Η ΜΑΧΗ
Στον κάμπο τον ανθόσπαρτο χτες έγινε μια μάχη.
Kαθόμουν και την έβλεπε απ' του λόφου μου τη ράχη.
Όταν τελείωσε, θέλοντας λίγο να ξεμουδιάσω
την ώρα μου εδιάλεξα στον κάμπο να περάσω.
Και πήγα. Ρείθρα αίματος κυκλώνανε τον κάμπο
που δύσκολα ξεχώρισα χώμα στεγνό για να 'μπω.
Και μπήκα. Κι έβλεπα δεξά, πίσω, ζερβά και μπρος μου
εικόνες να προβάλουνε φριχτές του κάτω κόσμου.
Πόδια κομμένα απ' τα κορμιά, κεφάλια δίχως μάτια,
κρανία με τα κόκκαλα σπασμένα σε κομμάτια,
χέρια να σφίγγουν δυνατά του όπλου τη σκανδάλη
λες και νεκρά ήταν έτοιμα να ρίξουνε και πάλι.
Σε μία καταπράσινη λόχμη μία κερένια
είδα μορφή-έναν έφηβο που δίχως μίαν έγνοια
ζωγραφισμένη στο άναιμο κι άψυχο πρόσωπό του
βρίσκονταν λες στο νάρκωμα του ύπνου του τού πρώτου.
Κι έτσι ως κειτόνταν καθαρός δίχως σιμά του αίμα,
έμοιαζε σαν ότι έβλεπα να ήταν όλα ψέμα
και να μην ήτανε αυτός ο τόπος του θανάτου
μα ο Μορφέας το λίκνο του να 'στησεν εδώ κάτου.
Λίγο πιο κει, μέσα σε μια τρύπια από σφαίρες χλαίνη
μια μάζα είδα αιμόφυρτη μες σε κλαδιά μπλεγμένη,
και δίχως μέλη ένα κορμί να ’ναι στητό πιο πέρα,
σκιάχτρο στου Χάρου τον αγρό-για τη ζωή φοβέρα.
Και τα κορμιά όπου έπεσαν κι όπου άρματα διαβήκαν
σπασμένα τ' αγριολούλουδα τα μυρωδάτα αφήκαν.
Και τα μικρά και τρυφερά κι ευώδη χορταράκια
σ’ αιμάτων μέσα πνίγηκαν αχνίζοντα ρυάκια.
Στον ήλιο που ολοπόρφυρος αυτή την ώρα δύει
κι ο κάμπος όλος κι οι νεκροί θα μοιάζουνε αστείοι.
Τίποτε άλλο δεν μπορεί σε με να εξηγήσει
γιατί ασταμάτητα γελά ενώ τραβάει στη δύση.
Παίρνω εν’ άνθι απ’ τα νεκρά, τα αίματα του βγάζω,
και τον αιώνιο ύπνο του να κοιμηθεί το βάζω,
ενώ το χώμα έβρεχε το δάκρυ μου, του τόπου,
που τόσα αθώα σκότωσε το μίσος των ανθρώπου.