Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΙΚΟΥ

η.

Δέντρο, της στάνης φύλακα
στου Αντίλαλου τα πλάγια,
που στέκεις όλο πόζα γιατί επάνω σου
κρεμάει κάθε μέρα τη ζακέτα της-
και τι μ' αυτό βρωμόδεντρο;

Έχεις εσύ ψυχή ώστε ν' αγάλλεσαι;
Μάτια έχεις για να καίγεσαι θωρώντας την;
Χέρια που να διψούν το χάδεμά της;
Με τη ζακέτα της εκείνη για πανί-
έτσι ωραία που κρεμιέται πάνω σου-
και το σκαρί σου βάρκα, σ' ηδονής
ανοίχτηκες ποτέ πελάγη;

Χέρι έχεις να πεθαίνει για έν’ άγγιγμα
του κόκαλου που πιάνει τα μαλλιά της,
μιας φλούδας απ' το μήλο που τα χέρια της καθάρισαν
κάποιου καθρέφτη που εχάρηκε για λίγο τη μορφή της;

Πόθησες συ ποτέ καθώς βαδίζει
πέτρα να γίνεις κάτω από το πόδι της;

Τις νύχτες εξαγρύπνησες-
αντίς σα σκιάχτρο αναίστητο να στέκεις-
με το να σκέφτεσαι πώς τάχα να κοιμάται;
Φεγγαραχτίδες αργυρές τάχα να τη φιλούνε;
Και στον κάθε της ανασασμό ν' ανθοβολάει μόσκος
ή απ’ ευωδιά γαρύφαλλου το δώμα να πλαντάζει;
Μαζί της σ' ύπνο να 'χουνε δοθεί κι οι ομορφιές της,
ή ξαγρυπνούνε και τις σκιες της νύχτας βασανίζουν;
Να 'ναι με το 'να χέρι της ξεσκέπαστο και τ' άλλο
κάτω απ' τ' ολάσπρο της πλευρό;

Και το μικρούλι δάχτυλο του άσκεπου χεριού της
φαντάστηκες πως θα μπορεί
την ώρα εκείνη ακριβώς
μία μικρούλα σύσπαση να κάνει;

Και θα 'δινες εσύ, ξύλο απελέκητο,
τη ζωή σου τη μισή για να 'σαι 'κει
και τη μισή την άλλη σου για ν' άγγιζες
το δαχτυλάκι εκείνο;

Το φάντασμα μιας τρίχας των μαλλιών της
σε βασάνισε-
μιας τρίχας άχαρο δεντρί!-
ώρες ολάκερες καθώς η φαντασιά σου
φιλιά γλυκά και χάδια το ετύλιγε
που τρίχα να 'ναι όχι πια παρά ηδονής
δοχείο πορφυρόντυτο
ξεχειλισμένο;

Ένιωσες συ από μια κίνηση-
κίνηση από τις καθημερνές, συνηθισμένες
που όλοι κάνουν-
ένιωσες μέσα σου εσύ
από μια τέτοια κίνησή της
χοροί γεμάτοι μάγια ν΄αρχινούν
και για ημέρες άθελά σου στο ρυθμό τους
να ζεις αιχμάλωτος και να πηγαίνεις;

Βέβαια κι όχι!-αλλιώς θα ξερριζώνοσουν
μόνο που θα πλησίαζε κοντά σου
και θα 'πεφτες επάνω της με βια
να τη χαρείς τόσο βαθιά
που δέντρο μες στη δέντρινη καρδιά σου να την κάνεις.

(...Αλήθεια πώς-πώς το μπορείς,
Αφού κοντά σου στέκει
καθώς σαν να σ' αγάπαγε-
ψυχρό πώς-πώς κρατιέσαι;
Και μια φορά που ακούμπησε
την πλάτη της θυμάμαι στον κορμό σου-
τι άλλο επερίμενες;..)

Α! Δέντρο! Τυχερό μέσα στη άπονη
τη φύση σου, που δίπλα σου-κοντά σου
έχεις το εμορφότερο
του κόσμου μας στολίδι
και πόθος άγριος δε σε τρώει,
δε σε δαγκάνει ζήλεια,
δε βλαστημάς χίλιες φορές την ώρα και τη μέρα
κοντά σου που την έφερε-
που κάθε πρωινό σου
για σε δεν είναι κι άλλη μια
σελίδα στο ατελείωτο
του πόνου σου βιβλίο-
δέντρο λοιπόν άκου καλά:
ή μάθε με κι εμένα
να μη με καίνε οι σαγίτες της ματιές,
ή,
αλλιώς,
λίγο πετρέλαιο,
ένα σπίρτο
και κάρβουνο σ’ αφήνω.