Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

 ΚΟΜΟΤΗΝΗ

Όταν του στείρου πέλαγου των πόθων η πλημμύρα
μα τα μικρά της κι ύπουλα τον ζώνει κυματάκια
μονάχος βγαίνει στα στενά κι ανήλιαγα δρομάκια
της πόλης όπου άγνωστον τον πέταξε η μοίρα.

Καθώς τα μάτια δω και κει μηχανικά γυρίζει
κάτι μορφές βλέπει θολές στα τζάμια να κολλάνε
και μ' ένα βλέμμα ανέκφραστο τους δρόμους να κοιτάνε
που έτσι στενοί την πόλη τους διασχίζουνε και γκρίζοι.

Σαν ζωγραφιές νοσταλγικές μοιάζουν και λυπημένες
που ο χρόνος τους επέρασε κι είναι μισοσβησμένες.
Και τόσο είναι θλιβερές, που λες πως όταν βρέχει
δεν είν' οι στάλες της βροχής στα τζάμια που κυλάνε
αλλά το δάκρυ απ' τα σβηστά τα μάτια τους που τρέχει
καθώς αυτές ανέκφραστες τους δρόμους τους κοιτάνε.