρε Μήτρο ,
το βλήτο θα ’τανε το πιο αγαπητό μου φύτρο.
Γιατί στον κόσμο μέσα αυτό γνωστόν είναι προδήλως
πως είσαι ο καλλίτερος ποτέ που είχα φίλος.
-Γιαννάκο μου απ’ της ψυχής σ’ ευχαριστώ τα βάθη
πόσο πολύ με αγαπάς που σήμερα έχω μάθει.
Αλλά και πάλι σε ρωτώ Γιαννάκο να μου πεις
καλό αν πρέπει απ’ αυτούς να καρτερεί κανείς.
-Και πάλι εγώ σου απαντώ αγαπητέ Μητρούση
-κι αυτό το ξέρουν κι οι φτωχοί, το ξέρουν και οι πλούσιοι-
πως δεν μπορούνε τίποτε καλό αυτοί να κάνουν
εκτός από ένα μοναχά: όλοι τους να πεθάνουν.
Γιαννάκο μου εξάπτεσαι κι άπρεπα λόγια λες.
Ακόμα κι αν μας έριξαν σε δυστυχίες πολλές
όχι και να πεθάνουνε. Μονάχα ο Θεός
τη ζήση και το θάνατο ορίζει καθενός.
-Καλά ρε Μήτρο, ας ζήσουνε. Μα λέγε παραπέρα
τι άλλο θα ‘θελες, γιατί φεύγει σε λίγο η μέρα.
-Να Γιάννο μου, αφού αυτοί κακό μπορούνε μόνο
υποψηφιότητα γιατί βάζουν κι αυτό το χρόνο;
-Για να μας κάνουνε κακό και να μας ξεψιλίσουν
με τα λεφτά μας μιαρές στέρνες για να γεμίσουν.
-Μπράβο! Κι εμείς Γιαννάκο μου γιατί να τους ψηφίσουμε;
-Γιατί ζητάμε πιο φτωχοί και δυστυχείς να ζήσουμε.
-Μαζοχιστές Γιαννάκο μου πως είμαστε θαρρείς;
-Όχι νομίζω: είμαστε! Μη Μήτρο μου απορείς.
Αλλιώς θα τους ψηφίζαμε
ή θα τους εξεσχίζαμε;
-Γιάννο μου παραφέρεσαι με δίκιο ή χωρίς.
Δεν είμαστε και άγριοι. Καλλίτερα ας πούμε
ευχής πως έργο θα ’τανε να μη πάλι εκλεγούνε.
-Και ποιοι θα βγαίναν Μήτρακα πάλι αφού αυτοί
οι ίδιοι ειν’ υποψήφιοι και τη φορά αυτή;
-Κανείς αν δεν τους ψήφιζε πάλι θα βγαίναν Γιάννο;
-Πατώντας θα εβγαίνανε στην ψήφο τους επάνω.
-Τι θα ’πρεπε Γιαννάκο μου να είχε γίνει λες;
-Να τους σκοτώναμε…μα συ ακούοντας τέτοια κλαις!
-Πάλι λοιπόν θα έχουμε τους ίδιους υπουργούς-
τους ίδιους διαπραγματευτές με τους τροϊκανούς;
-Πάλι και πάλι ώσπου εσύ να τους λυπάσαι πάψεις
και πριν σε θάψουνε αυτοί προλάβεις να τους θάψεις.

---

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

ΠΑΡΈΛΑΣΗ 25 ΜΆΡΤΗ 2012

!Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ ΠΑΡΕΛΑΎΝΕΙ
ΣΤΙΣ 25 ΜΆΡΤΗ 2012
(με κάγκελα και δίχως λαό)

Πού να πάω; Πού να γείρω;
Πώς να παρελάσω εγώ
που κοιτώντας ένα γύρω
όλο εμπόδια θα βρω;

Όπου πάω τα βήματά μου
κάγκελα στ’ αριστερά,
χωροφύλακες μπροστά μου
και σκοινιά στα δεξιά.

Έτσι πώς να περπατάω
σταθερά πώς να πατώ
που όλο «μη» κι «όχι» μετράω
όπου η δόλια κι αν βρεθώ;

Πώς παράστημα να δείξω
και λεβέντικο κορμί;
πώς το μέλλον ν’ ατενίσω;
πώς να πάω σ’ αυτό μ’ ορμή;

Και κοντά μου οι κυβερνήτες
που σ’ αυτό με φέραν χάλι
να κορδώνονται –οι αλήτες-
λες γι αυτό πως φταίνε άλλοι…

Αχ! Στρατιώτες! Νέοι! Παιδιά μου!
Τους επίσημους σκορπίστε
μακριά σας! Μακριά μου!
Για να ζήσω! Για να ζήστε!

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

ΧΊΤΛΕΡ-ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ ΒΊΟΙ ΠΑΝΆΘΛΙΟΙ

ΧΊΤΛΕΡ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ ΒΊΟΙ ΠΑΝΆΘΛΙΟΙ
(όταν ο Βενιζέλος …ζήτησε συγνώμη…)

Εγώ αυτόν τον Χίτλερ κουτόν τον θεωρώ
που σοβαρά επήρε τα εγκλήματα σωρό
κι ο ίδιος που είχε κάνει κι όλοι του οι στρατηγοί-
τόσα που αίμα όλη εβάφτηκε η γη.

Αν ζούσε ανάμεσό μας, όσων κι αν ήτο ετών,
μια μέρα που ενώπιον θα ομίλει ηγετών,
τρανό ένα συγνώμη θα έλεγε ευθαρσώς
κι ευθύς θα εγινόταν ως άζαξ καθαρός.

Πού είσαι καημένε Χίτλερ-πού είσαι να σωθείς-
πού είσαι του Βενιζέλου να γίνεις μαθητής
που ενώ την κοινωνία χάμου τήνε πατάει
δίχως ντροπή καμία, συγνώμη της ζητάει…
---

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΌς ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΌΣ ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ

Τη μηχανή του έβαλε μπροστά
και για εκλογές ολοταχώς τραβάει.
Τα κόλπα του αρχίζει τα γνωστά
φρένο και γκάζι αφήνει και πατάει…

Κι ενώ το δόλιο λαό έχει στραγγίξει
την ψήφο τού ζητάει να του ρίξει.
Κι ενώ έχει φέρει την καταστροφή
ζητάει να τον πάνε στην κορφή.

«Αλήθειες πρέπει», λέει, «να πούμε»
που ‘ναι τες όμως; γιατί δεν τις λέει;
για όσα μόνο «θα» κάνει ακούμε
ενώ στην ανεργία ρέβουν οι νέοι.

Να ’ταν ο έλληνας άγγλος ή γάλος,
απ’ το πόδι γερά να τον αρπάξει
κι ως παρλάρει καθώς παπαγάλος
σαν σκουπίδι του να τον πετάξει…

Μα ειν’ έλληνας -βλάκας ζητιάνος-
δε ζει ζωντανός αλλά πεθαμένος
και ό,τι του λες τ’ ακούει σαν χάνος
και ως να ’ταν στη χώρα του ξένος.

--------

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

α. ΤΟ ΚΑΤ'ΟΡΘΩΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΆΚΗ β. ΠΑΠΟΥΤΣΉΣ ΝΕΚΡΟΘΆΦΤΗΣ

ΤΟ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΆΚΗ

Η Φιτς μας αναβάθμισε.
Χαρά ο Βενιζέλος!
που η πολιτική του-
όλη καταδική του-
αίσιο είχε τέλος!..

Και είπε ο Γιωργάκης μας:
Θα είχε αναβαθμίσει
τη χώρα μας κανένας
αν δεν την είχε ο Ένας-
ΕΓΏ!-υποβαθμίσει;
---------



ΠΑΠΟΥΤΣΉΣ ΝΕΚΡΟΘΆΦΤΗΣ
(που δεν συγκέντρωσε ψήφους
για να υποβάλει υποψηφιότητα)

«Αχ!» είπε ο Παπουτσής
«όσο και αν καιγόμουν
δεν μπόρεσα να βρω
σε τόσο ένα σωρό
τους λίγους που χρειαζόμουν.»

Αλλά ο κακομοίρης
λέει κι από την άλλη
«Είχα μεγάλο χάλι
σαν ήμουν υπουργός-
πως κάθομουν αργός

ενώ ζωές χανόνταν
καθημερνά μια-δύο
σε κάποιο καφενείο
ή σε κανένα σπίτι
από καναν αλήτη…

Γιατί αυτοί ’ταν λίγοι
ενώ με το Σαμίνα
(ωραία χρόνια εκείνα!)
ογδόντα είχα μασήσει
με μια ενός πλοίου κλίση.

Και υποψήφιο δήμαρχο
και υπουργό με κάναν!..
Μα τώρα με ξεκάναν
αλλιώς σε λίγονε καιρό
θα μ’ έβλεπες πρωθυπουργό…

ΣΥΓΚΥΒΈΡΝΗΣΗ...

ΣΥΓΚΥΒΈΡΝΗΣΗ...
(μετεκλογική…)

Συγκυβέρνηση λοιπόν!
Δύο σ’ ένα! Λογικόν,
ο σκοπός αφού κοινός:
να λεηλατηθεί ο λαός.

Συγκυβέρνηση: οι πολίτες
την κυβέρνηση όταν βρίζουν
υπουργό να μη διαλέγουν-
να μη κόμμα ξεχωρίζουν.

Συγκυβέρνηση: να βλάφτουν
την Ελλάδα και οι δυο-
και οι δυο μαζί το κράτος
να το κάνουν ρημαδιό.

Να μη ρίχνουν μεταξύ τους
ένας τ’ άλλου φταίξιμο
και κοινό να είναι κι ίδιο
το λαμογιοκλέψιμο.

Και σε τσέπη ίδια να μπαίνουν
πλέον όλα τα κλεμμένα
και σωστά να τα μοιράζουν
τσακωμό δίχως κανένα.

Να ’ταν κι ο Καρατζαφέρης
και να κάνανε τριάδα,
τρεις θα ήταν οι φασίστες
που ρημάζουν την Ελλάδα.








ΛΊΓΗ ΒΕΝΖΊΝΑ ΚΙ ΈΝΑ ΣΠΊΡΤΟ

Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και η Ελπίδα ξαναζεί-
κι η Ανθρωπιά-όπως της πρέπει
με τους Ανθρώπους πάει μαζί.

Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
πάνε Δημόσιο, ΕΣΥ, ΟΤΕ
και η Ελλάδα τόσο φέγγει
όσο δεν έφεξε ποτέ.

Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και πάν Βουλή και Βουλευτές΄
τ’ Αύριο ο Λαός καλημερίζει
κι Αντίο λέει στο βρώμιο Χτες.

Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και το που Θάμα μοιάζει, να!
μιας Κοινωνίας μες απ’ τις Στάχτες
Δίκιας η Γέννα ξεκινά!







ΚΡΊΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΊΑ

Η τελευταία σου ευκαιρία
είναι η Κρίση, Κοινωνία!

Είναι αυτή ό,τι καρτερούσες
και με λαχτάρα ό,τι ζητούσες.
Κι η που ό,τι τ’ Άδικο χρωστάει,
στη φτώχεια αυτή ξαναγυρνάει.

Το λάβωμα είναι στο θηρίο
στο αιώνιο του πριν πάει Κρύο.
Είν’ η αχτίδα του ήλιου η πρώτη
που της νυχτιάς νικάει τα σκότη.

Μα δε θα γίνει αυτό μονάχο.
Κύμα απαλό δε ρίχνει βράχο.
Θέλει ατσάλινο το κύμα
για ν’ ανοιχτεί του πλούτου μνήμα.

Χτύπημα θέλει τσεκουράτο
για να ’ρθουνε τα πάνω κάτω.
Σπάσε, κατάστρεψε, ορθώσου-
σε χαλασμό μεγάλο απλώσου.

Το κάθε εμπόδιο αφάνισέ το
κάθε ψηλό ισοπέδωσέ το.
Σαν ελαβώθη το θηρίο
ξεκάνεται με βόλια δύο.

Κρίση αλλαγή σημαίνει ρόλων-
Άδης αυτοί-εσύ Απόλλων!
Πάρε όλα πίσω όσα σου κλέψαν
πνίξ’ τους στο αίμα που σου γέψαν.

“Μην καις”, σού λένε, “θα καούμε!”
Μα μόνο εκείνοι θα καούνε.
“Λεφτά χαλάς”, λένε, “σα σπάζεις.”
Μα συ σε φως το χρήμα αλλάζεις.

Αιώνες δυο σε βασανίζουν
με βάσανα που δε σ’ αξίζουν
μπροστά σου να! η ώρα Tώρα
πλούσια για σένα έχει δώρα.

Της ιστορίας το ρολόι
που απ’ τις δικές σου ώρες τρώει
βάλτο στην ώρα του χαμού τους-
αυτών που στ’ Άδικο ειν’ ο νους τους.

Τώρα πεσμένο που είν’ το Κράτος
το μήκος κάνετό του πλάτος
και τόσο ως θα ’ναι μεινεσμένο
στείλτο στον τάφο λιανισμένο.

Τόσους καιρούς ήσουν σκυμμένη
κι έτρωγες κλώτσους ματωμένη.
Δε θες αφέντρα συ να γίνεις
στη γης που σου ’λαχε να μείνεις;

Την που οι Καιροί σου στείλαν εύνοια
με πρόφαση μια τιποτένια
μην αρνηθείς να την αρπάξεις-
αν τους σφαγείς σου εσύ δε σφάξεις,

τότε παράπονο κανένα
μην από χέρια έχεις ξένα:
όλα σού πρέπουν που παθαίνεις
και Δούλα πρέπει σου να μένεις.

Ή θα σε βγάλουν απ’ την Κρίση
αυτοί εκεί που σ’ έχουν ρίξει;
Λαέ, αν τώρα δεν ξυπνήσεις
σ’ αξύπνητο ύπνο θα βυθίσεις.

Η τελευταία σου ευκαιρία
είναι η Κρίση Κοινωνία.





ΕΠΙΣΤΡΟΦΉ ΣΗΜΊΤΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΉ ΠΙΆΤΣΑ
(πρόχειρο)
Μας ξανάρχεται λοιπόν ο ελαιόφυτος
την οικτρή πολιτική μας να τονώσει
και τα κόλπα τα στραβά της ποταπότητος
με την τόση του τιμιότητα να ισιώσει.

Μας ξανάρχεται ο ήρως που αρώτητα
στης Ευρώπης μας εστρίμωξε τη στρούγκα-
ληστρική μα και παμφάγα μια Κοινότητα-
που ούτε ελπίδα να υπάρχει πια για φούγκα.

Λες και ήταν στην ΕΟΚ να μπεις κατόρθωμα
κι ότι χάρη μας εκάναν που μας μπάσαν
κι όχι ανάγκη τους και

Τα παλιά να μας θυμίσει έρχεται χάλια μας
που γι ατέλειωτα οχτώ χρόνια κυβερνούσε
κι εμεί χάναμε τ’ αυγά και τα πασχάλια μας
κείονος δις τους πλούσιους φίλους του κερνούσε.




