ΣΤΑ ΚΑΤΑΜΑΥΡΑ
(στο καφενείο του κύπριουΤζίμυ
Λος Άντζελες 1996)
Αν ήταν ένα θάλεγα
Μπορεί και νάναι αληθινό
Μα είναι πολλά και όλα ίδια
Τα ψαθωτά πανέρια
Με τα λουλούδια εντός τους τα εξωτικά-
Όσα και τα πολύφωτα
Που φέγγουνε αχνά από πάνω τους
Στο άλλως σκοτεινό αυτό
Λόγω νυκτός εστιατόριο.
Ψεύτικοι κι οι μικροί λευκέρυθροι ανθοί
ψεύτικες κι οι ανατάσεις της φωτιάς
που ζωγραφούν ταξιανθίες αυτοκρατορικές.
Α! και να ήτανε αληθινό
Α! και vc ήταν μόνον ένα
Το καλαθάκι τ’ άνθινο…
Κι ακόμα να μην ήταν
Στην κτείνουσα αφή μας προσιτό
Παρά να έστεκε ψηλά
Μοναδικό και μακρινό και απλησίαστο.
Α! Τότε θάτανε οι εικόνες όλες ανοιχτές
Κι οι υποθέσεις όλες έτοιμες
Να στολιστούν στολίζοντάς το.
Τώρα καθένα μοιάζει σαν και κείνες τις γυναίκες
Που τη δροσιά τους όλη και ‘τη χάρη παραδώσανε
Στις καθημερινές μικρές συνήθειες
Και κείνες τις εκάνανε ααν νύφες
Ντυμένες στα κατάμαυρα η σαν
Κύκνους λευκούς χωρίς φτερά
Και βουβαμένα αηδόνια.