ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ! ΑΛΛΟΣ!...
(του Καιρού της Κρίσης)
Πάει και του Σύριζα η ελπίδα.
Στο υπόγειο το ποτάμι επνίγει
που απ’ την Ουάσινγκτον πηγάζει
κι ως Ωκεανός τη γη τυλίγει.
Το προαιώνιο του ανθρώπου
τ’ όνειρο-η δικιοσύνη
όνειρο ήταν, όνειρο είναι
και πάντα όνειρο θα μείνει.
Ο Τσίπρας, ντύνοντας με στόμφο
τα όσα κενά φέρνει μαζί του
πουλάει τιμή, πουλάει αέρα,
και ξεπουλάει το μαγαζί του.
Και η πατρίδα απ’ τη στροφή του
ανήκεστες παθαίνει βλάβες.
Τσίπρα επίορκε, θέλουν τόλμη
και αρετή θέλουν οι Τσάβες.
Ο «ΤΣΟΛΙΑΣ» ΤΟΥ ΑΛΤΕΡ
(του καιρού της Κρίσης)
Το δρόμο που έδειξε το ΣΚΑΙ
το ΑΛΤΕΡ τώρα ακολουθάει.
Τι κάνει; Δείχνει έναν τσολιά
με της στολής του τα λιλιά.
Και-ηλίου πιο φαεινό-, αυτός
ειν’ ο λαός ο ελληνικός.
Και δεν τον έπλασαν στην τύχη:
ωραία τον έχουνε πετύχει:
άτομο καθυστερημένο
που τριγυρνάει σαν χαμένο.
Και άσκοπα και σαν ηλίθιος
κυκλοφορεί μέσα στο πλήθος
άφωνα λέγοντας «ορίστε!
όλοι με μένα ίδιοι είστε!»
Δεν σκώπτει ούτε σατιρίζει.
Μόνο ανεγκέφαλα γρυλλίζει.
Και με φωνή που να ταιριάζει
στον τύπο που παρουσιάζει,
φορές κοινή μια φράση λέει…
την ξαναλέει… πάλι τη λέει…
και κρύο και αηδία γεμίζει
όποιον ο λόγος του εγγίζει.
Κι όπως σ’ ανέκδοτο ένα κρύο
γελούν σα να ’τανε αστείο
οι έλληνες γελούν σαν βλάκες
με τις εμετικές του «ατάκες»
Ελλάς! «Ποτέ που δεν πεθαίνεις»:
σου αξίζουν όλα όσα παθαίνεις!
ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΛΑΟΣ
(του καιρού της Κρίσης)
Όσοι μυαλό στην κεφαλή
έχουνε κι όχι άχυρο
κι ένα κρατούν στην κεφαλή
πάντα ανοιχτό παράθυρο,
«Γιατί δεν εξεγείρονται»,
λένε, «ο λαός ενάντια
σε κείνους που τους έφεραν
σ’ αυτήνε την κατάντια-
έξω να βγουν, να σπάσουνε,
να κάψουν, να ρημάξουν,
τα σάπια ν’ αφανίσουνε
και νέα γερά να φτιάξουν;»
Το λεν γιατί δεν ξέρουνε
πως όλοι στην Ελλάδα
ένας τον άλλον κλέβουνε
αντρόπιαστα κι αράδα.
Και αφού κλέβει κι ο λαός,
«με μούτρα τι;», ρωτάει,
«θα πω εγώ στον άλλονε
να μη εμέ μαδάει;»
ΖΉΤΗΜΑ ΜΕΣΤΏΜΑΤΟΣ
(Κρίση. Πρόεδρος Παπούλιας.)
Όλα τα πράγματα στη γη αργούνε να μεστώσουν
και τον που έχουν προορισμό στη γη να ξεπληρώσουν.
Η ρίζα αργεί οδυνηρά να δώσει ανθούς και κλώνια.
Για να γενούν βασίλισσες θέλουν καιρούς τα πιόνια.
Με μιας μόν’ ώρας χιόνισμα τα όρη δε θ’ ασπρίσουν
και τα κορμιά θέλουν καιρό απ’ τον ήλιο να μαυρίσουν.
Θέλει καιρούς τα κάρβουνο για να δεθεί διαμάντι.
κι η Ποίηση δεν δόθηκε αδάκρυτα στον Δάντη.
Το μπουμπουκάκι όσο γλυκό, μ’ ακόμα δε μυρίζει.
