Με ζώα
Παλιά για να ’βρεις αγκαλιά
παλιά για να ’χεις δυο φιλιά
με την ντροπή είχες να παλέψεις
και τα φιλάκια να τα κλέψεις.
Πριν απ’ τη φλόγα των μελών
είχες τη φλόγα των παρειών
την απαλή πρώτα να σβήσεις
προτού την άλλη να τρυγήσεις.
Μα τη δική της πεθυμιά
’μένα δεν έστερξε καμιά
με τη δική της να ταιριάξει-
ερωτικά να με κοιτάξει.
Τώρα οι κοπέλες η ντροπή
ούτε που ξέρουν τι θα πει
και σαν τα ζώα ζευγαρώνουν
αμέσως μόλις ανταμώνουν.
Έξαψη μόνο την παρειά
την κοκκινίζει τώρα πια
και αγριάδα κι αντροσύνη
σεμνότη και ντροπή έχουν γίνει.
Έτσι γυναίκειο χάδι εγώ
τώρα καθόλου δεν τρυγώ.
Κι ούτε καμιά προσπάθεια βάνω:
με ζώα τι έρωτα να κάνω.
Απ’ το χώμα
Τι θες το γέλιο άνθρωπε
αφού δεν ξέρεις πότε
και πόσο πρέπει να γελάς…
τη λύπη άφησέ την
αφού λυπάσαι πράγματα
που λύπη δεν αξίζουν...
Χαρά, θυμό, αφοσίωση,
έκπληξη, αδιαφορία,
πέταξ’ τα αφού δεν έμαθες
σε ποιόνε να τα δείξεις.
Ύστερα τα Ιδια πρόσωπα
που τώρα αξιζουν τούτο
αύριο τ’ άλλο απαιτούν
και πάει πια χαμένο
κι άπρεπο μοιάζει όποιο πριν
αίσθημα είχες νιώσει.
Κάθισε μόνος στη γωνιά
του δωματίου σου κι άσε
ό,τι αισθάνεσαι, εκειδά
στους τοίχους να χτυπάει-
στο πάτωμα να σέρνεται
να πίνεται απ’ το χώμα.
To κάτεργο
Όσο περσότερο με αγνοεί
τόσο μ’ανάβει το μεράκι
να τήνε δω ένα πρωί
για με να λιώνει σαν κεράκι.
Μα είμαι σίγουρος σα γίνει αυτό
πως τότε εγώ εκείνος θα ’μαι
που την καλή μου θ’ αγνοώ-
ναι, έτσι σίγουρα θε’ να ’ναι.
Λοιπόν μου φαίνεται πως μια
σκλαβιά ειν’ η αγάπη-τίποτ’ άλλο
και πως δεν ειν’ ο έρωτας παρά
μονάχα ένα κάτεργο μεγάλο.