ΈΡΑ, ΚΟΥΊΚ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΆΤΕΣ

“Αλήτες”, “μπάσταρδοι”, “καθάρματα”,
“της κοινωνίας αποβράσματα”
τέτοια ωραία λόγια ακούμε
κάθε πρωί όταν ξυπνούμε.

Μα εγώ που αγαπώ τους τρομοκράτες
(όπως βεβαίως όλοι οι δημοκράτες)
ν’ ακούω δε θέλω κάποιος να τους βρίζει-
πολύ αυτό το πράγμα με ξενίζει.

Δεν δέχομαι δημόσιο ένα στόμα
γαλάζιο ή όποιο άλλο να ’χει χρώμα:
Δημόσιο ίσον λαικό ένα κάτι
κι όχι δοκάρι στου Λαού το μάτι.

Και επειδή καλό παιδάκι είμαι
κι όχι καθώς εσείς θηρίο ανήμε
ρο, κι ό,τι δω άτοπο μέσα στην πλάση
στον τόπο του το στέλνω ν’ απαγκιάσει,

κι ύβρεις να βλέπω κάποιους ν΄αραδιάζουν
στους εαυτούς τους μόνο που ταιριάζουν
στον εαυτό μου δεν το επιτρέπω,
γι αυτούς ό,τι είπατε, σας το επιστρέφω.





«Ώρα της Γης»

Πρώτοι σε ό,τι Υπομονή,
Κόπο κι Ευθύνη δε ζητά-
πρώτοι σε ό,τι κι αν βρεθεί
που δεν πληγώνει, δεν πονά.

Πρώτοι σε Κλείσιμο Ματιού
ή σ’ ένα Κλείσιμο Κουμπιού΄
σε μια Φωνή, σ’ ένα Λυγμό,
σ’ ένα στους Γιάνκηδες «θενκ γιου»…

Κι ύστατοι πάντα στην Τιμή,
σ’ Αξιοπρέπεια, σε Ντροπή,
στις Τέχνες, στον Πολιτισμό,
στην που Χρυσός είναι Σιωπή.

Στην «Ώρα» πρώτοι εμείς «της Γης»
γιατί Φανφάρες μόνο θέλει,
έναν Φτηνό Ενθουσιασμό
κι Άστοχα-κι όπου πάνε Βέλη.

Πρώτοι!..Κι οι Ξένοι μας θωρούν
και απομέσα τους γελούν-
πρώτοι σε αρίθμητες Βλακείες
για ν’ ακουστούν δυο τρεις «κυρίες»!

Αλλά στης Χώρας μας την Ώρα
ύστατοι ως πάντοτε και τώρα:
δεν μας πειράζει κι αν χαθούμε
μον’ έξω! έξω! ν’ ακουστούμε…




ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΚΛΕΨΙΑ
ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ-ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ

Μπορεί να βρούμε πότε άρχισε το Σύμπαν-
το CERN φιλότιμα πολύ γι αυτό δουλεύει-,
μα κι αν τα κάνουμε ακόμα όλα λίμπα
ποτέ δε θα’ βρουμε γιατί ο έλλην κλέβει.

Είναι η κλεψιά για τον κάθ’ έλληνα η τιμή του.
Κι είναι αγέννητη και άφθαρτη-ειν’ αιώνια.
Μ’ αυτήν γεννήθηκε και με αυτήν μαζί του
στα μαρμαρένια θα παλέψει αυτός τ’ αλώνια





ΒΟΥΛΉ ΚΑΙ ΆΣΥΛΟ
(στους έλληνες πολιτικούς)

Θέλετε το Άσυλο να καταργείστε!
Αλήθεια όντα κτηνώδη τόσο είστε;
Το Άσυλο Ιδανικών είναι φωλιά!
Θέτε να ρίξτε τ’ Άγια στα σκυλιά;

Στο Άσυλο, από σας κυνηγημένη
η Αγνότη φέγγει με ψυχές δεμένη΄
με συντροφιά της άδολα παιδιά-
εκεί χτυπάει του Έθνους η καρδιά.

Μα έχετε και σεις το άσυλό σας,
τον πλούτο που φυλάει τον άνομό σας
τη μαύρη σας που κρύβει την ψυχή
και τη συνείδησή σας τη ρηχή-

άσυλο κάθε σας που σκέπει βρώμα
καθώς νεκρού σαπίλα σκέπει χώμα.
Και να ποια του Λαού η Εντολή:
αχρείοι, καταργείστε ΤΗ ΒΟΥΛΉ!




28 ΟΧΤΩΒΡΗ
ή
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ


Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν.
Που μας είχεν οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική.

Μα ως γνωστόν εκτός απ' τ' ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει
να 'χει μέσα της και ΝΑΙ.

Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους
θα σας φέρω τη ζαλάδα,
φαινομένου πλέον συνήθους
για τη δόλια την Ελλάδα.

Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα
λέμε σ' όλα τα στραβά
και γι αυτό συνέχεια η χώρα
τον κατήφορο τραβά
.
Και πλατιά σφραγίδα βάζουν
στην καινούργια αυτή ορμή της
οι υπουργοί που τής ρημάζουν
τα λεφτά και την τιμή της.

ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει
σ' ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας
και στα πάτρια είναι κλέη.

ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων,
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης,
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις.

ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας
ΝΑΙ σ' Αγγλία και σ' ΕΟΚ
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.

ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων
την κατάντια και το χάλι.

ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ' απολύσεις ΝΑΙ απεργών.

ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.

ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο,
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά
που του έλληνα τον πάγκο
τον 'ρημώνει από χαρά.

ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις
και στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις,
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.

ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
πως ανεύθυνοι μετράμε,
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
μακριά πως δεν κοιτάμε…

Και μας πέφτουνε στην πλάτη
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι
μες σε κάποιον καφενέ.

Και σα βλάκες μεις γελάμε
και κανένας δεν κοιτάει
πως οι έλληνες μετράμε
της Ευρώπης το προσφάϊ.

Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει...
Αλλ' ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.

Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα...

Ω! Αστεία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι!
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλ' οι τόποι.
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης.



τα κάλαντα

Καλήν ημέραν «άρχοντες»
και βγάλτε το σκασμό σας
ώστε Λαού τη γέννηση
να πω στο αρχοντικό σας.

Νέος Λαός γεννήθηκε
τις μέρες του Δεκέμβρη
που θα σαρώσει ό,τι στραβό
στο δρόμο του θα έβρει.

Τα Σκάνδαλα ο πατέρας του,
η Διαφθορά η μητέρα-
τρώγοντας πείνα εθέριεψε
και σπάει όλη μέρα.

Σπάει και καίει και χαλά
ώσπου όλα να γκρεμίσει
και νέο κάτι κι όμορφο
με χέρια αγνά να χτίσει.

Καλήν ημέρα κλέφταρε
Καραμανλή που υφαίνεις
ρούχο μετάξινο με ιδρώ
κι αίμα εργασίας ξένης.

Καλήν ημέραν υπουργοί
που γλωσσοκοπανάτε
για να δικιολογήσετε
τα όσα μας βουτάτε.

που οχυρωμένοι πίσω από
τον καπιταλισμό σας
το κάθε ευρώ μας κάνετε
Κεφάλαιο δικό σας.

Γεια σας που τώρα ο λαός
που έχει πια ξυπνήσει
λαιμούς θα κόβει παχουλούς
ωσότου βαριεστήσει.

Καλήν ημέρα υπουργέ
που έναν παρά δε δίνεις
για τίποτα, μόνο κοιτάς,
αρπάς και καταπίνεις.

Και διόλου δε σκοτίζεσαι,
γιατί καλά γνωρίζεις
ότι αρκεί να εκλεγείς
και ύστερα αλωνίζεις

σε πορτοφόλια αλλότρια
και περιβόλια ξένα
χωρίς ποτέ λογαριασμό
να δίνεις σε κανέναν.

Κοιμήσου ήσυχα. Όλοι αυτοί
που κλέβουνε μαζί σου
σα μέλισσες βασίλισσα
φυλάνε τη ζωή σου'

Γιατί αν τους πάθεις τίποτα
και μέσα μπεις στην κάσα
αμέσως τότε κόβεται
και η δική τους μάσα.

Καλήν ημέραν άρχοντες
που η αξία σας όλη
είναι ό,τι μας επήρατε
από το πορτοφόλι.

Γεια σας που οι καρέκλες σας
τόσο ένα είναι μαζί σας
που πάνω τους σα φύγετε
θα μείνει το πετσί σας.

Που όλα ισοπεδώσατε
κι έτσι έχετε ρημάξει
που Ηρακλής χρειάζεται
να βάλει κάποια τάξη.



Γεια και χαρά σας άρχοντες

που αντί αρχοντιλίκι

ολόγιομο καθένας σας

μ' ακαθαρσίες καθήκι.


Που διοίκηση για σας θα πει
κλεψιά και αγυρτεία
κι αντί για κύριοι νά 'σαστε
είσαστε αλητεία.

Αστείοι! τάχα που ήρθατε
τη φτώχεια να ταίστε
κι αντίς γι αυτό τη γδύσατε
πλούσια εσείς να ζήστε.

Με δέκα που μασούσατε
ακούραστες μασέλες
στου έρμου λαού τον κορβανά
κολλώντας σαν αβδέλλες.

Που τόσο χώρα έχετε σεις
κι άθλια νου δου ταυτίσει,
που την πατρίδα έχουμε
την ίδια μας μισήσει.

Καλή σας μέρα. Μ’ αν δε 'ρθει
άλλος δε θα σας φταίει
παρά η καυτή σας διαφθορά
εσάς που τώρα καίει.

Καλή σου μέρα υπουργέ
των Εξωτερικών μας
που αλωνίζεις Ουάσινγκτον,
Παρίσια, Λόντρας, Ρώμας,

νομίζοντας ότι έγινες
όπως ο Τζεμ μεγάλη
κι ότι καλλίτερη καμιά
YΠΕΞ δεν είναι άλλη.

Που περιφέρεις ευτυχής
τα χάλια της Ελλάδας
σαν πισινός που επαίρεται
για αέρια φασουλάδας.


Γεια σου και συ Αντώναρε
τετράγωνε σα δέμα
που σαν κουρούνα κρώζοντας
μας χόρτασες στο ψέμα.

Γεια σου ωρέ πρωθυπουργέ
εχθρέ της νεολαίας-
της μαύρης σου το κλείσιμο
που ετοιμάζει αυλαίας.

Γεια σου αγέλαστο ρομπότ
που τους εργάτες στύβεις
και πάνω τους με λήσταρχου
μόνο ενδιαφέρον σκύβεις.

Γεια σου που στις μαλαγανιές
είσαι σωστή μανούλα
στη διαφθορά είσ' αχτύπητος
και άσσος στη ρεμούλα.

Στην κατηφόρα είσαι καλός.
όμως σε τίμιο αγώνα
από τα χίλια του σκαλιά
δε θα ‘σουν ούτε στο 'να.

Χαίρου πρωτιές απάνθρωπες
λοιπόν και ντροπιασμένες
και οι χαρές της ανθρωπιάς
ας σου είναι πάντα ξένες.

Επλούτισες. Για σένανε
αυτό μετράει μόνο.
Και κάθε τέταρτον εσύ
ζητάς την ψήφο χρόνο
;
του άμοιρου αυτού λαού
που ζωντανός σαπίζει.
Κι ενώ η σαπίλα του είσαι συ
και πάλι σε ψηφίζει.
.
Κλέβε λοιπόν όσο ειν' καιρός
και τρώγε του σκασμού σου
πριν έρθει η ώρα η καλή
που δε χωράει ο νους σου-

που όσοι επλουτίζανε
ανθρώπους δυστυχώντας,
σαν βούβαλοι θα τρέμουνε
που 'χει διαλέξει λιόντας.

Γεια σου λοιπόν πρωθυπουργέ
του λαού αιματοπότη
που πώς θα φας και πώς θα
πιεις
σκέψη σου είναι πρώτη.

Γεια σου που πάνω χέζεσαι
όταν ο τούρκος βγαίνει
και βόλτες στο Αιγαίο μας
σαν κύριος πηγαίνει.

Που δεν το νιώθεις οι ευρωπαίοι
γερά πως σε δουλεύουν
και ότι τύπους σαν και σε
να έβρουνε γυρεύουν,

να λένε "vαι" και "μάλιστα"
κι υπάκουοι να είναι
όταν oι φράγκοι θα τους λέν
"γυάλισε!", "ράψε!", "πλύνε!",

μόνο για μέγιστη τιμή
το έχεις να σου δίνουν
φράγκικα χέρια καρπαζιές
που πιο θα σε κοντύνουν.

Που ή ηλίθιος ή άτιμος
ή βλάκας να ‘σαι πρέπει
απ’ την κλεψιά όλη η κλίκα σου
γεμάτη να ‘χει τσέπη

και συ να κάνεις σαν να μη
χαμπάρι το 'χεις πάρει:
τότε άδειασέ μας τη γωνιά
και μη γυρεύεις χάρη

λέγοντας "δεν το ήξερα"
ποιος τότε θα το ξέρει;
τα δάχτυλα ό,τι κάνουνε
το αγνοεί το χέρι;

Που στην αμερικάνικη
στέλνεις σερί πρεσβεία
την κάθε μια διαδήλωοη,
την κάθε απεργία,

με την ελπίδα να στραφούν
σε κείνη μόνο ενάντια
και σένα να σ' αφήσουνε
στη μαύρη σου κατάντια'


να κλέβουν ήγουν ήσυχα
οι γαλάζιοι σου χαχόλοι
και να γελάς με το λαό
και συ κι η κλίκα σου όλη.


Και σε ακούει ο λαός
και ήσυχον σ’ αφήνει
γιατ’ ειν' ανόητος-αντίς
το στόμα να σου κλείνει.

Και λες ότι τους έδωσες
ελευθερίες πλήθος
που πλάτος έχουν άμετρο
κι απύθμενο έχουν βύθος.

Μα μες στην τσέπη του καθείς
αρκεί για να κοιτάξει
και να ιδεί πως τα λεφτά
που είχε έχουν πετάξει

σε φόρους, σε καθημερνές
πρώτες ζωής ανάγκες,
σε κόλπα που σκαρώνουνε
της αγοράς οι μάγκες,

σε βίλλες των αχρείων σου
υπουργών τε και συμβούλων,
σε καταθέσεις άμετρων
στην ξένην φαταούλων…

Και τότε αντιλαμβάνεται
πως λεύτερος για να 'ναι
πρέπει λεφτά στην τσέπη του
ν' ακούει να βροντάνε.

Όμως, αισχρέ πρωθυπουργέ
κρατάς εσύ το χρήμα
κι ελευθερίες λες σ' αυτούς
ότι σκορπίζεις. Κρίμα!

Κρίμα γιατί και συ αυτούς
αισχρά τους κοροϊδεύεις
και τους ρουφάς το αίμα τους
και τους χιλιοπαιδεύεις,

αλλά και κρίμα γιατί αυτοί
να ζεις σ' έχουν ακόμα
αντί το έτσι που μ' αυτούς
γελάει να κλείσουν στόμα.