Κι ο ήλιος, κρύος το πρωί, το γιόμα τσουρουφλίζει.
Ο σκύμνος παίρνει τέρμινα ως να μεστώσει λιόντας
και η σοφία για να ’ρθει γερνάει περπατώντας.
Αχ! θέλει πάτημα πολύ να δώσει η ρόγα μούστο
κι οι κοπελιές πίκρα πολλή ως να μεστώσουν μπούστο.
Θέλει αστραπές ο ουρανός; Όχι ως να συννεφιάσει.
Και δίχως ίδρωτα κανείς ψωμί δε θα χορτάσει.
Για να φουσκώσει ποίημα ψυχής προζύμι θέλει.
Η αγουρίδα με καιρούς γλυκό θα γίνει μέλι.
Θέλει καημούς ώστε να ‘ρθει του έρωτα το θάμα
και θέλει αιώνων σκοτεινιά να ’βγει στο φως το νάμα.
Ε! Έτσι είναι κι οι Πρόεδροι κάθε Δημοκρατίας-
θέλουν το χρόνο έστω μιας τουλάχιστον θητείας
για να μεστώσουν και να πουν τα λόγια τα σοφά τους
που τύφλα οι δέκα εντολές να έχουνε μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν είπε ο σοφός κι έντιμος πρόεδρός μας
που έτρωγε χρόνια ως βουλευτής και ως πολιτικός μας
κι απ’ το φαί μεγάλωσε κι έπηξε το μυαλό του
κι αντάξιο έγινε πολύ ενός Πολίτου Πρώτου,
πως όλοι ξέρουμε γιατί εδώ έχουμε φτάσει
(που λίγο έλειψε να ’χαμε των πληρωμών μας στάση),
πως πρέπει να συλλάβουμε κάθε φοροφυγάδα
να σώσουμε αν θέλουμε την έρμη την Ελλάδα,
πως πρέπει στις συναλλαγές να έχουμε διαφάνεια,
και με σοφία περισσή κι ορθοφροσύνη σπάνια
ότι το «πόθεν», δήλωσε, το «έσχες» ακλουθάει.
Αλήθεια η σοφία του σκληρά καρύδια σπάει!-
Ποιο άλλο θα εμπόρειγε μυαλό, στην οικουμένη
τόσο να βλέπει καθαρά; Σε ποιον είναι δοσμένη
τέτοια ικανότητα- με δυο ή τρεις εκεί φρασούλες
τόσα πρωτάκουστα να λέει που ευθύνης αναγούλες
να φέρνουν, κι εντιμότητας σ’ αυτόν που τις ακούει;
Ω! καμπανούλες ηχηρές τόσο, ποιος άλλος κρούει!..
Αλλά γι αυτό και Πρώτο μας τον κάναμε Πολίτη
και στο Λευκό τον βάλαμε-που λεν κι οι ΗΠΑ-σπίτι-
ώστε απερίσπαστος εκεί να σκέπτεται αδιακόπως
που ό,τι εν τέλει και να πει να μη το λέει ασκόπως
μα αυτό να είναι χτίσης νιας το στέριο αγκωνάρι
που όλα θα φέρει τα καλά και τα κακά θα πάρει.
Όχι, να μη κανείς θαρρεί πως άδικα πληρώνεται
(δηλαδή τι πληρώνεται, απλά χαρτζιλικώνεται).
Λοιπόν, οι χαμερπείς εμείς ας μεταρσιωθούμε
από τα λόγια, που-όλβιοι!-τύχη έχουμε ν’ ακούμε
και ας δημιουργήσουμε την ευτυχή Ελλάδα
αγνοώντας ότι χέστηκε στ’ αλώνια η φοράδα.
ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΕΡΝΤΟΓΚΑΝ-ΣΑΜΑΡΑ
(Καιρός Κρίσης)
Σαμαράς και Ερντογκάν:
ο Δαυίδ και ο Γολιάθ.
Σαμαράς και Ερντογκάν:
ο Καβάφης και η Πλαθ.
ΕΥΣΕΒΕΊΣ ΠΌΘΟΙ
(Καιρός Κρίσης)
Να ’τανε λέει άλλη εποχή
και να ’ταν η ανθρωπότητα
ο αντίποδας αυτής εδώ-
να είχε άλλη ταυτότητα…
Καλή να λογιζότανε
η χώρα όπου κλέφτες
όλοι της είναι οι βουλευτές
κι άθλιοι και θεομπαίχτες…
Ω! Τότε πρώτη η χώρα μας
θα ήτανε στην Πλάση
και θα ’χε μίλια του ντουνιά
τις χώρες ξεπεράσει.
