ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ
κα.
Να περνώ απ' τον Αντίλαλο
κι από μια κλωστή να κρέμεται η ζωή μου:
θα τη δω; δε θα τη δω;
Κι αν δεν τη δω
πάει η κλωστή-εκόπηκε...
Και ναι, δεν είν' εκεί. Γιατί τα πρόβατα
μακριά 'π' τον δρόμο τα πηγαίνει να βοσκήσουνε-
τ' αχόρταγα...-
και το μάτι μου στο άδειο μέσα πλέκει.
Γι αυτό είναι που κάθε μέρα εγώ πεθαίνω-
γιατί τη σιλουέτα της δε βλέπω
να γράφεται τρελή χαρά
μέσα στου σούρουπου τη θλίψη.
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ
κβ.
Ποιος σου 'πε πως μπορείς να μη μου δίνεις τα φιλιά σου;
Εγώ δε σ' έπλασα; Ποιος ύπαρξη σου έδωσε για να μπορείς
καμαρωτά να περπατείς;
Ποιανού η ποίηση σ’ έφερε στο φως;
Και στα γραφτά ποιανού μέσα θα ζεις
ακόμα κι όταν οι άλλοι θα 'χουν λείψει;
Ποιος σου 'πε πως μπορείς να 'σαι καλή
με τον πατέρα και τ' αδέρφια σου
και δώθε ούτ' ένα βλέμμα;
Σ' αυτόν που σου 'δωσε ζωή τολμάς ν' αρνιέσαι;
Πρόσεξε καημενούλα μου-ακόμα λίγο,
λιγάκι μόνο ακόμα να με πιλατέψεις
και σκίζω τα χαρτιά με τα ποιήματα
και τα πετάω στη φωτιά,
και πας και συ μαζί τους.
Λοιπόν;..
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ
κγ.
Έπρεπε να περάσουνε δυο μήνες
που σ' έβλεπα καθημερνά
ώσπου μετά απ' αυτούς τους μήνες μόνο
να δω πως έχεις πόδια
και πως μπροστά,
στη φυλαγμένη για το στήθος θέση
προβάλλει κάτι .
Ήταν τη μέρα που εφόρεσες φουστάνι
στην άκρη βάζοντας το παντελόνι.
Από τη μια φοβήθηκα
να δω που ήσουν γυναίκα' μ' απ' την άλλη
θα 'δινα ό,τι έχω και δεν έχω
αν ήταν ν' άγγιζα το άσπρο αυτό
το στέριο και χοντρό και δυνατό
τ' ωραίο σου πόδι
που τόσους Ρέμπραντ και Βαν Γκογκ
πάνω του περπατώντας κουβαλεί-
θα 'δινα ό,τι έχω και δεν έχω
αν ήταν ν' άγγιζα το πόδι αυτό
καθώς ανάμεσ' απ' το σκίσιμο
μια πρόβαλε και μια ξανακρυβόνταν
του μαστρωπού σου φουστανιού.