Γεια σου μιαρέ πρωθυπουργέ
μαέστρο της ρεμούλας
που με τις σάρκες τρέφεσαι
μίας Ελλάδας δούλας.

Που αρσακειάδα είσαι μπρος
στον Πρόεδρο της χώρας
και στο λαό λαύρος ορμάς
μετά μεγάλης φόρας

και μπαίνεις μες στο σπίτι του
και τονε κατακλέβεις
γι αυτό κι απ’ την καρέκλα σου
αρνείσαι να κατέβεις-

Καλή σου μέραν άρχοντα
που όλο το σκυλολόι
το μάζεψες και το ‘βαλες
απύλωτα να τρώει.

Εσύ όμως Παυλόπουλε ,
ήρεμος, μυαλωμένος...
αλλά με τ’ αστυνομικά
μακριά είσαι νυχτωμένος

Παίρνεις παιδάκια αμούστακα,
τα κάνεις αστυνόμους
και ύστερα ενάντια
τα ξαμολάς στους νόμους.

Και κείνα δε γνωρίζουνε
πώς πρέπει να φερθούνε
και τα εξ αμάξης τα φτωχά,
απ’ όλους μας ακούνε.

Μάθε λοιπόν Παυλόπουλε-
δεν είν’ η αστυνομία
ένα μπιστόλι, μια στολή,
και μια ασυδοσία

αλλά να είναι θα ’πρεπε
εκπαίδευση αρτία,
άκρως ευαίσθητη ψυχή
κι αισθήσεις σ' απαρτία.

Κι αισθήσεις έχουν και ψυχή
οι αστυνομικοί σας
μα πού είναι Παυλόπουλε
η εκπαίδευση η καλή σας;

Τους την εδώσατε ποτέ;
Απάντησε Προκόπη!
Αυτιά για να σ’ ακούσουνε
γεμίσαν όλοι οι τόποι.

Μα τι να πεις…και τι να πω…
Μέσα σε όλα τ’ άλλα
μες στου Χαμού τον ωκεανό
και η ΕΛ.ΑΣ μια στάλα…

(Και συ πού είσσι Πάγκαλε;
Έλα να με βοηθήσεις
κι εγώ όσους δε σατίρισα
έλα εσύ να βρίσεις!..

Και φέρε το λιοντάρι σου
να το 'χω εδώ μαζί μου
μήπως το μάθω κι ορεχτεί
κρέας απ' του Μαξίμου)

Καλήν ημέρα σου Άκη μου
που αν ζούσε ο Μουσολίνι
στη γελοιότητά σου μπρος
το γόνυ θα είχε κλίνει

και στη μεγαλοπρέπεια
των χειρονομιών σου
σα γρίπη ενώπιον θα 'νιωθε
βαρείας κάποιας νόσου.

Καλή σου μέρα που λεφτά
μας στοίχισαν τα όπλα
τριπλάσια με όσα εφάρμοσες
για να μασήσεις κόλπα.

Γεια σου και Νεονάκη μου
που δε χρειαζόταν κλάμα
μόνο το κλεψιμέϊκο
να 'δινες πίσω πράμα,

δυο τρία να εφτιάχναμε νοσοκομεία μεγάλα
τριάντα σχολειά, τρεις εκκλησές
και κτίρια κάμποσα άλλα.

Ή, αν θέλεις, να σιτίζαμε
για τριανταπέντε χρόνια
όλα της γης τα ορφανά
που υποσιτίζοντ' αιώνια.

Καλήν ημέρα σας κι εσάς
τρανοί πολιτικοί μας
που ωρύεστε για τις ζημιές
που ‘φερ’ η εξέγερσή μας.

Έτσι εσείς να σκούζατε,
σας θέλαμε όχι τώρα,
μα όταν ρημαζόντανε
απ’ τη ρεμούλα η χώρα.

Μα πώς αφού οι ίδιοι εσείς
ήσασταν ρημαχτές της;
Πώς αφού σεις την κλέβατε
απάνω απ’ τις πληγές της;

«Ποιος θα πληρώσει τις ζημιές;»
όλο μας τσαμπουνάτε.
Γυρίστε όσα κλέψατε
κι ύστερα να μιλάτε.

Όλοι σας περισπούδαστοι
είστε θεατρινίσκοι.
Όποιος σηκώσει ό,τι βρωμά
σάς αποκάτου βρίσκει.

Κλέψατε-θα πληρώσετε!
Φάγατε; Θα ξεράστε!
Δολοφονείτε τα παιδιά;
Τη ζωή κι εσείς θα χάστε!

Λίγες οι μέρες σας αισχροί!
Τίποτα δε σας σώζει!
Μαύρο κοράκι του Χαμού –
ακούτε;-η νιότη κρώζει!

Καλήν ημέρα να σας πω;
Όμως εσεις οι ίδιοι
τη μαύρη πόρτα ανοίξατε
μα χρήμα γι αντικλείδι.

Μα τίποτ’ άλλο δε θα πω.
Ό,τι ν’ ακούστε είστ’ άξιοι
επάνω από τους τάφους σας
το Φως θα το φωνάξει.

Και, φίλοι αστυνομικοί,
-όχι!- δε σας μισούμε!
κι όταν τραυματιζόσαστε
-όχι!- δε θα χαρούμε!

Παιδιά φτωχά είστε και σεις
που η μοίρα το ’χει φέρει
τη δυστυχία και οι δυο
να έχουμε για ταίρι:

Σεις χαμηλόμιστοι και μεις
στην ανεργία χωμένοι-
πεδίο αντιπαράθεσης
μετάξυ μας δε μένει.

Και αν με σας τα βάζουμε
είναι γιατί καρσί μας
αυτοί σας βάζουν, να κρυφτούν
από τη δίκια οργή μας.

Μα πού θα πάει; Μέρα μια
θα σμίξουμε οι δυο μας-
γιατί αυτό όχι εμείς και σεις,
μα το ζητά ο λαός μας-

και στη γωνιά θα βάλουμε
κεινούς που μας σκοτώνουν
κι αν τη θανή γλιτώσουμε
μας χιλιοφαρμακώνουν.

Καλήν ημέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
πως πλέον πάει, ξοφλήσατε,
να πω στ' αρχοντικό σας.

Γεια σας και να μας γράφετε
καμιάν επιστολή
μιας και στα πορτοφόλια σας
θα λείψουμε πολύ.

Καλήν ημέρα των "καφέ"
όμορφες σερβιτόρες
κι όλα καλά κι ωραία σας,
μα όμως ώρες ώρες

είστε πολύ αγέλαστες.
Βάλτε ένα χαμογέλιο!
Χρυσό ραβδάκι γίνετε!
Μην μένετε φραγγέλιο!

Καλήν ημέρα Κου Κου Ε
που στη Βουλή όταν μπήκες
πια όχι όπως ήξερες
αλλά όπως τα βρήκες.


Γεια σου ΠΑΣΟΚ που έδωσες
της μάσας τη σκυτάλη
να φάει λίγο κι η «Δεκσά»
και πια την παίρνεις πάλι.

Γεια σας τρακόσοι της Βουλής
που η χώρα θα σωνόταν
αν ο καθένας από σας
ευθύς ξεπαστρευόταν.

Καληνημέρα βομβιστές –
λιοντάρια δίχως χήτη-
προσέξτε μη απ' τις βόμβες σας
ανοίξει καμιά μύτη…

Κι αφήστε τους ανέμυαλους
εκείνους καμικάζι-
παλαιστινίους κι ιρακινούς-
το αίμα τους που βράζει,

να πάνε να σκοτώνουνε
κι άλλους και τον εαυτό τους-
λαοί αυτοί είναι βάρβαροι
καλούς δεν έχουν τρόπους,

και -οι άξεστοι- αφανίζουνε
τους εκμεταλλευτές τους.
Γι αυτούς καμία ποίηση
δε θα 'χει αναπαίστους.

Ενώ για σας, τους ευγενείς,
που φέρεστε ανθρωπίνως
πολλά ποιήματα κρατεί
των ποιητών το σμήνος,

Και ξέρετε-ω θεοσεβείς πολιτισμένοι φίλοι;
Στις βόμβες σας μη βάλετε
λέω, ξανά, φυτίλι,

μα ένα μαγνητόφωνο.
Κι όσοι από κει περνούνε
αντί για κρότους βάρβαρους
"μπαμ!" μια φωνή ν’ ακούνε.

Καληνημέρα Ευρώπη συ
που ενώνεσαι ολοένα
μ’ ακόμα είναι τα κράτη σου
ανάμεσά τους ξένα.

Και τρώγονται ποιο πιότερο
θα κλέψει από τ' άλλο
και που –τυχαίως...-τρώει καλά
πάντα το πιο μεγάλο.

Γεια σου Ελλάδα που όλοι σου
οι πολιτικοί "τα πιάνουν'
και βίλλες χτίζουν κι όμορφη
ζωή και πλούσια κάνουν.

Καλήν ημέρα ιερείς,
ληστές του λαού με γάντια
που ευθύνη έχετε τρανή
στης χώρας την κατάντια

και που αν τα ράσα βγάζατε
και παύατε το ψέμα
νέο και ολοζώντανο
θα ‘βαζε η χώρα αίμα.

Γεια σου Εκκλησά πόρνη γριά
και πολυστοματούσα
όπου αμπέλια εσύ τρυγάς
είτε φτωχά είτε πλούσ’α

και δυναμώνεις και πολύ
περσότερο ληστεύεις
και δεν σε νοιάζει σ’ οποιανής
δίχτυα κι αν πέφτεις χλεύης.

Γεια σου Εκκλησία βδέλυγμα!
Κοράκι του θανάτου!
Που είναι για σένα η ζωή
στέρνας χρυσός απάτου.

Κι όλο ρουφάς κι όλο μασάς
και όλο και χοντραίνεις
κι άμετρα ας έχεις θύματα
και πάλι δε χορταίνεις.

Γεια σου Εκκλησά που του θεού
τις σάρκες συ ξεσχίζεις
και τον Παράδεισο πουλάς
και Κόλαση κερδίζεις.

Γεια σου Εκκλησία ύαινα
που όχι των ζωντανώνε
μα και νεκρούς σα βρίσκεις, τρως
τις σάρκες και κεινώνε.

Γεια σου Εκκλησά που όπου δεις
πόνο και δυστυχία
πουλάς νεράκι καθαρό
για μια περιουσία.

Γεια σου Εκκλησά, Μοίρα κακή
του άμοιρου τ' ανθρώπου-
ανθρώπου γέρου ή μικρού-
ανθρώπου όποιου τόπου,

που αν υπήρχε διάβολος
θα 'σασταν συνεταίροι
αρκεί και μες στην Κόλαση
να 'ταν να βάλεις χέρι.

Γεια σου Αρχιεπίσκοπε
που κάτω από τα ράσα
κρύβεις τους βρώμιους όμοιους σου
που πιάστηκαν στα πράσα.

Καληνημέρα υπουργέ
της άμοιρης Παιδείας
τα όρια που ξεπέρασε πλέον και της αηδίας,

κι όταν ακούμε να μιλούν
γι αυτήν, δεν αντιδρούμε,
γιατί άλλο δεν προσμένουμε
χειρότερο να δούμε.

Και, Στυλιανίδη, τσαμπουνάς
πως απερισκεψία
του Αλέξη ο φόνος ήτανε
απ’ την αστυνομία!

Όμως με τέτοια λέγοντας
εμένανε με κάνεις
να λέω πως σκέψη λογική
θα ‘τανε να πεθάνεις…

Γεια σου Αβραμόπουλε και συ
της Αρκαδίας τζιμάνι
που δέκα η αγυρτεία σου
κι η αλήθεια σου μια κάνει.

Οι χίτες σε ψηφίσανε
κι οι ταγματασφαλίτες
της Τρίπολης, που μέσα της
κρυφτήκαν -οι αλήτες-

όταν του Εμφύλιου κόπασε
η λαύρα και η πύρα΄
γι αυτό και μυρωμένος συ
με τέτοια είσαι μύρα.

Γεια σου επισκόπου η θωριά
κι η μυλωνά καρδία:
δούλευε-δούλε-δούλευε
το λαό μας με μανία.

Στη γη επάνω βρέθηκες,
κάτι να κάνεις πρέπει.
Και κάνεις: τη γεμάτη σου
ταίζεις ακόμα τσέπη.

Γεια σας και σας ω! υπουργοί
της Εθνικής Αμύνης
που ούτε σας τα τρισέγγονα
δε θα χαθούν εκ πείνης

αφού απ’ όσα γι αγορές
στους ευρωπαίους σκάζετε
δύο φορές περσότερα
στη μέσα τσέπη βάζετε.

Καλήν ημέρα πρόεδρε
και σένα της Βουλής μας
του Καταγώγιου αυτού ληστών
και διαφθοράς και μίζας.

Κάπελας είσαι άριστος::
σ’ ένα μπουρδέλο πρέπει
μία τσατσά καθώς εσύ
που όλα να τα βλέπει,

και όλα με την πορνική
την αύρα να τα ντύνει
ώστε απ’ αυτόν τον τζερτζελέ
μα κονομάει και κείνη.

Καλήν ημέρα και χρηστοί,
θείοι βιομήχανοί μας
που το δαιμόνιο σ’κώνετε
στα ύψη της φυλής μας

και όταν κάτι πάει στραβά
κι έχετε γκίνιες, τότε
τους αστακούς αφήνετε
κι εργαζομένους τρώτε.

Καλήν ημέρα ναύαρχε
Τάσο Παπαληγούρα
λύκε προβάτων φύλακα
με δέντρινη μαγκούρα!

Για σένα η θάλασσα κρασί,
μεζέδες τα καράβια
κι οι πλοίαρχοι τζομπανόσκυλα
κι οι ναύτες τα κουτάβια.

Τρώγε και πίνε. Κι αν σου ‘ρθεί
και σέ κάποια Σαμίνα,
δήμαρχο υποψήφιο
σε χρίζουνε γι Αθήνα.

Κι Αλογοσκούφη, ακάθεκτος
πολλά φκιάσε κλιμάκια-
οι τσέπες κι αν αδειάσανε,
υπάρχουν και τσεπάκια.

Μα τώρα πάλι θα στραφώ
προς τον μεγάλο Βούδα
τη βραδυκίνητη, αργή,
απρόθυμη αρκούδα

που ‘χουμε για πρωθυπουργό.
Και όμως κυβερνάει
κι ακίνητος και καθιστός
και δίχως να μιλάει…

Άραγε όταν σηκωθεί
πάλι θα κυβερνήσει
ή την καρέκλα σπρώχνοντας
όλα θα τα διαλύσει;

Όμως πολλά τα είπαμε
τα κάλαντα και φέτος
και πρέπει να τελειώνουνε,
γιατί το νέο έτος

όπου και να ’ναι ειν’ εδώ
και πρέπει αυτά που γράφω
να μπουν στο νέο βιβλίο μου
(λίγο να πω: στον τάφο)

Λοιπόν καλή νέα χρονιά
εύχομαι σ’ όλους τώρα.
Του χρόνου πάλι-ως τότε αν
υπάρχει αυτή η χώρα.

