Η κορνίζα
Μια κορνίζα κρεμασμένη
μ' ένα ποίημα ερωτικό
μια φωτιά είναι κρυμμένη
και καλό διεγερτικό.
Κι όταν μπαίνει μια κοπέλα
και τους στίχους του διαβάζει
όσες μέσα γράφει τρέλες
με χαρά τις δοκιμάζει.
Μα η καινούργια του κοπέλα
την κορνίζα την πετά
και "εγώ ποίημα κι εγώ τρέλα"
λέει ως λάγνα τον κοιτά.
To καπέλο
Τραβάει το κατσίκι της
μα αυτό πισωγυρίζει
χόρτο μοσκομυρίζει
και ξελιγώνεται.
Τα βάζει με την τύχη της
που αντί κυρία να ’ναι
γι αυτήνε να πονάνε
πρωί σηκώνεται
και τρέχει να βοσκήσει
στον κάμπο ξένα γίδια
άγρια να τρώει απίδια
γυμνούλα να γυρνά.
Όχι-άλλο δεν αντέχει
θα κατεβεί στην πόλη
και τη ζωή της όλη
ωραία θα περνά.
Με μόδες θα περνάει
με κρέμες και κραγιόν
κολιέ και μενταγιόν
θα χει φανταχτερά,
και κάτι που μεθάει
καθώς το σκέφτεται
(γι αυτό προσεύχεται)
καπέλο και φτερά.
Τα μακρινά
Σαν να πετά σε ουρανού
καινούργιου τους αιθέρες
σαν πια να μην υπάρχουνε
οι νύχτες και οι μέρες.
Σαν να σταμάτησε η ροή
του χαροκλέφτη χρόνου
και σαν η αίσθηση η καυτή
να χάθηκε του πόνου.
Σαν των κρυφών των λογισμών
να στέρεψε η πηγή
κι οι μαχαιριές στα σώματα
δεν κάνουνε πληγή.
Σα σ’ άνθρωπων παράξενων
τη γη να ’χει βρεθεί
που πάνω της άφατη μια
γαλήνη έχει χυθεί.
Σαν να νζει πια στων στιγμών
τα δίχτυα που τρομάζουν.
Και πόσο-α πόσο μακρινά
τα χτεσινά τού μοιάζουν.