Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

 ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΙΚΡΑ
1.
ΓΚΑΖΑΚΙΑ
Ανέχομαι μόνον τα γκαζάκια που μπαίνουν σε μέρη και σε ώρα που είναι αδύνατον να τραυματίσουν κανέναν.
Γιατί είναι ένα ξεθύμασμα των νιάτων. 
Αντίθετα, σε μιαν αντρίκια λαϊκή επανάσταση δεν θα έλεγα όχι, γιατί εκεί είναι σίγουρο πως όταν αποφασιστεί, γίνονται εκ των προτέρων και από τις δυο παρατάξεις αποδεκτά όποια όπλα και όποια δυσάρεστα αποτελέσματα-μιλάμε για πόλεμο πια. 
Για τα γκαζάκια όμως που μπαίνουν για να σκοτώσουν, είμαι τελείως αντίθετος.
Και όσοι κάνουν κάτι τέτοιο πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά.
Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις όμως, πρέπει δεχτούμε πως υπάρχουν ελαφρυντικά.
Και αυτό διότι οι  «γκαζάκηδες» είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων νέα παιδιά, και δεν ξέρουν ακόμα πώς δουλεύει η Δημοκρατία.
Δεν μπορούν να καταλάβουν για παράδειγμα, πώς οι βουλευτές είναι φτωχοί όταν γίνονται βουλευτές, και σε τέσσερα χρόνια είναι πάμπλουτοι.
Δεν μπορούν  να καταλάβουν γιατί, ενώ οι πολιτικοί πρέπει να φανερώνουν το Πόθεν Έσχες τους, αυτοί φανερώνουν μόνον το Έσχες.
Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί, ενώ οι πολιτικοί πλουτίζουν, οι σιδηρόδρομοι έχουν αφεθεί στην τύχη τους και τα μεγάλα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο. 
Καλά θα ήταν να υπάρξει ένα μάθημα από το Δημοτικό ακόμα, το «Πώς δουλεύει η Δημοκρατία», ώστε σιγά σιγά να εκλείψει η άγνοια της Νεολαίας πάνω σ’ αυτό το θέμα.
Tότε ούτε σαν υποψία δεν θα υπάρχει στο μυαλό των νέων μας το γκαζάκι.


2.

Η ΑΝΑΒΟΛΗ
Κάθισε στο παγκάκι. Ήταν ένα θερινό απόβραδο. Οι άνθρωποι γύρω έκαναν βόλτες ή κάθονταν στα ζαχαροπλαστεία. Παρέες χαρούμενες περνούσαν από μπρος του.
Έβγαλε από την τσάντα του τα χάπια και ένα πλαστικό μπουκαλάκι με νερό, και τα απίθωσε δίπλα του πάνω στο παγκάκι.
Να πάγωνε η ζωή στην ώρα εκείνη καλά θα ήταν. 
Γι αυτό και να  την αποχαιρετάς τέτοια ώρα είναι μια καλή επιλογή. 
Φεύγεις παίρνοντας καλές εικόνες ό,που πηγαίνεις. 
Μα η ζωή θα συνεχιστεί.
Θα χαλάσει το βράδυ για τον περίγυρο, θα γίνει δυσάρεστο θέαμα για λίγο για τους νέους, και η σειρήνα του ασθενοφόρου θα σκεπάσει για λίγο τη φωνή του τραγουδιστή που στέκει στη γωνία παίζοντας την κιθάρα του και τραγουδώντας απαλά. 
Μετά όλα θα συνεχίσουν από τη στιγμή που διακόπηκαν.
Άνοιξε το κουτάκι και πήρε το πρώτο χάπι. 
Το ήπιε με λίγο νερό.
Εκείνη την ώρα ακριβώς, σαν αυτό να ήτανε το σύνθημα, ένα κοριτσάκι κρατώντας μια μεγάλη ελαφριά, πλαστική, χρωματιστή μπάλα,  πετάχτηκε τρέχοντας από τα αριστερά του κοιτάζοντάς τον και γελώντας του με ένα γέλιο ευτυχίας.
Ήταν ένα εξάχρονο περίπου κοριτσάκι. Ψηλό, λεπτό, μελαχρινό, φορώντας ένα μακρύ σκουρόχρωμο ακριβό φουστάνι, που του έφτανε ως τους αστραγάλους. 
Το κοριτσάκι ήταν τόσο αδύνατο, που καθώς έτρεχε και πηδούσε με την μπάλα, καθόλου το φουστάνι δεν έβρισκε αντίσταση ή δεν υπεγείρετο στα μέρη του σώματος του μικρού κοριτσιού, ώστε να πάρει έστω για μια φευγαλέα στιγμή το σχήμα τους.
