Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

λγ.

Καθίστε αναπαυτικά στην πολυθρόνα σας.
Το πούρο στο χέρι
τα πόδια πάνω στο σκαμνί απλωμένα
(μήπως αιστάνεστε άβολα κάπου;..)
κι ακούστε με:
Στενάζω και σχίζονται ουρανοί.
Πονώ και σύμπαντα χαλιούνται .
Ζηλεύω κι όλες οι φωτιές της πλάσης
με λιώνουν με τα λάβρα χέρια τους.
Στιγμής ανάπαψη δε βρίσκει
όχι το πνεύμα
όχι το σώμα
μα ούτε τ' όνειρο-και μέσα του υποφέρω.

Ευχαριστώ.

















ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

λδ.

Πόσο ακόμα θα με βασανίσεις;
Για πόσο ακόμα θ' αναπνέω μόνο κοντά σου;
Για πόσο ακόμα θα γυρεύω στα κλεφτά
μία να δω να με θωρεί λάγνα ματιά σου;
Για πόσο ακόμα το χαμόγελό σου αυτό
ίδιο μαχαίρι θα χαράζει την ψυχή μου;

Μα θα 'ρθει η ώρα η βλογημένη-θα 'ρθει
που θα μου λένε: "να! η Νικολίτσα!"
και θα τους λέω: "την είδα-και λοιπόν;.."

Α! Βλογημένη ώρα έλα!
Έλα η ώρα η καλή όπου θα βλέπω
του Έρωτα όχι το φριχτό το τόξο
μα τη φαρέτρα του-
όχι τα μάτια τα σκληρά του
παρά τις ρίζες των φτερών του θα θωρώ...















ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

λε.

Πάω προς Αίγιο.
Δεξά μου
μες σε βράχια κι αγριόχορτα
πρόβατα
κι ανάμεσά τους
η ζακέτα.
Κόκκινη.
Κομψή.

Σταματάω τ' όχημα μπροστά της:
"...λίγο γάλα..."
"Όποτε θέλετε!"
"Τώρα!"
Χαμόγελο-
"Τώρα δε γίνεται'
ή πρωί ή βράδυ.
Ελάτε αύριο πρωί.
Το πρώτο σπίτι στο χωριό..."

Γιατί, Θεέ, να μου χαμογελάσει;
Έτσι άρχισε το τέλος μου.