IV
Στον εαυτό του
Θεέ γιατί να μη τον κάνεις ψεύτη
στις πράξεις, στις ιδέες, στη θεωρία
ανήλεα η φωνή του η στεντορεία
σ’ ανθρώπους και σε πράγματα να πέφτει…
Γιατί σ’ απύθμενα να πέφτει βάθη
κάθε φορά το στόμα που θ’ ανοίξει
ζητώντας την αλήθεια να μη θίξει
ούτε με αθέλητα του λογού λάθη;
Γιατί τις πράξεις του να θέλει δίκιο
και δράση αψεγάδιαστη να διέπει
γιατί το νου του τάχα να μην τέρπει
λόγος κακός κι ύφος ανοίκειο;
Κι αφού των άλλων κουβαλεί τις τύψεις
αμνός αυτός εν μέσω των λεόντων
κι αφού τον στέρησες άλλων προσόντων
και δεν εδέησες να του χαρίσεις
χαρίσματα αδίστακτου προσώπου,
τουλάχιστο ας γίνονταν να μπορούσε
το ψέμα το γλυκό να ιστορούσε
όχι σε άλλους μα στον εαυτό του.
V
Στο κενό
Αγάπη χίμαιρα που υπάρξεις λοιδορείς
που οι φτωχές προσμένουνε από σένα λυτρωμό-
αγάπη χίμαιρα φριχτή, αλήθεια πώς μπορείς
και τέτοιο ένα φέρσιμο κρατείς σκληρό κι ωμό;
Ζωή που πλέκεις φαντασιές για τους θνητούς
πολλές
γιατί τη μεγαλύτερη, τόσο λαχταριστή,
και ποθητή την έκανες που όλοι τη θέλουν, λες
ότι μαζί της κι η χαρά σ’ αυτούς θα χαριστεί;
Και πόνε συ, γιατί φορές γελιέσαι τάχα εμπρός
σε κάτι μέγα, που θαρρείς πως ειν’ η αγάπη, ενώ
αυτό ειν’ ενός κύματος ο ταπεινός αφρός
που σ’κώνει ένα φάντασμα ως πέφτει στο κενό;
VI
Ανέτοιμους
Ανέτοιμους μας βρήκε ο χειμώνας
με δίχως ξύλα για τη ζεστασιά.
Η νύχτα να μετράει για αιώνας
με μόνη μας παρέα τη μοναξιά.
Έρμους των γερατειών μας ήβρε η δίνη
χωρίς το ψέμα ενός παραμυθιού.
Μονή μας προσδοκία η γαλήνη
ύπνου ενός αιώνιου και βαθιού.