Το πρόσωπό του ήταν όμορφο, μα εκείνο που το 
ομόρφαινε λες, ήταν το κενό από ένα  επάνω μπροστά δόντι που έλειπε.
Το κοριτσάκι πετούσε μπρος του την μπάλα με χαριτωμένα ασυντόνιστες κινήσεις, και με τον ίδιο τρόπο έτρεχε πίσω της να την πιάσει.  Και δεν έκλεινε καλά τα χέρια γύρω από την μπάλα όταν την έφτανε,  και αυτή πάλι της ξέφευγε. Και όταν κατάφερνε πάλι να την πιάσει, την πετούσε μπροστά του με ίδιες κινήσεις, χωρίς δηλαδή να δείχνει ότι θέλει να την κατευθύνει κάπου συγκεκριμένα ώστε αυτή να χτυπήσει κάπου και να γυρίσει,  ή κάπου που να πέσει προς την κατεύθυνση που και το κοριτσάκι πήγαινε. 
Έτσι η μπάλα έφευγε προς διάφορα μέρη κάθε φορά, και το κοριτσάκι όλο έτρεχε πίσω από μία μπάλα που πήγαινε, φαινομενικά, όπου ήθελε.
Όλη αυτή η συμπεριφορά του κοριτσιού είχε ως αποτέλεσμα να τρέχει αυτό συνεχώς πίσω από την μπάλα, χωρίς να μπορεί να την πιάσει, αλλά και όταν ακόμα την έφτανε, της άλλαζε κατεύθυνση το ίδιο το κοριτσάκι, γιατί ακουμπώντας μόνο την μπάλα στην απόπειρά της να την πιάσει, χωρίς να το θέλει τής έδινε πάλι νέα ώθηση, αλλάζοντάς της κατεύθυνση κάθε φορά. 
Αυτό όλο, έκανε το κοριτσάκι να τρέχει αλλάζοντας σε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου κατεύθυνση, κάτι που το έκανε να γελά συνέχεια με αυτό, ενώ πάντοτε τον κοιτούσε.
Το παράξενο ήταν πως από την πρώτη στιγμή που το κοριτσάκι ξεπετάχτηκε μπροστά του, τον κοίταζε συνεχώς. Και θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο λόγος που δεν έπιανε ποτέ την μπάλα το κοριτσάκι, ήταν αυτός-ότι δηλαδή τρέχοντας και γελώντας κοίταζε συνέχεια μόνο προς αυτόν, και όχι προς την μπάλα, την οποία έβλεπε μόνον με την άκρη του ματιού του, ίσα για να μην τη χάσει από το οπτικό του πεδίο και σταματήσει έτσι το παιχνίδι του.
Όλα θα ήταν αναμενόμενα γι αυτόν, αν το κοριτσάκι, παίζοντας με την μπάλα δεν γελούσε ασταμάτητα, και δεν τον κοίταζε συνεχώς.
Όμως όχι. 
Συνέχεια, το βλέμμα του ήταν πάντα επάνω του, το γέλιο του ήταν ασταμάτητο, και τα μάτια του συνεχώς στραμμένα επάνω σ’ αυτόν, σαν να μην υπήρχαν άλλοι άνθρωποι.
Αυτός το έβλεπε άθελά του συνέχεια. Και χωρίς να χρειαστεί να στρέψει ούτε για μια στιγμή το κεφάλι του ή τη ματιά του, γιατί όλα γίνονταν μπροστά του ακριβώς, όπως το έργο στη σκηνή πάνω του θεάτρου.
Ένα κοριτσάκι με το μακρύ άνετο φουστανάκι του. 
Σαν ιέρεια μιας θρησκείας…
Άθελά του, δυο φορές, άπλωσε τα χέρια προς το κοριτσάκι, που σε όλην αυτή τη διάρκεια το έβλεπε κι αυτός όπως τον έβλεπε κι εκείνο, σχηματίζοντας με τις παλάμες του μια κοιλότητα που θα μπορούσε να δεχτεί την μπάλα αν έρχονταν προς το μέρος του, ώστε να δείξει ότι έτσι γίνεται  συνήθως, με την πρόθεση να του έστελνε την μπάλα το κοριτσάκι και να της την πετούσε κι αυτός, ώστε να μην τρέχει αυτό συνέχεια κυνηγώντας ένα μπαλόνι που συνεχώς του ξέφευγε. Γιατί το μόνο που έμοιαζε να συμβαίνει, ήταν ότι το κοριτσάκι έπιανε στα χέρια του πρώτη φορά μια τόσο μεγάλη μπάλα και δεν ήξερε τι να την κάνει.
