ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ
ιε.
Πόσα χρόνια θα 'σαι νέα;
Θα γεράσεις μια φορά.
Θα περιμένω
ζωντανός
να σε ρωτήσω:
"και τώρα πες μου, τι κατάφερες
που δε με άφησες να σε φιλήσω;"
Να δω τι τότε θα μου πεις!
Αν βέβαια να μιλάς μπορείς ακόμα
γιατί στην ηλικία εκείνη
τα εγκεφαλικά
δεν είναι δα και σπάνια.
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ
ιστ.
Ο Μάης έβρεξε.
Χωρίς ο ήλιος να κρυφτεί
και δίχως λίγο η πλάση να κρυώσει.
Είναι του Μάη, λεν, το ψυχορράγημα
ή που τα όπλα του πριν παραδώσει
να μας τρομάξει λίγο προσπαθεί.
Δεν είναι τίποτε απ' αυτά.
Είναι που κείνο τ' άσπρο σύγνεφο
σε είδε και λαχτάρισε να σ' αγκαλιάσει.
Και τα χεράκια του άπλωσε-
μικρές χρυσές σταγόνες.
Κι αλήθεια σε αγκάλιασε για τα καλά
και σ' ερωτεύτηκε τελείως.
Γι αυτό μετά 'π' το χάδι του
παντού ήσουνα βρεγμένη.
Γι αυτό και τώρα έλαμπε το σύγνεφο
σαν φρεσκογυαλισμένο ασημικό
ή σαν παιδί που ξάφνω
κάποιος του εχάρισε
μια χούφτα καραμέλες.
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ
ιζ.
Νικολίτσα τηνε λένε. Η γιαγιά της
Λέττα τη φωνάζει. Μα ούτε Λέττα
ούτε Νικολίτσα
ούτε Λίτσα ή Νίτσα
δεν έπρεπε να είναι τ' όνομά της.
«Αντίλαλο» έπρεπε να τη φωνάζουν.
Γιατί το πράσινό του έχουν τα μάτια της
το απέραντο και το βαθύ
το ξάστερο και το μεγάλο.
Γιατί των χρυσωπών του των σταχυών
το χρώμα έχουνε πάρει τα μαλλιά της.
Γιατί έτσι κόκκινος
από τον ήλιο κάθε βράδυ βάφεται κι αυτός
καθώς απ' ομορφιά τα μάγουλά της.
Γιατί οι γραμμές του οι απαλές
του σώματός της φτιάχνουν τις καμπύλες.
Γιατί δυο θημωνιές του είναι τα στήθη της.
Γιατί σε κάθε χέρι της
πέντε μικρά κυκλάμινα τα δάχτυλά της.
Και το λευκό του στήθους της
για δείγμα ο Αντίλαλος το παίρνει
με τ' άσπρα του σαν είναι να ντυθεί.
Αλλά τι λέω... το μοιάσιμο
τόσο με πλάνεψε πολύ,
που ένα λαθεύοντας τα μπέρδεψα όλα:
δεν έπρεπε να την φωνάζουνε «Αντίλαλο»
μα τον Αντίλαλο
να τον φωνάζουν πρέπει Νικολίτσα.