ια
Δε θα ξανάρθω να σε δω
και ας το θέλω τόσο.
Την τελευταία εικόνα σου
δε θέλω να προδώσω.
Θέλω ως αυτήνε τη νυχτιά
σ’ είδα να σε κρατήσω
όταν στα χρόνια που θα ’ρθουν
γυρνά η μνήμη πίσω.
Πάνω στον σκούρο καναπέ.
Πίσω μισογερμένη.
Σε κάμψη κνήμες και μηροί.
Γύρω τους κλειδωμένη
η ποθαγκάλη των χεριών.
Να διίστανται λιγάκι
οι θείες κνήμες, κι από κει
σαν δροσερό ανθάκι
να ξεπροβάλει θριαμβικό
το τρυφερό σου αιδοίο
σπαργούν, αυθάδες, καφτερό
και σαν βελούδο λείο.
Και με καλούσε ως με καλεί
στη μνήμη μου και τώρα
να τ’ αλαφρώσω απ’ τα βαριά
και ακριβά του δώρα.
Όχι. Δε θα ’ρθω να σε δω
και τ’ όνειρο να σβήσει-
η μνήμη ως ’κείνη τη βραδιά
Σ’ είδα θα σε κρατήσει.
ιβ
Το σάλι σου είναι ζωντανό
κι ερχότανε κοντά μου.
Κι ας μου ερχόταν ορφανό
ζέσταινε την καρδιά μου.
Κάθε μου ’λεγε νιο μυστικό σου
μ’ αγαπούσε κι ας ήταν δικό σου.
Μου ’λεγε ποιόνε αγαπάς
πότε είσαι λυπημένη
πού κάθε βράδυ θε να πας
και ποιος σε περιμένει.
Και μαζί του όταν συ είχες φύγει
της μονάξας μας δέρναν τα ρίγη.
Μα τώρα μου ’φυγε κι αυτό
και μόνος μου θα μείνω.
Τώρα-για σένα τι κακό-
δε σ’ αγαπά και κείνο.
Και ξεφεύγει απ’ τους άσπρους σου ώμους
και μονάχο του παίρνει τους δρόμους.
ιγ
«Cancers need lot of affection…»
Κι αν δεν την έχουν τι τους μένει;
Και τι θα πρέπει πια να κάνουν;
Αν δεν την έχουν ένα μένει:
(without affection) να πεθάνουν.