Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

 




Τουλάχιστο

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
λαών τις μοίρες και αν χαράζεις
τότε αλίθωρος πρέπει να ’σαι
μεγαλοδύναμε, ή να κοιμάσαι.

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
ζωές ολόκληρες κι αν ρημάζεις
τότε φιλεύσπλαχνος διόλου δεν είσαι
μεγαλοδύναμε κι ας θεωρείσαι.

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
κι αν έχεις δύναμη να διατάζεις
κι είσαι καλός, πάψε να παίζεις
και τους πιστούς σου να περιπαίζεις.

Μεγάλωσέ μας-δυνάμωσέ μας
δώσε ν’  αντέξουμε στα φοβερά
τ’ άγρια αστραπόβροντα που πανωθέ μας
εξαπολύεις τα φοβερά.

Μ’ απ’ όλα πιότερο αν είσαι αλήθεια
κι αν έχεις άντρα καρδιά στα στήθια,
σε μας τους άντρες δώσε καρδιά
τα χρέη να σ’ κώσουμε τα φοβερά

που συ μας έταξες να βαστούμε.
Μ’ ακόμα αν ίσως-άκου κι αυτό-
μες στη ζωή μας να κουραστούμε
ή να κιοτέψουμε το ’χεις γραφτό,

χωρίς καθόλου να στο ζητήσει,
σε τέτοιον άντρα-δεν είναι δίκιο;-
που συ του στέρησες μια αντρίκια ζήση
δώστου τουλάχιστο θάνατο αντρίκιο.






Στη Γαλήνη

Από κει όπου ήρθα θα πάω
ως ποτέ να μην είχα
εις τη γη πάνω υπάρξει.-
την ψυχή της ταράξει.

Όλα είναι στην τρίχα
και γι αυτό δε ρωτάω.
Θα βρεθώ σ’ ένα τόπον οικείο
σα βρεθώ στη Γαλήνη

και στο κρύο του Τίποτα
και θα πίνω ηδύποτα
από της Λήθης την κρήνη
σ’  ένα κύπελλο λείο.




Της Πλάνης

Ο ουρανός του βρέχει αίμα
χοντρές οι στάλες του χτυπάνε
το ντελικάτο του κορμί
κι έτσι ως πέφτουνε μ’  ορμή
λες και να σβήσουνε ζητάνε
της ύπαρξής του τ’ άθλιο ψέμα.

Μα με τσιμέντο έχει πετρώσει
κι έχει με σίδερο πλαστεί
της Πλάνης τ’ άγριο πουλί
και ίδια ολόπικρο χαλί
χοντρά φτερά έχει σκεπαστεί
που ολόγυρά του έχει απλώσει.


.
Καμιά φορά

Καμμιά φορά δεν ειν’ νερό οι χοντρές σταγόνες
που μανιασμένα μαστιγώνουνε τη γη
αλλά τα δάκρυα των φτωχών που για αιώνες
συνάζονται και πέφτουνε χτυπώντας μας μ’ οργή.