Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

 Απ’ το Πλατύ
(ΣΙΣ)

Μια μαυρομάτα απ’  το Πλατύ
γεμάτη νάζι περπατεί.
Με το νου χαδολογιέται
και κουνιέται και λυγιέται.

Ας την έφερνε κοντά μου
ως εφύσα θε μου ο μπάτης
κι ας γινόνταν και δικά μου
τα γλυκοκουνήματά της.

Μια μαυρομάτα απ’  το Πλατύ
ρόδα σκορπά όπου πατεί.
Με το μύρο τους πλανιέται
κάποιος νιος κι αποκοιμιέται.






Irises
(Van Gogh)

Και βέβαια οι ίριδες ανθίζουνε το Μάη
στου Αγίου Παύλου της Μωσόλ το μοναστήρι  
κι όταν κανείς απ’  τ’  ανοιχτό παράθυρο κοιτάει
ένα πολύχρωμο θα δει μπροστά του πανηγύρι.

Μα του ζωγράφου η ματιά τις ίριδες τις θέλει
μες σ’ ένα γκρίζο πήλινο χωριάτικο κανάτι
και από κει τα φύλλα τους να υψώνονται σαν βέλη
και λυπηρά μηνύματα να στέλνουνε στο μάτι.

Τις θέλει να στριμώχνουνε τ’ αβρά στηρίγματά τους
μες στου δοχείου το στενό καμπυλωμένο στόμιο-
θέλει κρυμμένη να κρατεί εκεί μέσα τη χαρά τους
σε σχήματα που ουτ’ ένα τους με τ’ άλλο δεν είν’
όμοιο.

Και θέλει τ’ άνθη τα μαβιά να γέρνουν κουρασμένα
και να γεμίζουν την ψυχή με πένθιμες εικόνες   
και θέλει τα να μοιάζουνε πουλάκια πεθαμένα
κι ελπίδες που τις σκέπασαν της λησμονιάς οι
σκόνες.

Και κάποιο ανθάκι εκεί δεξά, ψηλά ψηλά το στήνει
και με ποτάμια αιμάτινα στολίζει τη θωριά του  
κι είναι σαν η ύστατη ζωή στ’ άνθος αυτό να σβήνει
ή σαν το φάντασμα εκεί να στέκει του θανάτου.





Καίγονταν

Δωμάτιο αγαπημένο
του έρωτά μου κόνεμα και καταφύγιο
του έρωτά μου του θερμού φωλιά
φωλιά του έρωτά μου του άγριου και του γλυκού
και του πικρού και του στιφού έρωτά μου  
δωμάτιο του έρωτά μου
με το μικρό κρεβάτι στη γωνιά
το κομοδίνο και τη σταχτοθήκη
το τραπεζάκι με το ράδιο
και την καρέκλα όπου έβαζε
και την καρέκλα όπου απίθωνε
και την καρέκλα όπου έβγαζε
τα ρούχα της η αγαπημένη
και κάθε μέρα έπρεπε άλλη καρέκλα
στη θέση της παλιάς να βάζω
γιατί εκείνη ή καίγονταν στην επαφή
ή πέταγε μαζί τους στα ουράνια.