ιδ
Ωραία πουν’ η αγάπη μου γεμάτη καλοκαίρι!
Δεμάτι το κορμάκι της και δρέπανο το χέρι
κι ο λίβας της ανάσας της δε στέλνει κατά μένα
τα ολόχρυσα μαλλάκια της μα στάχυα μεστωμένα.
Τα ποδαράκια της γυμνά σαν κρίνα σε γλαστρούλες.
Τα μπράτσα ολαξεσκέπαστα να καίνε τις καρδούλες.
Κι ο κόρφος της-α! ο κόρφος της!-δυο φρέσκες θυμωνίτσες
μ' ακόμα εντός τους τις μικρές πρωινές δροσοσταλίτσες.
Το φουστανάκι μια κολλά στο σώμα και με λιώνει
μια πλαταγίζει και πετά, μια πέφτει και διπλώνει-
βρε αγεράκι πονηρό τι πρόφαση ήβρες πάλι
για να χαρείς της θερινής κοπέλας μου τα κάλλη;..
Το κεφαλάκι της γυρνά και στα ουράνια νεύει
βλέπει τον ήλιο και γελά, τ’ αστέρια και χορεύει
τη βλέπει ο ήλιος και γελά και πιότερο φλογίζει
βλέπει να νταβραντίζεται κι ο πόθος τον ζαλίζει.
Στων λογισμών μου τα νερά,στου νου μου τ’
ακρογιάλια
στιλβώνει το κορίτσι μου τα κρύφια του τα
οπάλια.
Εκεί βουτάει αποβραδίς και λούζεται το γιόμα
εκεί ομορφαίνει το καυτό και ρόδινό της στόμα.
Ωραία πουν’ η αγάπη μου τώρα το καλοκαίρι!
Σαν σε μιαν έρμη εκκλησία το μοναχό αγιοκέρι.
Σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα νύφη στολισμένη.
Ωραία πουν’ η αγάπη μου στα θερινά ντυμένη!
ιε
Τώρα που μέσα βρίσκομαι στη θέρμη και στην
κάψα
του θέρους, αν μου μίλαγε κανένας για το χιόνι
για νύχτες χειμωνιάτικες, για της βροχής την
κλάψα,
κάποια το νου του αρρωστιά θα ’λεγα ότι τον ζώνει.
Θα ’λεγα πως μου μίλαγε για κάποιο παραμύθι
που η αρρωστημένη του έπλασε φαντασία,
ή που νεκρό τ’ ανάσυρε απ’ των καιρών τα βύθη
ώστε δεν κλείνει μέσα του καμία πια αξία.
Έτσι συμβαίνει και με σε. Προτού να σε γνωρίσω
δε ζούσα. Δεν υπήρξανε για μένα ώρες άλλες.
Ύπαρξη μου ειν’ αδύνατο δίχως σου να νοήσω
κι άλλες από τα δάκρια μου να υποθέσω στάλες.
ιστ
«O Carsilago de la Vega, ποιητής (1503-1536), παντρεμένος με τη Donna Elena, αλλά πάντοτε ερωτευμένος με την πορτογαλίδα κυρία
επί των τιμών της βασιλίσσης donna Isabel Freire…»
O Carsilago de la Vega
όπου αξίωμα είχε μέγα
είχε για νόμιμη γυναίκα
τη Donna Elena.
Μα ήταν πάντα ερωτευμένος
με τη ’sabela ο καημένος
που ’λειπε πάντοτε στα ξένα-
τα πικραμένα.
Κύριε Vega τι απαίσια
τι φοβερή υποκρισία-
ποιητής εσύ πώς το μπορούσες
και απιστούσες;
Και πάλι πες μου σε καλό σου
τι σκαρφιζόταν το μυαλό σου
τόσο μακριά που τις κρατούσες
όταν αργούσες;