ΑΓΝΟΙΑ
(L. A.)
Μέσα στ' άλλα τα στραβά μου
και αυτό το 'χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.
Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα 'χει ξεσπάσει.
Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει
μα και τότε πάλι αν...
Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
πως παντρεύτηκε θα μάθω
σαν μου πούνε πως χηρεύει.
Ένας φίλος αρρωσταίνει;
ενημέρωση έχω τόση
που απ' τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα 'χει αναρρώσει.
Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.
Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θαν' εκείνο που δεν είδα.
Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία.
Ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις.
"Βρε δεν τα 'μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".
Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε,δεν το 'μαθα ποτέ μου.
Σ' εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.
Έτσι έμαθα τυχαίως
(άρες μάρες κουκουνάρες)
της Ανίτας Χιλ τα χείλη
πως δεν άγγιξαν στου Κλάρενς
πως ο Κλίντον ειν' ο νέος
πρόεδρός μας μες στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα...
Το Ιράκ πως ενικήθη
ότι πείνασαν οι ρώσσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει'
και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ' τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ' αυγά μελάτα.
Και βεβαίως είναι ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που 'χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.
Να λοιπόν εν' από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
που με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.
Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.
Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
πως πριν χρόνια έχω πεθάνει
και δεν το 'χω μάθει ακόμη.
ΑΚΟΥ!
(l. A.)
Γιατί δεν ξέρω να σου πω
αλλά με μιαν αφέλεια
φίλες και φίλοι και τους δυο
μας λεν ψηλούς και μέλια.
Κι αν πεις πως είμαστε ψηλοί
κι ότ' είμαστε μελάτοι -
πως κάτι έχουμε μελί-
το δέρμα μας, το μάτι…
δίκιο θα είχανε' αλλά
μ' ασχετωσύνη τέλεια
όλοι τους σώνει και καλά
μας λεν ψηλούς και μέλια.
Αν θες φιλάω και σταυρό
μα τώρα είναι τρεις χρόνοι
που όποιαν φίλη συναντώ
μου λέει αμέσως "χόνι"
Και ας ρωτώ, μόνο γελούν
κανείς δε μ' απαντάει
γιατί ολ' οι φίλοι σα με δουν
μου λένε πάντα "χάϊ".
Ξέρω μονάχα και οι δυο
πως σκάζουμε στα γέλια
όταν μας λένε όλοι εδώ
ψηλούς και-άκου!- μέλια...
ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΙ
(l. A.)
Ένας κοντός κοντόχοντρος
και μια χοντρή για γέλια
μέσα στο lawndry μπήκανε-
χοντροί σαν δυο βαρέλια.
Εκεί 'ταν κάτι όμορφες
κάτι χαριτωμένες
που όσο τα ρούχα πλένονταν
ήτανε κρεμασμένες
από τον ώμο του άντρα τους
ή απ' το λαιμό του φίλου
και ανταλλάζαν ασπασμούς
μετά μεγάλου ζήλου.
Στέκουν οι δυο ακίνητοι'
του πάχους τους το χάλι
αιτία ήταν μονάχο του
για να γελούν οι άλλοι.
Σκέψου να επιχειρούσανε
να φιληθούνε κιόλας
της πιο αστείας θα γίνομουν
μάρτυρας καραμπόλας.
Κι όμως το θάμα έγινε!
Οι άλλοι όταν εφύγαν
κι οι δυο χοντροί σε νάυλον
σακούλες ετυλίγαν
τα ρούχα τους που άχνιζαν
απ' τον καυτό τον κάδο
(η μοίρα μου το έγραφε
κι αυτό το θέαμα να 'δω),
δίνοντας την κατάλληλη
φόρα φορά και κλίση
στα δυο που έτσι ολόπαχα
κορμιά είχε πλάσει η φύση
με τα πολλά κατάφεραν
χωρίς να γκρεμιστούνε
τα χείλη ν' ακουμπήσουνε
και-ναι!-να φιληθούνε!