Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

ΣΤΙΣ ΜΗΧΑΝΕΣ
(Εργοστάσιο πλεκτικών μηχανών στην Plummer St,
Canoga Park, 1988)

Οι αλυσίδες τρέχουνε στων μηχανών τα ρέλια
αλλάζοντας την κίνηση σ’ ευθεία την κυκλική
κι εγώ θυμάμαι τον καιρό που ήμαστε παιδαρέλια
κιι όλη η ζωή εφάνταζε μιά τρέλα νεανική.

Θυμάμαι τ’ ατελείωτα παιχνίδια στο χωράφι
 Τη Δύση που κοκκίνιζε τον αίθριον ουρανό
κύκλους χαράς η γελαστή σελήνη να διαγράφει
το ασημί χρυσίζοντας του σταύλου μας σανό.

Θυμάμαι που ετρώγαμε ψωμί με τόνα χέρι
και στ’ άλλο εκρατούσαμε ντομάτα αγουρωπή
α! με καμιά η γεύση της γεύση δεν έχει ταίρι
σαν νάχε απ’ του Παράδεισου τον κήπο λες κοπεί.

Χρυσά σαν νάταν λάμπανε τα ξύλινά μας ξίφη
και μόνο που τα έβλεπε φοβόταν ο εχθρός
με κείνα ενικούσαμε βαρβάρων άγρια στίφη,
κανείς δεν αντιστέκονταν εις την ορμή μας μπρος.

Κυνηγητό σαν παίζαμε είχαν φτερά τα πόδια
κι όταν κρυφτό, κρυψώνα μας ήτανε όλη η γη.
Η νιότη μας δεν έβρισκε στον δρόμο της εμπόδια
Και δώρα μάς εδώριζε όσα ποτέ κανείς.

Γιατί δεν ξέρω αλλ’ αυτά σκέπτομαι σαν σκυμμένος
στις μηχανές τους στέκομαι μπροστά τις πλεκτικές
και συλλογιέμαι θάτανε μέγα πολύ το μένος
Της Μοιρας, κι οι διαθέσεις της για μένα εχθρικές.