Βραβεία να εδίνονταν
όχι στην εργασία
μα στην κατακρινόμενη
σήμερα οκνηρία...
Τότε βραβείων ευγενών
θα σώριαζε η πατρίδα μας
στην απλωμένη που κοντά
θα σάπιζαν αρίδα μας!
Κι αν Νόμπελ απονέμονταν
για την καταστροφή,
τότε αυτό που έλαβε
η σεφέρεια «Στροφή»
θα σκούσε κάτω από σωρούς
αμέτρητων βραβείων
που θα βραβεύαν τον δεινόν
ολέθριόν μας βίον.
Και τότε η Κρίση θα ’τανε
το μέγα καύχημά μας
που τ’ άλλα θα επισκίαζε
στραβά κι ανάποδά μας.
ΜΠΕΛΑΔΕΣ ΝΕΟΔΗΜΟΚΡΑΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΟΥ
(Καιρός Κρίσης)
Να ψηφίσω Ντόρα; Διαφθορά ψηφίζω!
Σαμαρά; Οι φίλοι θα μου λεν φασίζω!
Κι αν Ψωμιάδη, τότε…άκρατα εθνικίζω…
Ποιόνε να ψηφίσω…ποιόνε να ψηφίσω…
Μπα!..στην τύχη λέω μάλλον να τ’ αφήσω:
θα ψηφίσω, πρώτα, αφού τα μάτια κλείσω!
Αλλά ούτε... μάλλον, ψήφο δε θα ρίξω,
μα βαθύ πηγάδι και στενό θ’ ανοίξω
και τους τρεις ομάδι μέσα του θα ρίξω…
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΨΗΣ
(Καιρός Κρίσης)
Ίχνος χωρίς επάρσεως ή μεγαληγορίας
λέω πως στης ανθρώπινης της γης μας ιστορίας
βραβείο αντισύλληψης εις την Ελλάδα πρέπει-
τιμή όπου καθ’ έλληνος βεβαίως την κούτρα τέρπει…
Και να πώς δικαιολογεί αυτή του την απόφανση
ο νους που οι γονέοι μου αθέλητα μου εδώκασι,
πώς δηλαδή η πατρίδα μας-πράγμα μοναδικό-
ειν’ η ίδια εν' αξεπέραστο αντισυλληπτικό:
Συνέλαβε κανένανε ποτέ της «τρομοκράτη»
(πλην όσων κάρφος μπήκανε στο ίδιο της το μάτι);
Συνέλαβε ποτέ υπουργό ή βουλευτή; Τουτέστι
εκείνους που ληστεύοντας κάνουν Χριστός Ανέστη;
Συνέλαβε ποτέ αυτή καναν καταχραστή
όπου του κράτους το ψαχνό έχει σφετεριστεί;
Τους κλέφτες μη συνέλαβε Βατοπεδίου και Ζήμενς
που αποτρόπαιες ξυπνούν, σ’ όσους γνωρίζουν, μνήμες;
Τους αίτιους συνέλαβε των αυτοκτονιών
που αιτία θρήνου έγιναν παιδιών τε και γονιών,
ή εκείνους που μας έβαλαν στο φονικό Μνημόνιο-
να τους στριμώξει στη στενή να τους ποτίσει κώνειο;
Ή μη καμιά συνέλαβε της προκοπής ιδέα
που στον εαυτό της να ’δινε κάποια ελπίδα νέα-
ή σχέδιο ένα μακρόπνοο που να υπόσχεται ότι
της Μέρκελ δεν θα ήτανε πικρό το καταπότι;
Τους φοροκλέφτες τσίμπησε να τους ταρακουνήσει
κλέψιμο φόρων άλλοτε κανείς να μην τολμήσει;
…Και βέβαια δεν συνέλαβε τον ίδιο τον εαυτό της
για να μην ντρέπεται γι αυτήν η δόλια η ανθρωπότης!..
ΜΝΗΜΟΝΙΑ
(Καιρός κρίσης)
Η Κοινωνία κλεισμένη στο καζάνι της
που από κάτω του η φωτιά θεριεύει.
Ο ατμός βαρύς κι όλος θυμό αναδεύεται
και διέξοδο δε βρίσκει κι ας γυρεύει.