Καλήν ημέραν «άρχοντες»
και βγάλτε το σκασμό σας
ώστε Λαού τη γέννηση
να πω στο αρχοντικό σας.

Λαός λοιπόν γεννήθηκε
τις μέρες του Δεκέμβρη
που θα σαρώσει ό,τι στραβό
στο δρόμο του θα έβρει.

Τα Σκάνδαλα ο πατέρας του,
η Διαφθορά η μητέρα-
τρώγοντας πείνα εθέριεψε
και σπάει όλη μέρα.

Σπάει και καίει και χαλά
ώσπου όλα να γκρεμίσει
και νέο κάτι κι όμορφο
με χέρια αγνά να χτίσει.


Κι εδώ που τραγουδήσαμε
η πέτρα θα ραϊσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
σε λίγο θα λακίσει.




μαθητές
και
φοροδιαφυγή

Ο κυρ-Γιάννης έχει τρία παιδιά
κι ένα μαγαζάκι στη γωνία.
Και τον τρώει η αναπαραδιά.
Και τον βασανίζει η αγωνία.

Κάθε Κόμματος ο βουλευτής
έχει μετοχές, κότερο, βίλλα
του λαού μας είναι ο «δουλευτής»
και σε μια είναι μέλος καμαρίλα.

Και μια κίσσα βγαίνει στην τι-βί
απ’ την πόρνη τη Βουλή βαλμένη
Και μιλάει για φοροδιαφυγή
που του Κράτους τον παρά λιγαίνει…

Μαθητές, που έχετε μυαλό,
και μπροστάρηδές μας πια μετράτε:
παίρνονται αυτοί με το καλό
ή το χρόνο σας έτσι χαλάτε;

Χάστε αυτό τον άθλιο συρφετό
όπου κλέβει κάθε σας ικμάδα!
Κι αν δεν είστε δυνατοί γι αυτό,
κάψτε πέρα ως πέρα την Ελλάδα!









Η ΠΙΤΑ

Οι μιαροί, οι βρωμεροί πολιτικοί μας
ας ωρύονται φρικτά στη διαπασών,
δεν μπορούνε να σκεπάσουν τη φωνή μας-
που φωνή είναι πλέον πάντων και πασών.

Ξέρουν όλοι τους πως έχουν κατακλέψει.
Μα κανένας για τον άλλον δε μιλά
γιατί τότε η αποκάλυψη θα τρέξει
και σαν κόλλα πάνω σ’ όλους θα κολλά.

Λες και όταν εψηφίζαμε, δεν ήταν
για να εκλέξουμε Βουλή, πρωθυπουργό,
μα το σύνθημα να δίναμε, στην πίτα
να επιπέσουνε με βήμα αυτοί γοργό.
.
Αν μια τέτοια το λοιπόν δημοκρατία
ειν’ αυτή για την οποία αυτοί μιλούν,
απ’ αυτήνε προτιμώ εγώ τη βία
όσων τέτοιο ένα αίσχος καταλούν.

Και παράξενα μας βλέπουν λες και κάτι
να τους λέμε μ’ εξωγήινων μιλιά.
Λοιπόν πάλι: «Κι εμείς θέλουμε κομμάτι!
Ή το παίρνουμε απ’ την τρύπια σας κοιλιά!»












ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΚΑΙ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟ
ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ

(Ο Μήτρακας αχάραγα σπίτι του Γιάννου πάει
και το κουδούνι δυνατά της πόρτας του χτυπάει)

-Τι θες ρε Μήτρο και χτυπάς χαράματα την πόρτα
προτού το πράσινο φανεί ακόμα από τα χόρτα;
-Γιάννο μου ξύπνα και κακό μεγάλο έχει γίνει
που ξάγρυπνον και μ’ άφησε και λύπηση μου δίνει.
-Τ’ είναι μωρέ; Για πες το μου να δω τι ιδέες πάλι
το αδειανό κατέβασε κουτό σου το κεφάλι…
-Γιάννο μου τούτη τη φορά θα δεις πως δίκιο έχω
που πριν τα ξημερώματα γοργά να σ’ έβρω τρέχω.
-Λέγε λοιπόν.
- Γιαννάκο μου όταν αυτό θα μάθεις
ίδια με μένα ταραχή κι ελόγου σου θα πάθεις.
-Λέγε μωρέ και μ’ έσκασες. Τι έγινε επί τέλους;
-Γιαννάκο να τι έγινε- έγιν’ η αρχή του τέλους
για κράτος, για κυβέρνηση, για έθνος, για πατρίδα.
-Ακούω-να δω πρωί πρωί ποια σου ‘χει στρίψει βίδα.
-Γιάννο μου ο πρωθυπουργός στο σκάνδαλο μπλεγμένος
είναι του Βατοπέδιου. Και πάει πια ο καημένος…
-Αυτό μωρέ ήρθες να μου πεις; Αυτό δεν είναι νέο.
-Χτές βράδυ εγώ το άκουσα Γιαννάκο μου, δε φταίω.
Ώστε λοιπόν ξέρεις και συ τι τρέχει στου Μαξίμου;
-Το ξέρω γιατί από χτες το πήρε το αυτί μου.
-Γιάννο μου κι έτσι αδιάφορος μπορείς και κρύος να μένεις;
-Και τάχα τι να έκανα ρε Μήτρο περιμένεις;
-Γιάννο μου ο εκλεγμένος μας πρωθυπουργός μάς κλέβει!
-Κι αυτό γιατί τον άνοα το νου σου να παιδεύει;
Ούτε ο πρώτος ειν’ αυτός ούτε ο τελευταίος.
Ή αγνοείς πως κλέβανε ασύστολα κι οι τέως;
-Μια επιστήμων Γιάννο μου το ‘πε-μια δικηγόρος.
Λοιπόν μη το όλο ζήτημα το βλέπεις αδιαφόρως.
Είπε πως ο Καραμανλής διάταξε τον Ψωμιάδη
να υπογράψει τα χαρτιά χωρίς ούτε να τά ‘δει.
-Ε και λοιπόν; Θα βγάλουνε ψεύτρα τη δικηγόρο.
Μπορεί και να της δώσουνε κανα μεγάλο δώρο
και η υπόθεση εκεί μια δια παντός θα κλείσει.
Νομίζεις να τον πιάσουνε ο Καραμανλής θ’ αφήσει;
-Μα τ’ όνομά του ακούστηκε. Το είπε ο Ψωμιάδης.
-Μήτρο μου ο Κέρβερος φυλάει τα όσα κρύβει ο Άδης.
-Αυτό δεν το κατάλαβα Γιαννάκο, πέστο πάλι.
-Λέω πως ο Καραμανλής λάδι θα τηνε βγάλει.
-Μα φως φανάρι Γιάννο μου είναι πως έχει κλέψει
και ο λαός ολόκληρος το έχει αυτό πιστέψει.
-Τώρα καζάντησες! Ρε συ λαό έχει η Ελλάδα;
-Αλλά τι έχει Γιάννο μου; Τ΄ είμαστε όλοι αράδα;
-Μήτρο η Ελλάδα συρφετό κι όχι λαό ειν’ γεμάτη.
Μια μάζα ανέμυαλη, δειλή και στο μυαλό φευγάτη.
Αλλιώς θα τους καθάριζε όλους αν είχε γνώση
κι άλλους στη θέση τους, αγνούς, θα ‘χε στη χώρα δώσει.
-…Και λένε το Ρουσόπουλο γι αυτό τον είχαν διώξει…
-Τον έδιωξε ο Καραμανλής. Κι ως βλέπει το καράβι
νερά πως κάνει, κι αλλουνούς θα φάει το σκοτάδι.
Για να γλιτώσει αυτός, πολλούς Μήτρο θα «παραιτήσει»
Ποιος ένανε Καραμανλή θα τονε σταματήσει;
-Τόσο μεγάλη δύναμη έχει αυτός Γιαννάκο;
--Μήτρο η Ελλάδα έχει αυτόν και η ελιά το δάκο.
Πέντε ειν’ τα που ‘φαγε αυτός τα δισεκατομμύρια.
κι αν λέει χιλιάδες είκοσι πως έχει και δυο κτίρια
κι αν ζει «σεμνά και ταπεινά» κει πέρα στη Ραφήνα
είν’ για να κάνει εσένανε που άμυαλος είσαι Μήτρο
να λες πως δεν κρατεί αυτός του πλούτου τ’ άθλιο σκήπτρο
κι ότι όσο υποφέρουνε οι άλλοι, έτσι κι εκείνος-
κι ας είναι όχι άνθρωπος σαν κείνους, αλλά κτήνος.
Έχεις ιδεί το βλέμμα του από μάτια γουρουνίσια;
Έχεις ιδεί τα χέρια του τους λόγους του όταν βγάζει,
που τα κουνάει σαν τη στιγμή και κείνηνε ν’ αρπάζει;
Έχεις προσέξει τι πολλή προσπάθεια καταβάλλει
να δείξει ότι δίκαια θέση έχει αυτός μεγάλη;
Τον βλέπεις πόση σαν αετός που ‘χει αρπάξει αηδόνι
ασφάλεια νιώθει κι ηδονή το στόμα όταν μπουκώνει;
Και πες- καμιά μήπως φορά τον είδες να γελάει-
όχι! το δώρο που άνθρωπος κρατεί σ’ αυτόν δεν πάει.
-Γιαννάκο μου λες δηλαδή για όσα έχει κλεμμένα
πως λόγο αυτός δεν πρόκειται να δώσει σε κανένα;
-Ρε Μήτρο έδωσε ποτέ λόγο σ’ ανθό το φύτρο;
Λόγο λοιπόν σε ποιον αυτός να δώσει μωρέ Μήτρο;
Ύστερα φίλε μου καλέ αν και λίγο βαρεμένε,
αφού δεν ξέρεις, άκουσε κι αυτό λοιπόν καημένε:
Ποιος, υπουργός ή βουλευτής έχει ποτέ πληρώσει
για όσα έχει ολοζωής κλεμμένα χλαπακώσει;
Μήτρο μου, εκείνοι κλέβουνε, αυτοί νομοθετούνε
αυτοί αλληλοδικάζονται-και δε θ’ αθωωθούνε;
-Και ο Ψωμιάδης Γιάννο μου σ’ αυτά τι ρόλο παίζει;
-Του ανθρώπου που όντας σίγουρος ότι γερά πατάει
ξάφνω μια πεπονόφλουδα βαδίζοντας πατάει
κι η για τον Κώστα που ’χτιζε εικόνα τόσα χρόνια
έλιωσε ως τρύπα όζοντος τ’ άλιωτα λιώνει χιόνια.
Τώρα ν’ ακούσει έχει αυτός τόσα από τον Μεγάλο
που θα φωνάζει έντρομος: «φτάνει!» και «όχι άλλο!».
Μ’ αν θ’ αρπαχτούνε δυο Νονοί, ή νύχτας είναι ή μέρας
το μεγαλύτερο απ’ τα δυο θα επιβιώσει Τέρας.
Και ο Ψωμιάδης ο πολύς με όλα τα στραβά του
πάει Μήτρο μου-τον χάνουμε-τα ‘φαγε τα ψωμιά του΄
θα τονε φάει ο χοντρός που τόσους έχει φάει
και που όλο ρεύεται, ξερνά, και πάλι όλο μασάει.
-Γιάννο μου ήρθα ο καψερός νέο ένα να σου φέρω
κι απ’ όσα ερχόντας ήξερα πιότερα τώρα ξέρω…
-Θα φύγεις Μήτρο; Ευτυχώς. Έτσι θα ξαναπέσω
τον ύπνο που μου έκοψες να τονε ξαναδέσω
και ως τις δέκα ή έντεκα μιας και Σαββάτο είναι
θα κοιμηθώ μιας κι έχω πού την κεφαλήν μου κλίναι.
-Ύπνο καλό Γιαννάκο μου και όταν θα ξυπνήσεις
αν θες να πάμε για καφέ, να μου τηλεφωνήσεις.
-Ναι βρε Μητρούση μου, γιατί, αν και λειψός λιγάκι
είσαι το πιο καλλίτερο που έχω φιλαράκι.

(Και χωριστήκανε οι δυο κι ο ένας πάει για ύπνο
ενώ ο άλλος-δυστυχώς-κοιμάται και στο ξύπνιο)


--------------

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

ό,ΤΙ ΈΓΙΝΕ ΈΓΙΝΕ

Ό,ΤΙ ΈΓΙΝΕ ΈΓΙΝΕ
(για μένα τίποτα δεν άλλαξε)

Το γιατί ζούσα πάντοτε
σα να ’μουνα σε Κρίση
τώρα το βλέπω που η Ελλάς
έτσι έχει καταντήσει:

Πάντοτε καταλάβαινα
κι ένοιωθα κατά βάθος
πως το πολύ το ξάνοιγμα
ήτανε κάπως λάθος.

Γιατί κανείς στον κόσμο αυτό
δωρεάν κάτι δε δίνει
κι ότι όσα μας εδόθηκαν
η λήθη δεν τα σβήνει,

κι ότι αυτός που τα ’δωσε
τριπλά θα τα ζητήσει
όταν θελήσει-όποτε
αυτός αποφασίσει.

Έτσι κι η Ευρώπη ζήτησε
τριπλά όσα μας έδινε
που αλόγιστα ο έλληνας
έτρωγε…γλένταγε…έπινε…

Κι αν με δίκη σκέπτομαι
τώρα θα διεκδικήσω
τα όσα δεν εχάρηκα,
…μα δε θα την κερδίσω…










ΣΤΗ ΣΕΧΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ

Επιτέλους! Αγώνας!
Επιτέλους! Οργή!
Επιτέλους! Ενέργεια!
κι όχι σκέψη-κι αργή!

Επιτέλους τα όπλα
πιάνουν τώρα δουλειά!
Το μολύβι δε γράφει
μα τρυπάει κοιλιά!

Η καρδιά μας δική σας!
Η ψυχή μας σε σας!
Αλλ’ αφήστε τα πόδια-
στο κεφάλι μεμιάς!











Το Άσυλο είναι ελληνική πρωτοτυπία γιατί παρακολουθεί την ελληνική πρωτοτυπία της μη ύπαρξης δημοκρατίας στην Ελλάδα. Έτσι είναι πράγματι ένα Άσυλο και ταυτόχρονα μία ΑΝΑΓΚΗ και μία ΠΡΟΫΠΌΘΕΣΗ της ψυχικής ισορροπίας των ελληνικών νιάτων. Και ακόμα είναι η μοναδική στη χώρα Άμυνα στην από παντού επίθεση που δέχεται η Νεολαία μας.



ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΛΟ

Ζητάτε να καταργηθεί το Άσυλο. Εμάς πάλι
ακούστε λόγια ποια γι αυτό το στόμα μας θα βγάλει:
Το Άσυλο τη Διαφθορά μακριά από μας κρατάει
που και τους νέους ακόμα αυτή υπηρέτες της ζητάει.
Το Άσυλο είν’ η ασπίδα μας στα αιχμηρά τα βέλη
που ίσια κατεπάνω μας ο πλουτισμός σας στέλλει.
Το Άσυλο είναι τ’ Άγια μας-είναι τα Ιερά μας
είναι τα που εσώσαμε από σας Ιδανικά μας.
Το Άσυλο ειν’ η ανάσα μας που εσείς μας τη στερείτε.
Ειν’ η Ψυχή μας που εσείς μέσα της δεν θα μπείτε.
Είναι του Ανθρώπου η μαγιά στη ζύμη την κτηνώδη.
Μες στον κοπρώδη κήπο σας τ’ άνθ’ είναι τα ευώδη.
Εσείς αν χάμου σέρνεστε, Αυτό είναι τα φτερά μας.
Για σας ειν’ ο εφιάλτης σας , για μας τα Όνειρά μας.

Κι αν στείλτε, όποιον άρπαγα, το Άσυλο να μας πάρει
δε θα το πάρτε-όχι-ποτέ-δε θα σας γίνει η χάρη:
τάφους θ’ ανοίξουμε βαθιούς για όποιονε θελήσει
τ’ Αστέρια απ’ τον ολόλαμπρο Ουρανό μας να τα σβήσει.

Γενείτε Φως του πρωιού που όλα ζεστά φωτίζει
και τότε το τραγούδι μας θα σας καλωσορίζει.
Γενείτε Ανάσα και Ψυχή, και Ιερά και Άγια,
γενείτε Άνθος κι Ευωδιά σε λόφου αγνού τα πλάγια-
γενείτε Όνειρο κι εσείς μες στης Ζωής το Ξύπνο
και πια θα κάτσουμε κι οι δυο μαζί στο Μέγα Δείπνο
που έχει η γης αζήτητα για όλους μας στρωμένα.
Γενείτε Ανθρώποι και τα Πριν πια όλα ξεχασμένα.
Διαλέξτε. Ή θα ‘χετε Οχτρό θανάσιμον καρσί σας
ή φίλο ένα διαλεχτόν δίπλα-κοντά-μαζί σας.

Κάντε να μην ντρεπόμαστε που έλληνες μετράμε
και πια εμείς το Άσυλο γιατί να το ζητάμε;
Άσυλο αφού ολόκληρη για όλους θα ’ναι η χώρα,
μ’ ακράτηγην απλοχεριά, σ' όλους θα στέλλει δώρα.

Γιώργης Χολιαστός



ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΡΟΓΚ
ΠΩΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΗΡΕ ΜΕΤΑΛΛΙΟ ΣΤΟ ΝΤΟΠΙΝΓΚ

Άκου τι επήγε κι είπε ο παλιάθρωπος ο Ρογκ!
Πως η Ελλάδα μπορεί να ‘βγε τελευταία στο πινγκ-πονγκ
και να μην έχει διαπρέψει εις των μεταλλίων το shoping
μα εβγήκε πρώτη πρώτη και καλλίτερη στο doping!

Τι αισχρός! Επειδή μέσα στης προπόνησης τη δίνη
λάθος ένα μες στα τόσα τα σωστά μας είχε γίνει
και οι αθλητές μας πήραν αντί δύο χαπακίων
τα κουτιά μ’ όλα τα χάπια (και μετά των καπακίων),

πρέπει αυτός με ειρωνεία στην Ελλάδα να μιλάει;
κι όχι μέσα του μονάχα μα κι απόξω να γελάει;
Και θα πρέπει η υφήλιος όλη κι επισήμως να γνωρίσει
πως η χώρα η αθλιοτέρα ειν’ η Ελλάδα μες στη Δύση;

Και ορθώς η Ελλάς εθίγη. Κι οι υπεύθυνοι της χώρας-
όποιοι ήσαν τέλος πάντων στα λεπτά κείνης της ώρας-
το μεγάλο ανάστημά των το ελληνικό ορθώσαν
κι απαντήσεις περηφάνιας εις τον Ρογκ αμέσως δώσαν.

Και του είπαν η Ελλάδα υψηλά στέκεται τόσο
που εις ουδένα επιτρέπει να της κάνει τον καμπόσο-
πως αμόλυντον κρατάει την αξίαν και την τιμήν της
που δε δέχεται ούτε μύγαν στο ιερό πάνω σπαθί της!

Όχι παίζουμε! κι αν μέσα στα σκατά έχει όλη πέσει
όμως κύριε Ρογκ η Ελλάδα δε λυγάει ποτέ τη μέση
και το στόμα της κρατώντας στων σκατών την επιφάνεια
διαλαλεί την εθνικήν της πανταχού την περηφάνια.

Μην κοιτάτε που ορισμένοι, ή δικοί μας είτε ξένοι
τελευταία τήνε κρίνουν όταν μ’ άλλους παραβγαίνει:
ειν’ ανήθικοι κι αχρείοι και ανθέλληνες και φαύλοι
δεν τους πρέπουν στην γην πάνω της ζωής των ούτε οι ναύλοι.

Δεν γνωρίζουν. Μόνο λένε. Την αλήθεια όμως τώρα
θα τη μάθετε από μένα για την τέλεια ετούτη χώρα
ώστε πλέον αμφιβολία να μην έχετε καμία
πως η Ελλάς είναι μεγάλη κι όχι μοναχά τιμία.

Και ειπέ μας κύριε Ρογκ μας, πού αλλού τη βρήκες σκάρτη
την Ελλάδα; Σ’ όλα εκείνη (σα σαρακοστή το Μάρτη)
μέσα είναι και πρωτεύει. Κι όπως λεν οι υπουργοί της
κράτος άλλο δεν της βγαίνει σα θα συγκριθεί μαζί της.

Κι αν δεν έχουμε Παιδεία κι αν δεν έχουμε Υγεία
Τι μ’ αυτό-για μας τους ξύπνιους τακτική είναι παγία
με κομπίνες να περνάμε και με αγραμματοσύνη
κι ως για γιατρικό μας φτάνει μία μόνον ασπιρίνη.

Κι ας μας κλέβουν ασυστόλως οι πολιτικοί μας όλοι
και αφέντες πάντα ας μπαίνουν στο μικρό μας περιβόλι,
μεις τους θέλουμε ναν’ έτσι-είναι ο μαζοχισμός μας
που σ’ αυτό γερά μας σπρώχνει-κι είναι ολόκληρος δικός μας.

Κι οι δημόσιοι υπάλληλοί μας όλη μέρα αν τα ξύνουν
κι αν με μίζες πληρωμένοι σημασία λίγη μας δίνουν
της φυλής η εξυπνάδα τους ανέχετ’ έτσι νάναι-
και σε μας αυτοί αν ερχόνται, από μας ίδια τραβάνε.

Κι αν η διαφθορά μάς πνίγει κι αν βρωμάνε τα σκουπίδια
δε μας νοιάζει΄ κι αύριο πάλι μια μερίδα από τα ίδια
γιατί θέλουμε απεργίες οι σκουπιδιαραίοι να κάνουν
ώστε οι τηλεοράσεις νάχουν θέματα να βάνουν.

Και την Κύπρο και τα Σκόπια μεις τα έχουμε ανοίξει
για να κάνουμε και κάτι και να μη μας τρώει η πλήξη.
Κι η ακρίβεια αν μας λιώνει και στερούμαστε τα πάντα
έχουμ’ έτσι συνηθίσει-τ’ έχεις Γιάννη; τ’ είχα πάντα.

Μη λοιπόν σε μας κολλάτε κύριε Ρογκ, γιατί μονάχοι
έχουμε η Ελλάς διαλέξει τέτοια μοίρα η έρμη να ’χει
ώστε η μόνη να ’ναι χώρα εις τον μάταιο τούτο κόσμο
που τη σκάφη λέει σύκα και τη μπόχα λέει δυόσμο.

Την μοναδικότητά μας κύριε Ρογκ κι ας την φθονείτε
αλλά ύβρεις τέτοιες πάλι σας παρακαλώ μην πείτε-
στη μακάρια μας αφήστε την αθλιότητα να ζούμε-
τι; εμείς ήρθαμε αξίους και εντίμους να σας πούμε;..


Κύριε Ρογκ η περηφάνια που αλύπητα μας δέρνει
καυτηριάζει όποιον στο στόμα με κακό σκοπό μας φέρνει.
όπως κάναμε και τώρα μετα σας κύριε Ρογκ μου.
Και θα βάλω αυτά που γράφω να το ξέρετε! στο μπλογκ μου,

για να δούνε όλοι κι όλες πως τον έλληνα αν τον θίξεις
είναι σαν πληγή μεγάλη και βαθιά να του ανοίξεις.
Και ας ειν’ η μόνη αλήθεια ό,τι έχεις πει γι αυτόνε,
μα η ράχη του κι η μύτη για καυγά όλο τον τρώνε.

Και γι αυτό μην απορήσεις που όλοι αυτοί σου είπαν τόσα.
Μες στα τόσα τα στραβά τους και στραβή έχουνε γλώσσα
κι αν αλήθεια μια τους πούνε, μ’ ένα ψέμα θ’ απαντήσουν
δίχως σκέψη μια να κάνουν ή το θέμα μελετήσουν.

Κι αφού έχουμε διαλέξει έτσι αλλόκοτα να ζούμε
δε σας πέφτει εσάς ο λόγος τι θα κάνουμε ή τι πούμε
και γι αυτό ανακαλέστε όσα λόγια είπατε ήδη
για τους έλληνες, που στάζουν όχι μέλι αλλά ξύδι.

Γιατί όχι τίποτ’ άλλο, αλλά, κύριε πρόεδρέ μου
σε καιρούς είτε ειρήνης είτε σε καιρούς πολέμου
η Ελλάδα μπορεί δάφνες να μη δρέπει, αλλά τσουκνίδες
που από βραβεία κατέχει, μαζεμένες αλλού είδες;

---








φτιάξει ποδηλατοδρόμους σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, επαρχία)




Α! Τι καλή απόφαση ο Χατζηδάκης πήρε
και πώς μ’ αυτήν, τη δυστυχιά της χώρας όλης ήρε!
Ω! πώς πια όλοι ευτυχείς θα ’μαστε στην Ελλάδα,
που μία κάνει η συννεφιά και δέκα η λιακάδα!..

Ω! Τι μεγάλες αλλαγές στη χώρα που θα γίνουν
τώρα που τ’ αυτοκίνητα οι έλληνες αφήνουν
και ποδηλάτου εφεξής τιμόνι θα κρατούνε-
ήγουν τουτέστιν δηλαδή που θα ποδηλατούνε.!..

Γιατί σαφώς εδήλωσε ο ρέκτης υπουργός μας
πως πλέον να! θα πληρωθεί ο πόθος ο κρυφός μας:
πως η κυβέρνηση εκτός απ’ τους γνωστούς τους δρόμους
θα φκιάσει –το αποφάσισε- και ποδηλατοδρόμους.

Κι αυτό ας γίνει μάθημα σε κάθε αμφισβητία:
η εμβέλεια θα είναι πια της χώρας τεραστία
σε αλκή, σε δόξα, σε ηθική και σε πολιτισμό-
σε όλων τέλος των υγιών πραγμάτων τον εσμό.

Αισίως λοιπόν τα τέσσερα θα γίνουν τώρα δύο
και των τρικύκλων χάνεται το ντούρο ως τώρα τρίο
(κι αν ο Κωστάκης βουληθεί να φάει κανα Λαμπράκη
δε θα χρειάζεται παρά ένα ποδηλατάκι).

Ο έλλην δε θα χρειάζεται πλέον για να τρακάρει
παρά ένα ποδήλατο στην αγορά να πάρει.
και θα συναγωνίζωνται οι νέοι μας οι μόρτες
όχι με μηχανών αλλά με ποδηλάτων κόντρες.

Και ο μικρός Γιωργάκης μας πολύ θα καμαρώνει
που από καιρό πολύν κρατεί ποδήλατου τιμόνι
και σαν ο πρώτος μας σ’ αυτά διδάξας θα επαίρεται
και κάτι θα ’χει έτσι κι αυτός ο δύστυχος να χαίρεται.

Μόνο θα πρέπει ο καψερός μαθήματα να πάρει
σ’ έν’ απ’ τα τόσα τα σχολεία που η χώρα θα φουλάρει
ώστε στα κόλπα να μυηθεί όλα του ποδηλάτου
μη κι αστοχία του καμμιά τον ρίξει πάλι κάτου.

Και τη φορά σπάσει αυτή όχι κανένα χέρι
μα πάθει κάποιο κάταγμα στου κεφαλιού τα μέρη
και ότι άδειο είναι αυτό, μάθει η Ελλάδα όλη,
του μισθωτού καθώς Ρωμιού είναι το πορτοφόλι.

(Ξέρω-υπερβάλλω: σ’ όσα πριν είπα,μη δώστε βάση
γιατί όσο να’ ’ναι, αρχηγός κόμματος για να φτάσει
να ξέρει πρέπει πού ακριβώς μπαίνει το δαχτυλίδι-
στον μέσο; στον παράμεσο; στον λιχανό; στον δείκτη;)


Α! Τα καλά ειν’ αμέτρητα στον τόπο που θα ’ρθούνε
σε σέλλα όταν ποδήλατου οι πολίτες ανεβούνε.
κι όταν κινούν τα πόδια τους σε κύκλους στον αέρα
χωρίς τις σόλες τους ως πριν να φθείρουν κάθε μέρα.

Τότε αυτοκίνητου ακριβού δε θα ’χουμε τη χρεία
και ζέστα θα παράγουμε στης χειμωνιάς τα κρύα-
μόνο με το ποδήλατο-τις ρόδες του γυρνώντας-
ενέργεια θα παράγουμε, ως οικολόγοι ζώντας.

Και ίσως απ’ τη φούργια μας που θα ’χουμε την τόση
το ιερό της ράτσας μας φιλότιμο φουντώσει
και τότε –όλα γίνονται…- η Ελλάς φύγει απ’ τον πάτον
και βιοτεχνία ίσως κι αυτή φτιάξει ποδηλάτων!

Τότε οι κλέφτες –οι υπουργοί κι οι βουλευτές μας λέω-
λιγότερα θα κλέβουνε,ποδήλατου ελέω,
γιατί πού θα τα βάζουνε σπίτι για να τα πάνε;-
στη σκάρα τόσα χρήματα πολλά δεν τα χωράνε.

Καλά το λέγαν μερικοί μεγάλοι εθνικόφρονες
ο Θεός πως την Ελλάδα μας δε θα την εγκατέλειπε.
Και όσοι λεν δε θεωρώ πολύ πως είναι σώφρονες:
«όλα τα είχε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε».


Ποδήλατο! Ποδήλατο! Σωτήρα της Ελλάδος!
Με τα στραβά μας θα πλησθεί των σκουπιδιών ο κάδος
κι όλα τα νέα κι ωραία μας τώρα θα ζωντανέψουμε!
Τεταρτοκοσμικότητα! Στον κάδο εσέ θα πέψουμε!

