Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

λθ.

Έτσι λοιπόν…
Αφού ούτε να με δεις δε θέλεις
στη στάνη δεν ξανάρχομαι.

Όλα εγίναν όπως έπρεπε-
στην ηλικία και στη συγγένεια και στην τάξη του καθένας.
Συ με τους νέους, τους συγγενείς και τους δικούς
κι εγώ με τρεις ωραίες μοναξιές παρέα.

Τώρα τα μάτια σου θα φέγγουνε μια σφαίρα
όπου κανείς δε θα 'ναι να φωτίζεται.
Και το υπέροχο χαμόγελό σου
το ιδανικό
νεκρό θα πέφτει κάτω
απ' το μελένιο βγαίνοντας το στόμα
καθώς ψυχή
καμιά για να ηδύνει δε θα βρίσκει.

Τώρα η γη θα ξαναρχίσει να υποτάσσεται
στην έλλειψη, στην ανεπάρκεια και στην ξέρα
μες στην ψυχή μου αφού θα μένουν αφανέρωτα
όσα ευγενή αυτή
αναγκεμένη από τα μάτια σου εσκόρπιζε.






ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

μ.

Φεύγοντας κάθε βράδυ απ' τον Αντίλαλο
χρυσάφι εφόρτωνα τ' αμάξι μου
απ' τα ορυχεία των παρειών,
των οφθαλμών,
του γέλωτος,
του στήθους
και στο υπόγειο του σπιτιού μου το εστοίβαζα,
ίσια επάνω απ' το μπιστόλι μου
που εκείνο
κάτω απ' το βάρος του χρυσού αυτού
είχε χωθεί για τα καλά στο χώμα-
στοίβες χρυσού
λαμπρού και κίτρινου.

Το βράδυ που με πρόδωσες
σα γύρισα και του υπόγειου άναψα το φως...

Τίποτα!
Όλο το χρυσάφι αφανισμένο.
Κι η κάννη του όπλου-
κρύα και μαύρη-ο θάνατος ο ίδιος
να με κοιτά θριαμβικά.

Από τη φρίκη τρέμοντας
κλείδωσα το υπόγειο βιαστικά
κι έφυγα τρέχοντας.

Ματαίως.
Τώρα τ' όπλο
είναι μπροστά μου πάντοτε
κι η μαύρη κάννη του
ζητάει τη μεγάλη χάρη να της κάνω
τα μελίγγια μου να δει.




ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

μα.

"Αντίλαλος". Η μέρα τελειώνει
σαν σαπισμένο ένα κορμί που λιώνει
Απόγευμα. Του πράσινου του λόφου
ενός πρωτόειδωτου η θέα ζόφου.

Σαν Ιερό φαντάζει το τοπίο
ενός θεού ανέραστου και χθόνιου.
Ιέρεια, ένα τυφλό κορίτσι θείο
αρχόντισσα και πρέσβειρα του Αιώνιου.

Τι θέλω εγώ εδώ αντίς στον Άδη
που μπρος του φως λαμπρό ετούτ' η εικόνα;
Τι θέλει της Συντέλειας το ρημάδι
στον πρωτινό ετούτο τον αιώνα;