Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

 
 ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. 
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του. 
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του. 
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. 
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. 
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. 
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

 
 «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ή
GYMPOLITIC

Όταν έμαθα ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ιδρύσει νέο κόμμα και παρά μια ίωση που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες του περιοδικού μου με έστειλε χτες στο σπίτι του Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
-Κύριε Χολιαστέ, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε πρωθυπουργέ. Δεν περίμενα να το εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και για το Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.
-Κύριε Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;
-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.
-Τώρα όμως ακούγεστε…
-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα δίπλα μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε υπουργέ;
-Στο χορό! 
-Στο χορό;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει τον λόγο.
-Θέλατε τότε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνατε συχνά δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε πρόεδρε;
-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ. 
-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την Πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;
-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, έτσι είπα.
-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…
-Σωστά. Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-…,«μυαλό»;…
-Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…
-Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι.
-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα;
-Να σας πω:

Δεν ξέρω πώς δεν έχετε 
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο 
μπορεί να κάνει σώμα.

Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:

Γυμνάζοντας τον ένα μου 
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά 
λύνω το Κυπριακό.

Με μίαν άσκηση σωστή 
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ 
του πρόεδρου του Γάλλου.

Με μοναχά λίγα πους-απς 
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν 
να μας τα δώσουν πίσω

και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά 
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός 
τα όρια τηνε φτάνω.

Λιγάκι κάνοντας μασάζ 
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα 
τον ίδιονε τον Μπους.

Πέντε φορές σηκώνοντας 
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν 
ως κι ενενήντα μοίρες

Και- κάτι που κυβέρνηση 
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ 
την υφαλοκρηπίδα.

Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι 
πρωθυπουργός το Μάρτη.

Θα κάνω δύο έλξεις μου
και-μα την παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας 
να έχει ανεργία.

Για την Παιδεία μοναχά 
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής 
σοφός να λογαριάζεται

Κι ως για το μέγα πρόβλημα 
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί 
του σώματος πλαγία.

Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου.
κάθε που θέλω αλλαγή 
θα είναι πια δική μου.

Θα ημπορούσα αν θέλατε 
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση 
δεν το ’χω εγώ σωστό

τώρα που έτσι μάλιστα 
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ 
πως σας το λέω με λύπη.

Γιατί εγώ-μη βλέπετε 
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου 
αν δεν το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά 
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα 
που κάνω μεγαλύτερα.

Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…

Να! τα πους-απς μου αύριο 
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού 
ευθύς θα σας γλιτώσω.

-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι… μού επιτρέπετε;
-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.
-Προχτές ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει «σκέπτομαι»;