Η Υγεία κτήμα θα γινεί του κάθενός πολίτη,
όλοι κι από ’να δεύτερο θα ’χουμε τώρα σπίτι,
οι τούρκοι ευθύς θα πάψουνε το Αιγαίο να ζητάνε
και οι φτωχοί να εκλιπαρούν δυο ευρώ κάτι να φάνε.

Γραμματισμένοι οι νέοι μας θ’ αφήνουν τα θρανία
και των πλουσίων για κλοπή θα κορεστεί η μανία.
Τα δομημένα ομόλογα θ’ αποξεδομηθούνε
και τα που εγίναν σκάνδαλα θα ξεσκανταλωθούνε.

Οι Τούρκοι θα μας δώσουνε πίσω τη Βόρεια Κύπρο,
το γάλα θα ’χει λιανική δέκα λεπτά το λίτρο,
οι Σκοπιανοί θα πάψουνε λοξά να μας κυττάνε
και Ήπειρο οι Αλβανοί κι Άρτα δε θα ζητάνε.


Ω! Κώστα Χατζηδάκη μας! Θερμά σ’ ευχαριστούμε
που από τούδε και στο εξής πανευτυχείς θα ζούμε!
Κι αν κάποιοι, και ύστερ’ απ’ ΑΥΤΟ, αρχίσουν πάλι γκρίνια,
δε χάνεις-ξανασκέψου το: υπάρχουν και πατίνια.

Γιώργης Χολιαστός
---





ΝΕΜΕΑ ΚΑΙ ΔΕΗ
ΚΑΙ ΛΟΓΙΑ ΕΥΚΛΕΗ

Ρε Καραμανλή της πλάκας, πώς σου μπήκε στο τσερβέλο
Κι έτσι με το «άστε ντούε»-κι έτσι με το «έτσι θέλω»
Τη ΔΕΗ πας και μας παίρνεις που ’δώ πέρα είχαμε πρώτα,
Δηλαδή πας και αλλάζεις των Νεμεατών τα φώτα;

Πώς θα βλέπουν τα παιδιά μας να μαθαίνουν στο σχολείο
Ότι ένα κι ένα κάνουν όχι τρία, παρά δύο;
Πώς στο στόμα θα οδηγούμε όταν τρώμε,το πηρούνι
Και αυτό δε θα πηγαίνει προς τ’ αυτιά ή το πηγούνι;

Πώς το βράδυ εφημερίδα ο καθείς μας θα διαβάζει
Και τα μάτια του απ’ την τόση την προσπάθεια δε θα βγάζει;
Πώς θα βλέπουμε αν το χέρι που το χρήμα μας μάς παίρνει
Το γαλάζιο έχει το χρώμα ή αισίως πρασινοφέρνει;

Και δεν έχει και μεγάλη σημασία ποιος μας κλέβει
Μα να μη και μια σαν τούτη απορία μας παιδεύει.
Φτάνουν όσες απορίες η κυβέρνηση μας δίνει
Που απ’ το τόσο ν’ απορούμε έχουμε άποροι όλοι γίνει:

Πώς γεννάει σοφίες τόσες το μυαλό του Αλογοσκούφη
Αφού τόσο του ’χει δώσει ο θεός όσο του Γκούφη;
Πού οι βουλευτές μας βρίσκουν και δυο δυο τις βίλλες έχουν
Κι όλοι πάνω σε Μερσέντες και Φερράρι μόνο τρέχουν;

Πόσα σώβρακα ν’ αλλάζεις άραγε την κάθε μέρα
Όταν πας προσκεκλημένος απ’ τον Μπους στις ΗΠΑ,πέρα,
και ο πλανητάρχης στρέφει προς εσένα τη ματιά του
γρήγορα αν δεν καταφέρεις να κρυφτείς κάπου μακριά του;

Πώς μπορείς και καταφέρνεις και τη φτώχεια την πληθαίνεις
Ενώ η κλίκα η δική σου και ο ίδιος συ πλουταίνεις;
Γιατί άραγε το βέτο που στα Σκόπια είχες βάλει
Πως στα «συν» μετράει νομίζει το αδειανό σου το κεφάλι-

Και γυρνάς πίσω σα να ’σουν ήρωας ή και θεός
Κι όχι ό,τι τώρα είσαι: ηττημένος και φαιδρός.
Κι η μεγάλη απορία που ολουνούς εμάς κατέχει
Είναι πώς,με τόση φόρα που η κυβέρνησή σου έχει

Και πηγαίνει από τονα το κακό στο παραπέρα,
Το καράβι πάνω ακόμα δεν το έριξες σε ξέρα...
Και λοιπόν αφού βουλή σου είναι να μας ξεφωτίσεις
Άκου λίγες από κείνες που ’χω εγώ ακόμα ερωτήσεις:

Πώς θα βλέπουμε σαπούθε πέφτει τάχα η Ραφήνα
Να σου στέλνουμε τα πέντε φάσκελά μας κάθε μήνα
όταν παίρνουμε τους λόγγους, τις πλαγιές και τα ρουμάνια
Της ΔΕΗ για να ξοφλάμε τους λογαριασμούς, με δάνεια,

Που οι τόσες τράπεζές σου μας παρέχουνε αβέρτα
Για να παίρνουν μας κατόπι φαγητό, σπίτι, κουβέρτα;
Κι αν αισχρέ Κωστάκη ξέρεις και από μυθολογία
Πρόσεξε σωστά των μύθων να διακρίνεις την ουσία

Και τον κάθε μύθο στα όρια τα σημερινά να φέρνεις
Άμα θέλεις φουκαρά μου να επιζείς να καταφέρνεις.
Γιατί σήμερα δεν είναι το λιοντάρι της Νεμέας
Παρά η φτώχεια που ’χεις δώσει της Ελλάδας μας της νέας.

Κι αν εσύ αυτόν το λιόντα Ηρακλής σα νέος να ’σουν
Δε σκοτώσεις, τα σαγόνια τα γερά του θα σε χάσουν.
Κι είναι κρίμα η Ελλάδα τον δυνάστη της να χάσει-
Τέτιοι σπάνια δυνάστες φανερώνονται στην Πλάση.

Και ποιος πια θα μας ρουφάει με το καλαμάκι το αίμα;
Ποιος οι εκλογές σα φτάνουν θα μας πνίγει μες στο ψέμμα;
Ποιος σαν κλώσα θα κλωσάει και θα βγάζει κλεφταράδες;
Ποιος ομόλογα θα φτιάχνει να πουλάει κατά δεκάδες;

Ποιος θα κλέβει τον κοσμάκη; Μαχαιριές ποιος θα του δίνει;
Ποιος θα χτίζει εκκλησίες και νοσοκομεία θα κλείνει;
Ποιος στο θειο του θα δίνει να φυλάει τα κλεψιμέικα
Ώστε όταν σπίτι πάει να περνάει πλέον μπέικα,

στο τιμόνι ενώ όταν είναι της Ελλάδας της καυμένης
με το «πόθεν» του το «έσχες» δείχνει άκληρος και πένης;
Μα οι απορίες μας όλες δε θα βρουν ποτέ τους λύση
Αφού όλα της Νεμέας συ τα φώτα θα ’χεις σβύσει.

Και με ολόκλειστα τα μάτια μεις μονάχα θα μπορούμε
Άλλο τίποτα όχι πάρα, μοναχά να θυμηθούμε
όσα βλέπαμε σαν ήταν ο καλός παλιός καιρός-
δηλαδή ο καιρός εκείνος που η Νεμέα είχε φως.

Θα θυμόμαστε ας πούμε μια σκηνή που όλη εκφράζει
Την αισχρή σου την ουσία και σα γάντι της ταιριάζει.
Τότε που όντας με τους άλλους τους μεγάλους ΝΑΤΟικούς
Σε μια πόλη της Ευρώπης, έβλεπες κατά τον Μπους

Σαν μικρούλα πουτανίτσα στο μεγάλον μπρος «προστάτη»
Καρτερώντας να γελάσει-σε «αστείο» που είπες κάτι.
Απ’ το ψεύτικο το γέλιο που γελούσες βλέποντάς τον
Ώστε σα σε δει να ξέρει πως γελάς λατρεύοντάς τον,

Οι γωνιές του στόματός σου ως τ’ αυτιά σου είχανε φτάσει
Και η φάτσα σου είχε χρώμα παντζαριού που ’χει ωριμάσει.
Κι όταν κείνος με την άκρη μόνο σ’ είδε του ματιού του-
Κι όταν είδε έναν που πάντα ήταν κι είναι του χεριού του-

Και σ’ αγνόησε όπως κάνει ο ελέφας με μια μύγα,
Τότε πίσω όπως στεκόσουν απ’ τον ατσαλένιο γίγα
Αξιολύπητος τόσο ήσουν να μαζέψεις σα ζητούσες
Του εαυτού σου τα κομμάτια-κι ούτε αυτό δεν το μπορούσες…

Και σου λείψαν πια εκείνες οι φιλόδοξές σου τάσεις
φιλικά με πλανητάρχες να ποθείς να κουβεντιάσεις
για να δείξεις ότι τάχα έγινες κι εσύ ένας κάποιος
επειδή σ’ έχει ψηφίσει άμυαλος λαός και σάπιος.

Κι από τότε φέρεσαι όπως κάθε φέρεται ανάξιος-
Σαν φελλός που ούτε μια λέξη να του πουν δεν είναι άξιος΄
ή σαν πρόθυμη κοττούλα που όλο λέει στον πετεινό:
«Όποτε με θέλεις έλα-για σε πάντα ειμ’ εδώ.»

Θα θυμόμαστε πως βγήκες σαν τη γάτα τη βρεγμένη
Να «επιθεωρήσεις» τάχα τη Ζαχάρω την κα(η)μένη
και να δείξεις με το ύφος που γελοία είχες παρμένο
πως εσύ δε φταις καθόλου για ό,τ’ ήταν γινωμένο.

Θα θυμόμαστε και κείνο το «σεμνά και ταπεινά» σου.
Αν αλήθεια εννοούσες ότι πρέπει τα σκυλιά σου
Να δαγκώνουνε μα δίχως, όπως πριν να μας γαυγίζουν,
Το κατάφερες΄ και τώρα με μπαμπάκι μας ξεσχίζουν.

Θα θυμόμαστε όσα κάνεις για τον καπιταλισμό
Ενώ πάντα για τη φτώχεια φέρνεις τον κατακλυσμό.
Θα θυμόμαστε πως έχεις την Παιδεία καταρρακώσει,
Πως στην άσφαλτο δεκάδες ως τα τώρα έχεις σκοτώσει,

Οι φτωχοί πως επληθύναν, πως η Υγεία έχει ρέψει
Και πως έχεις της πατρίδας την περφάνεια σακατέψει.
Θα θυμόμαστε πως έχεις διαλυμένο πια το κράτος
Η αξιοπιστία πως έχει της Ελλάδας πάει πάτος,

Οι πολίτες ότι έχουν πια ζητιάνοι καταντήσει,
Πως της ΕΟΚ ζήτουλας είσαι, πως την Κύπρο έχεις πουλήσει.
Τις χαρές που είχες κάνει οι δικοί σου όταν όλοι
Τ’ ασφαλιστικό ψηφίσαν καθώς γνήσιοι χαχόλοι.

Κι ας μην έχεις διόλου τσίπα κι αξιοπρέπεια καμμιά,
Μα μπορείς χωρίς καθόλου να σου γίνει εσέ ζημιά
Τη ΔΕΗ να μη τη διώξεις απ’ την όμορφη Νεμέα-
Τη ΔΕΗ τη για την πόλη του Ηρακλέους αναγκαία,

Ώστε φώτα έχοντας πάλι,να θυμόμαστε πιο λίγο
Και να έχουμε το νου μας στων αμπέλων μας τον τρύγο
Κι όχι στις βρωμιές τις τόσες που από δαύτες όλος ζέχνεις
Μιας και κόσκινο αυτές είναι παλαιάς για σένα τέχνης…

1-5-08




ΚΛΟΠΈΣ ΚΑΙ ΚΟΡΟΪΔΊΕΣ

Με κοροϊδεύουνε οι ταξιτζήδες
με κοροϊδεύουνε οι παντοπώλες
με κοροϊδεύουνε οι μπουζουκτσήδες
με κοροϊδεύουνε οι ζυθοπώλες.

Με κλέβουνε υπάλληλοι κι εμπόροι,
πρωθυπουργοί, υπουργοί και βουλευτάδες΄
με κλέβουν μαθητές και προφεσόροι
με κλέβουν διάκοι, μοναχοί, παπάδες.

Με κλέβουνε για χρόνια και για χρόνια.
Με κοροϊδεύουν για αιώνων αιώνες-
Της ζωής μου ερημάχτηκαν τα κλώνια
μεγαλεξάντρειες μου οι χαρές γοργόνες.

Νόμο αφού έκανες την κοροϊδία
πότε, Θεέ, κι εγώ θα κοροϊδέψω;
Κι αφού όλοι κλέβουν μες στην κοινωνία,
εγώ θεέ μου, πότε-ποιον θα κλέψω;..




20/6/08 10:39
ΠΕΡΙ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΑΙΝΑΣ

Κύριε Αλογοσκούφη μου πολύ με στενοχώρησε
ο Καχριμάκης, που, ο κακός, ευθέως σας κατηγόρησε
πως –άκου!- η γυναίκα σας αντεθνικά ενήργησε
(το λέω και το δέρμα μου-ιδέτε το! ερίγησε)-

πως δηλαδή στην Τέλεκομ πούλησε τον ΟΤΕ,
πράγμα που όπως λέει αυτή, δεν έκανε ποτέ.
Τι πήγε και σκαρφίστηκε αλήθεια ο Καχριμάκης!
Ψητό που θα το ζήλευε ως κι πολύς ο Μάκης:

η σύζυγος του πιο πιστού καραμανλοϋπουργού
να συμμετέχει σε δουλειά στημένη!-Κύριε θού…
Απλά η γυναίκα έτσι αγνή που είναι, αγνοούσε
σε ποιου φιδιού την τρομερή φωλιά υπηρετούσε.

Πού να φαντάζονταν ποτέ ότι η εταιρία
που η πρώτη του Κεφάλαιου επόζαρε Κυρία,
θα καταδέχονταν ποτέ σαν πόρνη να φερθεί
κι ανήθικα του ανήλικου ΟΤΕ μας να ριχτεί…

Πως λέγοντας και λέγοντας θα μας τον ξελογιάσει
και-ω! θεοί και δαίμονες!- στο τέλος θα τον βιάσει.!
Όταν χαρτιά χειρίζεσαι μονάχα όλημερίς
τότε για βρώμικες δουλειές διόλου δεν ευκαιρείς.

