ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ, ΠΡΩΙ, 22-11-96
Ένας νέος και μια νέα πιασμένοι χέρι-χέρι. Το μόνο που τους ενώνει.
Οι υπάλληλοι των καζίνος γεμάτοι περηφάνια για τη δουλειά τους.
Γυναίκες με ανοιχτά πόδια και κλειστές ψυχές.
Αγάλματα που όταν οι άνθρωποι πεθάνουν, αυτά θα μείνουν.
Ανάπηροι στα καροτσάκια τους.
Γριές δραπέτες του άλλου κόσμου με γάζες στις πληγές απ’ τις τομές για την αφαίρεση των μεταστατικών τους λεμφαδένων.
Το ΜΙΡΑΖ με τα νερά του.
Το Νησί των Θησαυρών με τα καράβια του.
Καφές καπουτσίνο.
Καφές εσπρέσο (με διορθώνουν: εξπρέσο)
0 ψεύτικος ουρανός του ΣΙΖΑΡ’Σ ΠΑΛΑΣ.
0 καφεπώλης που αφαιρεί το πλαστικό κάλυμμα από τη στοίβα των άσπρων πλαστικών, σαν ν’ αφαιρεί το προφυλακτικό από ένα πέος αναπάντεχο.
Δυό Ινδιάνοι με την ανώφελη υπεροψία τους.
Και φώτα… φώτα… φώτα…
Κόκκινα, άσπρα, χρυσά, κίτρινα.
Κινέζοι δήθεν χαζοί, εκκολάπτοντας στους όρχεις τους τους νέους κοσμοκράτορες.
Κοκκινοστολισμένοι λακέδες να γυαλίζουν για δέκατη ασταμάτητα φορά την ήδη γυαλισμένη κουπαστή της χρυσής σκάλας του ξενοδοχείου.
Ένας οπλοφόρος που μετράει τις τεσσετεσήμισυ χιλιάδες στον τυχερό της στιγμής.
Ένας άλλος οπλοφόρος δίπλα του
παρακολουθεί τη διαδικασία με
μάτι αετού και το πιστόλι στη μέση του.
Ημίγυμνες γκαρσόνες να προσφέρουν δωρεάν ποτά πληρωμένα με χρυσάφι από τους κερδομανείς πότες.
Πλούσιοι φτωχότεροι από τους φτωχούς.
Λας Βέγκας-η Αθήνα του εικοστού αιώνα.
ΣΙΖΑΡ’Σ ΠΑΛΑΣ: ο Παρθενώνας της.
Ένα ρολόϊ μετρά τις ώρες του ανάποδα
γυρεύοντας να λοιδωρήσει τάχα τι;
Και ο θαυματοποιός: Κρίκοι, τράπουλες, σκοινιά, μαντήλια, λαγοί.
Απ’ το καπέλο του θα βγήκε και το Λας Βέγκας.
Οι υπάλληλοι του FRONTIER’S, on strike.
Όπως η εκδικήτρα ντροπή της γης.
Και το SALVATION ΑΡΜΥ: “SHARING IS CARING!”
Γιατί κατέβηκε στο δρόμο να το πει και δεν ανέβηκε στο τελευταίο πάτωμα του ουρανοξύστη;
Σαν τον Χριστό. Αντί να ζητήσει την αγάπη από ψηλά, κατέβηκε στη γη.
Να και η γυναίκα που νομίζει ότι από τους μαστούς της τρέφεται το σύμπαν.
Ώρα έξη.
Οι οδοκαθαριστές
Με γάντια και υλοφόρες ράβδους,
Πεζοί ή πάνω σε πολύτεχνα απαστράπτοντα οχήματα
μαζεύουν την βρώμιά της νύχτας-μάταιος κόπος.
(το υπόλοιπο χαμένο)