Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

ΚΑΙ ΞΕΝΑ

Μνήμη σκληρέ βασανιστή, ζωή πικρό κελί μας
Πόθε αυλόθυρα κλειστή στον κήπο της Ψυχής μας
Και υπηρέτες τους πιστοί, σεις πέντε μας αισθήσεις..
Κι συ που σου ’μελε απ’ αυτούς Φως της Χαράς να σβήσεις…

Τα μάτια μας τη βλέπουνε, τα χέρια τη ζητούνε
Τ’ αυτιά από τής φωνίτσας της το χάδεμα μεθούνε
Μα του υπερώριμου, τ’ αψιού του Πόθου μας η οπώρα
Θενά χαθεί χωρίς ποτέ να τη γευτεί η Ντόρα.

Τα μύρα που αλόγιστα σκορπίζει το κορμί της
Οι δυο κρουστοί, ανώριμοι, αμάλαγοι καρποί της
Το ρόδο της, η μέση της, το χέρι της, το στόμα
Αχάδευτα κι αφίλητα θα μείνουν στον αιώνα.

Το ξέρω κι αποδέχομαι τη Μοίρα πούχει τάξει
Διψώντας μες στη λίμνη της μέσα να με πετάξει.
Μα, Μνήμη εσύ, γιατί-γιατί-γιατί αιχμαλωτίζεις
Το θείο κορμί κι αβασταγα μ’ αυτό μας βασανίζεις;

Γιατί το μαύρο των νυχτών με φως χρυσό το ντύνεις
Και πάλι--πάλι απόμακρο κι άπιαστο μας το δίνεις;
Γιατί κάθε της κίνηση, νάζι, φωνή και βλέμμα
Μας φέρνεις κι ανταριάζεις μας ασίγαστα το αίμα;

Και, Φαντασία εσύ γιατί μαζί του πάντα αρχίζεις
Να παίζεις και να χαίρεσαι και τόσα μας χαρίζεις
Δώρα, που όντας με χαρτί η με άμμο λες χτισμένα
Σε λίγο σβούν και μένουμε καράβια κουρσεμένα;

Μη και δεν είν’ η κλήρα σας να λέτε παραμύθια;
Μη Φαντασία και Μνήμη μου σεις είστε η Αλήθεια;
Μη κι ό,τι οι αισθήσεις μας οι πέντε τάχα νιώθουν
Με ανύπαρκτη, ανούσια, κι άϋλη κλωστή τα κλώθουν;

Αλλ’ αν Αλήθεια είσαστε θα υπήρχατε αιώνια.
Γιά σας δεν θα μετρούσανε ώρες, ημέρες, χρόνια…
Μα να που χάνεστε κι εσείς. Λοιπόν ποιός θα μου φέρει
Τη Ντόρα μου αιώνιο, παντοτινό μου ταίρι;

Μήπως ο Θάνατος διαρκής είναι μιά Φαντασία;
Η μόνη μήπως είναι αυτός Αλήθεια η εξαισία;
Και μήπως μέσα Του θα βρω όσα κατέχει η Ντόρα
Κι άφταστα τώρα κι άβρετα, και ξένα μου είναι δώρα;