Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Χωρίσαμε αθόρυβα
χωρίς σκηνές και κλάματα
χτες που επέρασ’ η νυχτιά
και ήρθαν τα χαράματα.
Λυπήθηκες-λυπήθηκα
μ’ αρέσει να το λέω
πως είμαι άνθρωπος κι εγώ
κι ότι μπορώ να κλαίω.
Εδώσαμε τα χέρια μας
σαν να ’μαστε δυο φίλοι
που σ’ άλλο μέρος η ζωή
βουλήθηκε να στείλει.
Εσκύψαμε στη μοίρα μας
κι οι δύο το κεφάλι.
Ποιος θα μπορούσε άραγε
στο νου του να το βάλει
όποιος μας έβλεπε πιο πριν
να! χτες το βράδυ ακόμα
θα προτιμούσε να κλειστεί
για πάντα του το στόμα
παρά να έλεγε για μας
ότι μας λείπει κάτι-
τα ’χαμε όλα: τη χαρά
να λάμπει μες στο μάτι.
Γιατί χωρίσαμε λοιπόν;
ποια ήταν η αιτία;
Ίσως να ήτανε πολλές
μα ίσως και καμία.
Μα κι αν πονέσαμε πολύ
ή μόνο αν δακρύσαμε,
αν μας αφήκεν η χαρά
κι αν τέλος εχωρίσαμε
να ’σαι γι αυτό περήφανη
ωραία μου κυρία-
αν κι άνθρωποι εγράψαμε
μια ανθρώπινη ιστορία.