Κι αυτή χαρτιά χειρίζονταν-τα έβαζε σε τάξη,
ποιο θα κρατήσει εδιάλεγε και ποιο τους θα πετάξει,
τα στοίχιζε, τα ζύγιαζε, τα ’βαζε σε σειρούλα
και πού και πού τους έβαζε και κάμια υπογραφούλα-

έτσι, για να ’χει κάτι τι το χρόνο της να κάνει
κι απ’ την ανία την πολλή νύστα να μη την πιάνει
καθώς τους υπαλλήλους μας πιάνει τους δημοσίους
που ύπνους ρίχνουν συνεχώς της νύχτας διπλασίους

(κι ενώ τα ξύνουν συνεχώς θέλουνε και μπαξίσι!
και όχι άλλο τίποτα, μα εκείνη…τι να ξύσει;..)
Κι αν τ’ άντερά της έβγαζε μόνο με το να βάζει
κάποιες μονάχα υπογραφές, το πράγμα δεν αλλάζει-

έτσι κι αλλιώς η Τέλεκομ τη χώρα μας θ’ αγόραζε,
το μάτι της είτε αυτή είτε άλλος θα της το ’βγαζε΄
σ΄αυτήν ο κλήρος έλαχε. Είναι αυτό αιτία
τόσο να γίνει στη Βουλή μεγάλη φασαρία;

Κι αν η Αλογοσκούφαινα γι αυτό που έχει κάνει
λεφτά επήρε που θνητού κοινού ο νους δε βάνει,
ε! και λοιπόν; τι έγινε; Πρώτη γυναίκα είναι
που στην κλεψιά το σύζυγο βοηθάει;-μα δε γίνε

ται γάμος δίχως στέφανα- κι ο πλούτος για να έρθει
με γαϊδουριά θέλει κλωτσιά και μ’ ατιμία μέθη.
Στο κάτω κάτω φάγανε περσότερα κάτι άλλοι
κι ακόμα περισσότερα κάποιοι πολύ μεγάλοι.

Και τι; Πάθανε τίποτα; Γιατί αυτή να πάθει;
Α! Ο υπουργός ο άντρας της έτσι την έχει μάθει,
να τρώει πρώτα όσο μπορεί, κι ύστερα να καμώνεται
αθώα πως είναι, στη βρωμιά περσότερο κι ας χώνεται.

Ποιος θα τολμήσει με υπουργού γυναίκα να τα βάλει
που μαγικό φορεί σκουφί μάλιστα στο κεφάλι;
Κι αν η γυναίκα υπουργού δεν κάνει να εργάζεται
σε μια εταιρία που δεινά για έλληνες απεργάζεται,
ας ειν’ καλά ο σύζυγος: αυτός θα μεριμνήσει
του Καχριμάνη του άθλιου το στόμα να το κλείσει.

Γιώργης Χολιαστός



Ψηφοφορία Βουλής 4-5-09
ή
ΒΌΔΙ ΛΑΌΣ

…Ε, Βόδι λαέ;.. Ωραία ψηφοφορία!..
Μη!.. Όχι!.. μη σηκώνεις τη μουσούδα.
Αιτία για επανάσταση καμία.
Όλα καλά τραβούν-δόξα τω Βούδα.

Κοιμήσου ήσυχα καλό μου Βόδι.
Όλα καλά στο μαγαζί δουλεύουν.
Ως πάντα οι θύτες σου πατάνε πόδι
κι έθος ως είναι, οι κλέφτες θριαμβεύουν.

Κι αν Βόδι μου η βουκέντρα σε πληγιάζει
κι αν στ’ όργωμα η ζωή σου αναλώθη
ησύχασε-η Βουλή για σε δικάζει-
και, ιδού: δικαιοσύνη «απεδόθη».





Τρίτη, 5 Μαΐου 2009
Βλέποντας την ελληνική σημαία να κυματίζει στη Βέροια ή όπου στο διάολο ήταν που είχανε πάει ο επιτυχημένος Πρόεδρός μας και ο σεμνός και ταπεινός και στέρεας Παιδείας πρωθυπουργός μας, σκέφτηκα ότι αν ζούσε σήμερα, αυτό το ποίημα θα έγραφε για τη σημαία μας ο Θρασύβουλος Ζωιόπουλος (Στέφανος Δάφνης)

Αυτό είναι το ιερό πανί, το πρασινογαλάζο
ξεσκλίδι από σκάνδαλα κι από φριχτές κλεψιές
που σαν τη μούχλα είναι μπλε και πράσινο σαν έλος
και λοιδωρεί ένα λαό με αυνανισμένο νου.

Αυτό είναι το ιερό πανί που όταν περνάει μπροστά μας
το σιχαινόνται οι ψυχές και βλαστημά η καρδιά μας.
Πάνω του χέζουν υπουργοί΄ και κτήνη βουλευτές
ολονυχτίς επάνω του πορνεύονται κρυφά.

Και δεν ειν’ η αύρα που ’ρχεται γλυκά να το χαιδέψει-
δεν τ’ανεμίζει πρόσχαρα η αύρα η σιγανή,
παρά σβησμένη μια πνοή που δεν μπορεί να ορμήσει
και ν’ ασελγήσει και αυτή στο δίχρωμο πανί.

Είν’ η σημαία΄ την ξεπουλούν παπάδες μ' άσπρα γένια
για έναν παρά ή για χλιδή και πλούτη μυθικά΄
ειν’ η σημαία΄ που η Βουλή με κείνηνε ασπίδα
διώχνει το κάθε που ’ρχεται καλό για την πατρίδα.



ρατζαφέρης: Ο Καραμανλής δεν έβαλε το δάχτυλο στο δοχείο με το μέλι…

ΔΆΧΤΥΛΟ ΣΤΟ ΜΈΛΙ
Γιατί να βάλει ο Καραμανλής
το χέρι του στο μέλι,
αφού του κάδου έτσι πιο πολύ
θα γίνονταν το μέλι,

μιας κι ο Κωστάκης στάζει από παντού
το μέλι της ρεμούλας
που και από ΕΡΕ κι από Νου Δου
άρπαξε ο φαταούλας;

Και αν στο πόθεν έσχες λιγοστά
περιουσιακά δηλώνει
είναι στην τσέπη μόνο όσα βαστά
ψιλά για να πληρώνει.

Τ’ άλλα, τα κλεψιμέϊκα τα πολλά
στο θείο τα ’χει δώσει
να του φυλάει όμορφα και καλά
η Ντόρα ως να τον διώξει

(τραβώντας για δυνάστης στη Βουλή
με ύφος του λέει βοδίσιο:
«Θείε, μού τα κρατάς μία στιγμή;
Πάω να κυβερνήσω…»)

Και όταν πίσω πάει τον καρτερούν
δυο δισεκατομμύρια
ενώ το Λαό τον τυραννούν
ισάριθμα μαρτύρια.

Πατρίδα μου αχ! Πολύ σε αγαπώ
που όλα μοιράζεις δίκια:
που τίποτα δε δίνεις στον φτωχό
και όλα στα καθίκια.

Γιώργης Χολιαστός









ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟΊ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΊ

Καραμανλής:
Ελληνίδες Έλληνες
Κλέψαμε! Κλέψαμε με την ψυχή μας. Και τι δεν έχουμε να επιδείξουμε: Ομόλογα, Ζήμενς, Βατοπέδιο…Εμείς δεν υποσχόμαστε ελληνικέ λαέ. Εμείς πράττουμε. Είμαστε αντάξιοί σου ελληνικέ λαέ. Ψηφίζοντάς μας ψηφίζεις τη σάρκα από τη σάρκα σου.
Με τη νίκη!

Παπανδρέου:
Ελληνικέ λαέ
δεν είμαστε στην Κυβέρνηση για να δείξουμε κι εμείς ανάλογη δράση με της Νέας Δημοκρατίας. Όμως θυμήσου τα δικά μας όταν ήμασταν στην Εξουσία-Φάγαμε από τρία πακέτα Ντελόρ, φάγαμε από αεροδρόμιο, μετρό, Ολυμπιακά έργα. Και η κορωνίδα της κλεψιάς μας-το Χρηματιστήριο! Ψήφισέ μας και σού υποσχόμαστε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Όχι μικροκλοπές! Από Χρηματιστήριο και πάνω!
Με τη νίκη



Παπαρήγα:
Σύντροφοι, συντρόφισσες
Ο Γερμανός-μη σας ξεγελάνε-είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου του ΚΚΕ. Μας προβοκάρουν όμως-δε θέλουνε να ακουστούνε οι άλλες κλεψιές μας γιατί τότε δε θα ξέρουνε πού να κρυφτούν. Γι αυτό και δε θ’ αφήσουμε εισαγγελέα να πλησιάσει στον Περισσό. Αυτό δε σου λέει κάτι; Γεια σας σύντροφοι και συντρόφισσες.
Με τη νίκη




Τσίπρας
Ελληνικέ λαέ
νομίζω έχω το δικαίωμα να σου ζητήσω να με κρίνεις επιεικώς λόγω του νέου της ηλικίας μου και της απειρίας μου στο άρπαγμα. Σου υπόσχομαι όμως, αν μου δώσεις ένα διψήφιο νούμερο, να ξεπεράσω τις υποσχέσεις μου και τις προσδοκίες σου-θα κλέψω με όλη την ορμή της νιότης μου.
Με τη νίκη.





Καρατζαφέρης:

Ελληνικέ λαέ
Εγώ πάντοτε ήμουν ειλικρινής μαζί σου. Και είμαι από κείνους που παραδέχομαι τα λάθη μου. Ναι λοιπόν-και θα ήτανε μάταιο να το κρύψω-, έδωσα ένα εκατομμύριο στο Ταμείο των Φτωχών. Μέα κούλπα. και ποιος δεν κάνει λάθη; Όμως μην ξεχνάς ότι προερχόμαστε από τη Νέα Δημοκρατία, το παραδοσιακό Κόμμα της κλεψιάς. Εμπιστέψου μας! Δεν θα σε απογοητέψουμε!
Μα τη νίκη.






Το θέατρο της μιας σελίδας

ΛΑΌΣ ΔΙΚΆΖΩΝ
Πρόσωπα: Λαός, κατηγορούμενοι (Μητσοτάκης, Σημίτης, Παπανδρέου, Καραμανλής, Ντόρα, Κυριάκος)

Λαός
Κύριε Επίτιμε ποτέ, κλέψατε στη ζωή σας;
Μητσοτάκης
Ποτέ μου κύριε δικαστά-εγώ μόνο τα πήρα.
Λαός
Αθώος. Σεις, εκλέψατε ποτέ κύριε Σημίτη;
Σημίτης
Εγώ; Ποτέ αγαπητέ-τα έχω πιάσει μόνο.
Λαός
Αθώος. Μήπως κλέψατε κύριε Καραμανλή μου;
Καραμανλής
Εγώ; Ο τόσον ηθικός και στέρεας Παιδείας;
Λαός
Αθώος. Και παρακαλώ-να λείπουνε τα γέλια!..
Και σεις; Μήπως εκλέψατε κυρία Ντόρα ίσως;
Ντόρα
Εγώ μονάχα εψώνιζα χωρίς λεφτά στη Ζήμενς.
Λαός
Αθώα. Και σεις αγαπητέ κύριε Παπανδρέου;
Παπανδρέου
Δεν ξέρω… Αλλά καλού κακού ρωτήστε τη μαμά μου.
Λαός
…Αθώος… Για έλα δω κι εσύ ρε νιάνιαρο Κυριάκο-
Πες μου έκλεψες; Κι αν ναι, νωρίς δε βγήκες στο κουρμπέτι;
Κυριάκος
Εγώ να σ’ έκλεβα Λαέ; Πώς κάτι τέτοιο σου ‘ρθε;
Ποτέ! Μον’ ό,τι αγόραζα ξέχναγα να πληρώνω.
Λαός
Όλοι αθώοι. Πηγαίνετε.
(Βγαίνουν όλοι γελώντας. Μόνος)
Ορίστε: όλοι αθώοι!
Αχ! Οι συκοφαντίες σας παλιοεφημερίδες!
Το Δίκιο αν δε σκεφτόμουνα μόνος μου ν’ αποδώσω,
η αμφιβολία θα μ’ έτρωγε ποιος ξέρει πόσο ακόμα…
Και να! Κανείς δεν έκλεψε! Μου το ’πανε οι ίδιοι!
Αυτοί αν δεν ξέρουν τότε ποιος; Αγνοί πολιτικοί μου!...
Και τώρα ήσυχος πολύ από χαζές ιδέες
τραβώ στην κάλπη όλο χαρά να τους ξαναψηφίσω!




Το θέατρο της μιας σελίδας

ΛΑΌΣ ΔΙΚΆΖΩΝ
Πρόσωπα: Λαός, κατηγορούμενοι (Μητσοτάκης, Σημίτης, Παπανδρέου, Καραμανλής, Ντόρα, Κυριάκος)

Λαός
Κύριε Επίτιμε ποτέ, κλέψατε στη ζωή σας;
Μητσοτάκης
Ποτέ μου κύριε δικαστά-εγώ μόνο τα πήρα.
Λαός
Αθώος. Σεις, εκλέψατε ποτέ κύριε Σημίτη;
Σημίτης
Εγώ; Ποτέ αγαπητέ-τα έχω πιάσει μόνο.
Λαός
Αθώος. Μήπως κλέψατε κύριε Καραμανλή μου;
Καραμανλής
Εγώ; Ο τόσον ηθικός και στέρεας Παιδείας;
Λαός
Αθώος. Και παρακαλώ-να λείπουνε τα γέλια!..
Και σεις; Μήπως εκλέψατε κυρία Ντόρα ίσως;
Ντόρα
Εγώ μονάχα εψώνιζα χωρίς λεφτά στη Ζήμενς.
Λαός
Αθώα. Και σεις αγαπητέ κύριε Παπανδρέου;
Παπανδρέου
Δεν ξέρω… Αλλά καλού κακού ρωτήστε τη μαμά μου.
Λαός
…Αθώος… Για έλα δω κι εσύ ρε νιάνιαρο Κυριάκο-
Πες μου έκλεψες; Κι αν ναι, νωρίς δε βγήκες στο κουρμπέτι;
Κυριάκος
Εγώ να σ’ έκλεβα Λαέ; Πώς κάτι τέτοιο σου ‘ρθε;
Ποτέ! Μον’ ό,τι αγόραζα ξέχναγα να πληρώνω.
Λαός
Όλοι αθώοι. Πηγαίνετε.
(Βγαίνουν όλοι γελώντας. Μόνος)
Ορίστε: όλοι αθώοι!
Αχ! Οι συκοφαντίες σας παλιοεφημερίδες!
Το Δίκιο αν δε σκεφτόμουνα μόνος μου ν’ αποδώσω,
η αμφιβολία θα μ’ έτρωγε ποιος ξέρει πόσο ακόμα…
Και να! Κανείς δεν έκλεψε! Μου το ’πανε οι ίδιοι!
Αυτοί αν δεν ξέρουν τότε ποιος; Αγνοί πολιτικοί μου!...
Και τώρα ήσυχος πολύ από χαζές ιδέες
τραβώ στην κάλπη όλο χαρά να τους ξαναψηφίσω! 





ΔΙΟΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΌΤΕΡΟΙ
«Μας βάζουν στο ίδιο τσουβάλι όλους-λένε πως όλοι κλέβουμε. Όμως δεν είμαστε όλοι ίδιοι.»
(οι πολιτικοί στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις)


«Δεν είμαστε ίδιοι όλοι μας». Είσαστε όμως κύριοι.
και μάλιστα χειρότερος ο ένας απ’ τον άλλον.
Και κλέφτες και παλιάνθρωποι και κτήνη κι αλητήριοι΄
ου μην αλλά και ψεύταροι εκ των πολύ μεγάλων.

Μπορεί από το φόβο τους κάποιοι να μη σουφρώνουν.
Σημαίνει αυτό όμως πως κλεψιά δεν κάνανε καμία;
Τότε πού βρήκαν τα λεφτά-και κείνα που δηλώνουν
αλλά και κείνα σε κρυφά όπου φυλάν ταμεία;

Πού-που αυτός που εργάζεται οχτάωρο για χρόνια
δεν έχει ούτε δεύτερο σακάκι να φορέσει;
Πού-που λεφτά για διακοπές σε ήλιους ή σε χιόνια
ποτέ ο τίμιος δουλευτής δεν είχε να διαθέσει;

Όποιος δεν κλέφτει, ή άλληνε ωφέλεια δεν έχει
από κεινούς που κλέβουνε, τότε στο λαό μπρος πάει
και ξεμπροστιάζει τους μιαρούς. Κι αυτό αν δεν τ’ αντέχει
την κλίκα κάνε των κλεφτών αμέσως παρατάει

και πια μπροστάρης στου λαού γίνεται την πορεία
που έχει για τέρμα της αγνή κι αθώα μια κατάσταση-
αθώα από ψέμα, διαφθορά, κλοπή και αλητεία:
που η νικήτρα τέρμα της είναι η επανάσταση.

Μα κτήνη ειν’ όλοι οι βουλευτές κι ολόπαχα γουρούνια.
Και πίνουν το αίμα του λαού και στον ιδρώ του πλένε.
Και είναι μέσα στη βρωμιά χωμένοι ως τα μπούνια.
Κι είναι οι χειρότεροι απ’ αυτούς οι που δεν κλέβουν λένε.

Γι αυτό και μες στα λίπη τους λεπίδι θα βυθίσει
και τη ζωή από το σαπρό κορμί τους θα χωρίσει΄
Και τότε μια θα χτίσουμε περήφανη πατρίδα
που κάθε θα ’ναι της παιδί του ήλιου της μι αχτίδα.

Γιώργης Χολιαστός






ΟΙΚΟΛΌΓΟΙ ΠΡΆΣΙΝΟΙ

Ψηφείστε Οικολόγους. Σας συμφέρει.
Θα ‘σαστε κερδισμένοι από χέρι
ανθρώποι τέτοιοι αν σας κυβερνήσουν-
όλα σας τα προβλήματα θα λύσουν.

Δουλειά θα ‘χετε όλοι Κι ο καθείς σας
κέρας Αμάλθειας θα ’χετε μαζί σας.
Κι ιδού με λίγα λόγια τα ωραία
που θα γινούν με πράσινους παρέα:

Δουλειά θα έχουν όλοι. Ο καθένας
θα εκτρέφει στο χωράφι του λεαίνας
και μες στο σπίτι του θα περποιείται
όποιο φυτό ή ζώο φανταστείτε.

Η ανεργία σας τέρμα επομένως.
Μα κι όποιος έρχεται στη χώρα ξένος
το ίδιο κι αυτός-απλά και νέτα σκέτα
θ’ αναλαμβάνει από μια καρέτα.

Ένα ένα τα εργοστάσια θα κλείνουν
το περιβάλλον μας να μη μολύνουν
και μη τους πελαργούς της Θράκης βλάψουν
ή το μεγάλωμα των δέντρων πάψουν.

Και δέντρα θα γεμίσουνε τη χώρα
ου μην μα και θηρία σαρκοβόρα
τα πάντα που άνω κάτω θα τα κάνουν
λες οι πολιτικοί μας δε μας φτάνουν.

Και (το θυμήθηκα όταν είπα «πάντα»)
γεμάτη θα ’ναι η τι-βι μας πάντα
κι έγνοια θα ’ναι όλη των ελλήνων
το σεξ όχι αυτών αλλά εκείνων.

Και κάθε που ένα πάντα θα γ…..
η χώρα σε χαράς θα πλέει μεθύσι
και όταν θα σωθεί ένα βατράχι
σωσμό η ευτυχία μας δε θα ’χει.












Στο σπίτι του, μεσημεριού ώρα ο Μήτρος πάει
και του Γιαννιού τη σφαλιστή την πόρτα του χτυπάει.
Κι όταν ο Γιάννος έξω βγει αγουροξυπνημένος
μ’ αυτά τα λόγια του μιλεί ο Μήτρος ξαναμμένος:

-Γιάννο μου μη σου βρίσκεται λεξοτανίλ κανένα
ή ένα βάλιουμ ή ταβόρ ή έστω ένα ντεπόν;
- Ρε Μήτρο έτσι εσένανε σ’ έχουνε μαθημένα
που αχαιρέτητα έρχεσαι και μου μιλάς;..Λοιπόν;..
- Γιάννο μου καλημέρα σου και σου ζητώ συγνώμη
μα τρέμω τέτοπιαν εκδοχή και να σκεφτώ ακόμη.
Πες μου, έχεις Γιάννο κάτι τι απ’ ό,τι σου ζητάω,
ή λάθος πόρτα εχτύπησα και άνθρωπο ρωτάω;
- Στάσου ρε Μήτρο-ποια εκδοχή; Πες μου να καταλάβω.
Πες γιατί αν δεν εξηγηθείς να σου μιλάω παύω.
- Όχι Γιαννάκο μου, μη αυτό το κάνεις να χαρείς΄
τέτοια ώρα να με βόηθαγες μόνον εσύ μπορείς.
Και για να μη πάλι ρωτάς αμέσως σ’ απαντάω-
έχω δυο μέρες να χαρώ, να κοιμηθώ, να φάω,
από την αγωνία μου μη δε νικήσει ο Σάκης!
και χίλιες λάμες την καρδιά μού σκίζουνε οσάκις
κάποιος ειπεί ότι μπορεί και να μην έρθει πρώτος.
-Με άλλα λόγια είσαι βλαξ βαρέως και αδιορθώτως.
- Γιατί με βρίζεις Γιάννο μου που αγαπώ το Σάκη;
Ή είμαι ο μόνος; Κοίταξε τριγύρω σου λιγάκι
οι έλληνες όλοι άφησαν και τις ευρωεκλογές,
και σκάνδαλα, και διαφθορά και υπουργών κλεψιές
κι όλοι τα μάτια στρέψανε στη Μόσχα-στη Ρωσία-
εσένα δε σου κάνει αυτό εντύπωση καμία;
-Μήτρο μου πάντα οι έλληνες με τα φτηνά ασχολούνται
με κείνα διασκεδάζουνε, ονειρεύονται, κοιμούνται.
- Φτηνός ο Σάκης Γιάννο μου; Εγώ ακριβόν τον βρίσκω
κι όποιου στοιχήματος αν θες παίρνω εγώ το ρίσκο
πως πρώτος θα ‘ναι στη σειρά της νίκης-αμφιβάλλεις;
- Όχι, μα το ίσο ας κρατώ ενόσω εσύ θα ψάλλεις.
- Τι ίσα; τι ψαλσίματα; Εδώ η τιμή μας παίζεται
και συ κι οι όμοιοί σου Γιάννο μου αυτό το κοροϊδεύετε;
- Καλά. Μα πες μου Μήτρο μου, τι σ’ έχει τόσο κάνει
να θεωρείς ότι πουλιά στον αέρα ο Σάκης πιάνει;
- Γιάννο, δεν είδες πώς πηδά επάνω στη σκηνή;
- Στο ύψος αγωνίζεται; Δεν είδα εγώ σκοινί.
- Με κοροϊδεύεις Γιάννο μου. Το πήδημα επάνω
του το ζητάει ο ρυθμός του τραγουδιού του Γιάννο…
- Κι ο ψύλλος Μήτρο μου πηδά βραβεία όμως δεν παίρνει.
- Ναι αλλά είδες πώς μπροστά χαριτωμένα γέρνει;
- Εδώ η Ελλάδα έγειρε και πέφτει όπου να ‘ναι,
του Σάκη τα γερσίματα για σένανε μετράνε;
- Μα Γιάννο μου ο Σάκης μας; Το Όνομα; Ο Θρύλος;
- Μήτρο το Θεό να ευλογάς καλός μου που είσαι φίλος
αλλιώς αν τέτοια έλεγες γι αυτόν τον άθλιο τύπο
εκτός απ’ της καρδούλας σου θα ’νιωθες κι άλλον χτύπο:
του αγριεμένου μου χεριού στον σβέρκο σου επάνω
για ώρα, δίχως διάλειμμα ή διακοπή να κάνω.
- Μα Γιάννο μου ο Σάκης μας δεν είδες πώς κουνιέται;
Πώς το κορμί του μια μπροστά και μία πίσω σειέται
και το μπλουζάκι του κι αυτό πώς το ρυθμό ακλουθάει
και μία πίσω και αυτό και μια μπροστά πετάει;
Και τ’ ότι κάνουν σαν τρελές γι αυτόν οι ελληνίδες
ούτε αυτό για σε μετρά; Ή ούτε αυτό το είδες;
- Και επειδή τα τσόκαρα της άμοιρης Ελλάδας
(που έπρεπε ένας σύγχρονος να τα τρωγε Καιάδας)
φωνάζουν και βουρλίζονται το Σάκη όταν κοιτάνε
πρέπει αυτές κι οι έλληνες οι άλλοι ν’ ακλουθάνε;
- Μα Γιάννο, ο Σάκης βρέχτηκε επάνω στη σκηνή!
Ούτε αυτό εσένανε πια δεν σε συγκινεί;
- Ναι;! Δε μου το ‘χες πει αυτό! Αν βράχηκε εντάξει!
- Βλέπεις Γιαννάκο μου; Αυτό τη γνώμη σου έχει αλλάξει!...
- Ρε βλάκα, ρε χαζόπραμα, ρεζίλι τω σκυλιώνε,
ρε κουτεντέ, ρε ντενεκέ, ρε κούφιε φανφαρόνε,
ρε όποιος, βλάκα, βρέχεται θα πει πως κάτι τρέχει;
Τότε καθείς θα έτρεχε το σώμα του να βρέχει
και πρώτος θα ‘βγαινε παντού έναν κουβά κρατώντας
που θα καμάρωνε κι αυτός μέσα του δόξα κλειώντας.
- Γιάννο μου, όμως, σήμερα, του τελικού τη μέρα-
δεν άκουσες πρωί πρωί τι βγήκε στον αέρα-
ο Σάκης, κι άλλο ένα κουμπί της μπλούζας του της άσπρης
θα ξεκουμπώσει! Τότε πια και συ θα γίνεις λάτρης
του θείου κορμιού περσότερο που τώρα θα φανεί
θειότερου απ’ τη θεία του-την άφταστη φωνή.
- Θα ΄θελα μ’ ένα Μήτρακα βαρύ βαρύ σφυρί
την κεφαλή σου να ’σπαζα φίλε μου την ξερή
να δω τι κλείνει μέσα της: άχερα ή σκατά;
Μα πάλι να την έκλεινα με προσοχή μετά
γιατ’ είσαι ο καλλίτερος φίλος μου δυστυχώς
και δίχως σου θα ένιωθα μονάχος κι ορφανός…
- Γιαννάκο μου να! μα το ναι, μου ‘ρχεται να δακρύσω
που ό, τι κι αν σου τσαμπουνώ με θέλεις πάλι πίσω…
Μ’ άκου και τούτο που θα πω κι ύστερα αποχωρώ.
Τελειώνοντας ο Σάκης μας τον σπάνιο του χορό,
στην τελευταία πρόταση από τ’ άγιο του τραγούδι
καθώς σε βάθρο στέκεται πάνω σαν αγγελούδι,
το βάθρο στόμα μέγα ανοί’ και ω! θαυμάσια θέα!
η ελληνική εμφανίζεται μέσα του η σημαία.
Έτσι δε διαφημίζουμε τη χώρα μας; Για πες!
-Γιάννο μου πως οι έλληνες παραείναι ρατσιστές
δε χρειαζόταν να το πει αυτό κανένας Σάκης.
Σε ρατσισμό είναι η Ελλάς όχι μονάχα αυτάρκης
μα κάνει και εξαγωγή σε όλη την υφήλιο.
Ανύπαρκτη όντας όπου αλλού κάτω από τον ήλιο,
γυρεύει έξω να ειπεί κι εκείνη πως υπάρχει
κι ας μη κανένας τηνε βρει όσο πολύ κι αν ψάχει.
Ρίζες μην έχοντας κι αρχή, προγόνους, ιστορία,
μην έχοντας πολιτισμό ή άλλη καμιάν αξία,
με νάζι τη σημαία της εδώ και κει γυρίζει
κι ως κράτος να τηνε δεχτούν οι άλλοι κλαψουρίζει.
Κι όλοι οι λαοί τη φτύνουνε και την περιγελούνε
και ολοσφιχτά κουμπώνονται να φτάνει σαν τη δούνε
και την Ελλάδα θέλουνε να ’χουνε στο πλευρό τους
όχι σαν σύντροφο μα σαν τον γελωτοποιό τους.
-Γιάννο μου μελαγχόλησα με όσα τώρα μου είπες.
Κι αν είχα ερχόντας λύπη μια , τώρα έχω χίλιες λύπες.
Ας μ’ άφηνες Γιαννάκο μου τουλάχιστο να ελπίζω
πως όντας ίσως έλληνας κάτι κι εγώ αξίζω…
- Φίλε μου, τώρα ξέροντας τι είναι η Ελλάδα
από αυτήν καλλίτερα θα έχεις μια λιακάδα-
μιας και ατός του τίποτα δεν έχει ο λαός σου χτίσει,
ας χαίρεσαι για ό,τι απλά σου δίνει η κυρα-Φύση.
-Γιάννο μου μού άλλαξες μυαλά μ’ αυτή μας τη συζήτηση.
Κατάλαβα οι έλληνες πως είμαστε για λύπηση
κι ότι αξία δεν έχουμε καμία μες στην πλάση…
όμως ο διάολος μπορεί, το πόδι του να σπάσει
και-σχώρα με Γιαννάκο μου-ο Σάκης πρώτος να ‘ρθει;
- Αχ, η ξερή καφάλα σου ποτέ της δε θα μάθει.
Μα ρε Μητρούση φίλε μου τόσο σε αγαπάω
που από δω και ύστερα κι εγώ το Σάκη πάω.
Κι άντε μωρέ, χαζούτσικος ας είσαι, την ευχή
κι εγώ σου δίνω, νικητής ο Σάκης σου να βγει.