Όμως η λογική δεν είχε τίποτε να κάνει στην περίπτωση αυτή. 
Το κοριτσάκι εξακολουθούσε να τρέχει και να τρέχει προς μια μπάλα που όλο την άγγιζε μόνον κάθε τόσο, χωρίς να ανταποκριθεί στην χειρονομία του, και πάντοτε τρέχοντας, αλλά και πάντοτε κοιτάζοντάς τον, και πάντα γελώντας… γελώντας… γελώντας του…
Γελώντας με ένα γέλιο που πολλές φορές άφηνε έναν ήχο γέλιου ηχηρού, λόγω του συνεχούς τρεξίματος από τη μια μεριά, αλλά και γάργαρου, σαν κελάρυσμα μικρού γρήγορου ρυακιού. 
Και ήταν τέτοιο το γέλιο,  που γελούσε κι αυτός γιατί το θέαμα ήταν, όχι βέβαια αστείο, αλλά τόσο ευχάριστο, που στον ήχο του δεν μπορούσε να μείνει σοβαρός ο πιο λυπημένος και ο πιο  αγέλαστος άνθρωπος. 
Σε λίγο ένας άντρας ψηλός, εύσωμος, εμφανίστηκε, από την ίδια πλευρά από όπου είχε έρθει και το κοριτσάκι.
Ψηλός, περασμένης ηλικίας, καλοντυμένος, στάθηκε απέναντι από το κοριτσάκι, και του άπλωσε τα χέρια για να δεχτεί την μπάλα και να την ξαναπετάξει στο κοριτσάκι παίζοντας.
Το κοριτσάκι του έστελνε την μπάλα, χωρίς όμως να ομαλοποιηθεί το παιχνίδι, γιατί ολοένα η μπάλα έφευγε από το κοριτσάκι όταν ήθελε να την πιάσει, κα πάντοτε αυτό έτρεχε και πάλι πίσω της.
Το παράξενο είναι ότι το κοριτσάκι ποτέ δεν κοίταξε προς το μέρος όπου στεκόταν ο ηλικιωμένος κύριος, παρά εξακολουθούσε να κοιτάζει τον άνθρωπο που καθόταν στο παγκάκι χωρίς ποτέ να δει προς τον δυνητικό συμπαίκτη του, και βλέποντας πάντοτε σ’ αυτόν εξακολουθούσε πάντα να γελάει.
Λόγος κανείς δεν βγήκε από το στόμα του κοριτσιού ή του συμπαίκτη του ενώ έπαιζαν.
Σε λίγο ο ηλικιωμένος κύριος έφυγε.
Το κοριτσάκι έπαιξε μόνο του πάλι για λίγο, ύστερα μάζεψε την μπάλα και έφυγε κι αυτό προς την ίδια κατεύθυνση.
Ο άνθρωπος που καθόταν στο παγκάκι ήταν λίγο ακίνητος και αγέλαστος.
Δεν πέρασαν τρία λεπτά και το κοριτσάκι βγήκε πάλι τρέχοντας από αριστερά πίσω του, και γελώντας του χαρούμενα και κοιτάζοντάς τον συνέχεια όπως πριν, έκανε τρέχοντας ένα ημικύκλιο μπροστά του, πριν χαθεί πάλι πίσω του. 
Ο άνθρωπος στο παγκάκι σηκώθηκε.
Πήρε τα χάπια και το νερό και άρχισε να περπατάει. 
Όταν έφτασε στον πρώτο κάδο σκουπιδιών, σταμάτησε μπρος του για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα έβγαλε το μπουκαλάκι με τα χάπια και το πέταξε στον κάδο.

  3.
Η εξάχρονη Έμυ, μια μέρα, πλησίασε σκεπτική τη μητέρα της;, με το δεξί της χέρι μαλάζοντας τον πήχη του αριστερού της χεριού, και την ρώτησε δείχνοντας με τα μάτια της αυτό που έκανε: «Μαμά, αυτό-αυτό το κρέας γύρω γύρω και μέσα του το κόκκαλο, όλα αυτά, πώς φτιάχτηκαν;»
Ποιος από τους γελοίους  που ονομάζονται φιλόσοφοι θα απαντήσει στην ερώτηση αυτού του παιδιού;
Ας είναι καλά η ποίηση, που είτε χλευάζοντας είτε ξεγελώντας, σκεπάζει το χάσμα μεταξύ ερώτησης και απάντησης, και έτσι πορεύεται και η Έμυ και η ανθρωπότητα-με τα παιχνίδια τους η κάθε μιά.


4.
Άκουσα μια διάλεξη που ήθελε να βγάλει από την πλάνη τους ανθρώπους σχετικά με το οντολογικό πρόβλημα.
Με λίγα λόγια είπε ότι ούτε η θρησκεία ούτε η επιστήμη έχει δώσει τη λύση. Γιατί η θρησκεία μιλάει για θεό, και η επιστήμη  δεν μας λέει τι υπήρξε πριν από το Μπιγκ Μπανγν.
Κατέληξε ότι είμαστε φανταστικά όντα που βρισκόμαστε και δρούμε σε ένα παιχνίδι μέσα, που κάποιος που γνωρίζει από αυτά έχει δημιουργήσει.
Και φαινόταν ότι ησύχασε καταλήγοντας έτσι.
Όμως δεν προχώρησε για να μας πει τι, ποιο, πώς, είναι το Όν αυτό που δημιούργησε το Παιχνίδι αυτό που μέσα του όπως λέει μας έβαλε.
Τότε τι μας είπε; Άλλαξε μόνον όνομα στο Άγνωστο.
Άλλη μία απόπειρα να γίνει ο άνθρωπος σοβαρός που πήγε χαμένη.


5.
Ο Κωστάκης είναι παιδικός φίλος και τα συζητάμε καμιά φορά.
Γεννηθήκαμε τον ίδιο μήνα του ίδιου χρόνου.
Προέρχεται από κουμουνιστική οικογένεια.
Μου έπιασε κουβέντα προχτές και μου έλεγε πόσο καλό έκανε ο Θεοδωράκης στην Ελλάδα.
Του είπα:
Ο Θεοδωράκης ήταν σπουδαίος μουσικοσυνθέτης.
Μου είπε ο Θεοδωράκης πρόσφερε πολλά στην Ελλάδα με την πολιτική του.
Τον ρώτησα: 
Αν δεν είχε υπάρξει ο Θεοδωράκης η Ελλάδα θα ήταν χειρότερη; Ή: Σε τι έγινε καλλίτερη η Ελλάδα επειδή υπήρξε ο Θεοδωράκης; Μήπως διορθώθηκε κάτι σ’ αυτήν; Τα ίδια χάλια δεν έχει που είχε και πριν τον Θεοδωράκη; Και τα ίδια χάλια δεν έχει και μετά τον Βελουχιώτη, τον Φλωράκη και μετά την Παπαρήγα, και μετά τον Καραμανλή, και μετά τον Παπανδρέου, και μετά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και μετά από όλους τους πρωθυπουργούς που περάσανε;
Με ποιον από αυτούς έγινε καλλίτερη; 
Εξάλλου κλέφτες δεν ήσαν εκείνοι που μας «ελευθέρωσαν» από τους Τούρκους; 
Απόγονοι εκείνων δεν κυβερνάνε έκτοτε την Ελλάδα; Και δεν είναι κλέφτες όλοι αυτοί-
μόνο που τώρα τους λένε πρωθυπουργούς, υπουργούς κλπ; 
Σε τι διαφέρει η Ελλάδα του 1821 από την σημερινή; 
Η διαφορά είναι ότι όλα πια γίνονται με νόμους ώστε να κλείνουν τα στόματα των ηλιθίων.
Ο Κωστάκης μου αντέτεινε ότι σήμερα «ζούμε καλλίτερα από τότε».
Του είπα ότι αν θεωρεί καλλίτερο το ότι δεν έχουμε λάμπες πετρελαίου αλλά ηλεκτρικές, αν θεωρεί καλλίτερο ότι μετακινούμαστε με αυτοκίνητα και λοιπά παρόμοια, τότε ζούμε καλλίτερα.
Όμως όπως ζούσαν καλλίτερα οι έλληνες του 1821 από τους παλιούς κατοίκους της Ελλάδας τους προ Χριστού. 
Πες μου λοιπόν Κωστάκη τι άλλαξε προς το καλλίτερο στην Ελλάδα τα διακόσα τόσα χρόνια;
Ποιο Υπουργείο έχει καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να κάνει κάτι καλό για την Ελλάδα;
Όλοι οι πολιτικοί που πέρασαν  έφαγαν με την ψυχή τους, χωρίς να αλλάξουν ΤΙΠΟΤΑ στραβό.
Απλά μόνον έζησαν τη ζωή τους.
Και οι τωρινοί όπως και οι προηγούμενοι πολιτικοί σέρνουν προς τον χαμό τη χώρα φωνάζοντας όπως όλοι: «Σώζουμε την Ελλάδα!»