Οι θερμαστές τριγύρω ξεφαντώνουνε
και ξύλα όλο τη φωτιά ταϊζουν-
«μέτρα», «δικαιοσύνη», «φως», «διαφάνεια»-
όπου σαν κόκαλα σε τάφο τρίζουν.
Πόσο μεγάλη θα ’ναι τάχα η έκρηξη;
Και όλους τους προδότες θ’ αφανίσει,
ή απ’ τη μαγιά τους πάλι θα φουσκώσουνε
και νέος κύκλος δυστυχιάς θ’ αρχίσει;
ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
(Καιρός Κρίσης)
Το σύνταγμα εφαρμόζοντας
μας γέμισαν ατομικές ελευθερίες
και δικαιώματα (γιατί όχι:
από την τσέπη τους τα βγάζουν;)
Αυτό το παλιοσύνταγμα...
να μη λέει τίποτα και για λεφτά...
Η ΔΙΑΦΟΡΑ
(Καιρός Κρίσης)
Είμαστε Ευρώπη, αλλά μια διαφορετική, καλλίτερη Ευρώπη.
Και αυτό το διαφορετικό είναι που μας κάνει ανώτερους από τους άλλους ευρωπαίους.
Εμείς για μουσική έχουμε τα νταούλια, αυτοί όχι.
Εμείς δεν υπακούμε στους νόμους, αυτοί ναι.
Εμείς παρκάρουμε τα αυτοκίνητά μας πάνω στα πεζοδρόμια. Αυτοί όχι.
Εμείς κλέβουμε ο ένας τον άλλο. Αυτοί όχι.
Εμείς δεν έχουμε Παιδεία. Αυτοί έχουν.
Εμείς έχουμε βρώμικες πόλεις, βρώμικα νοσοκομεία, βρώμικα σχολεία, αυτοί όχι.
Εμείς τρώμε τα δανεικά μας στα μπουζούκια, αυτοί χτίζουν εργοστάσια και σχολεία μ’ αυτά.
Εμείς τεμπελιάζουμε, αυτοί δουλεύουν.
Εμείς είμαστε καλοί σαν γκαρσόνια, αυτοί είναι καλοί σαν τουρίστες.
Εμείς δεν παράγουμε ούτε καρφίτσες, αυτοί παράγουν από αυτοκίνητα και πάνω.
Εμείς φοβόμαστε τον ίσκιο μας, την Τουρκία, τη Μακεδονία, την Αλβανία τη Βουλγαρία, αυτοί κανέναν.
Εμείς έχουμε κλέφτες και ψεύτες πολιτικούς, αυτοί σοβαρούς ανθρώπους.
Εμείς έχουμε μυαλά μεσαίωνα, αυτοί εικοστού πρώτου αιώνα.
Εμείς έχουμε τραγούδια κοιμισμένα, αυτοί τραγούδια ζωηρά.
Εμείς δείχνουμε στις τηλεοράσεις μας σκουπίδια, αυτοί όμορφα και νέα πράγματα.
Εμείς έχουμε την ιδέα ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, αυτοί είναι ό,τι είναι.
Αυτοί ψυχαγωγούνται, εμείς διασκεδάζουμε.
Εμείς καταστρέφουμε το περιβάλλον, αυτοί το προσέχουν.
Εμείς μισούμε τα βιβλία, αυτοί τα διαβάζουν.
Ε, δεν πρέπει να είμαστε υπερηφανοι που ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε τόσους άλλους;
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ-
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ
(Καιρός Κρίσης)
Και είναι απορίας άξιον πώς,
ο πρώτος ο πολίτης μας εγκρίνει
τα μέτρα που δε θέλει ο Λαός;
(…και άραγε το θέμα έτσι κλείνει;..)
Καλά , ο Λαός δεν είναι ο Παπούλιας;
Δεν είναι αυτός ο πληρεξούσιός Του;
Πώς χούγια γίνεται να έχει Πούλιας
αντίς να είναι ο Αυγερινός Του;
Το χέρι το Λαό που προστατεύει
πώς τώρα γίνεται να Τον χτυπάει,
και όσους Τον σκοτώνουν να χαϊδεύει,
να τους καλόχει και να τους φιλάει;
Ο Πρόεδρος φρενάρει τους πολίτες
ή δυνατά το γκάζι σανιδώνει-
σπρώχνει στη δυστυχία τους ψωμοζήτες
ή την αντίστασή τους δυναμώνει;
...Τουλάχιστο στα τόσα κούφια έπη
που θ’ ακουστούνε μέσα στο Συμβούλιο
ας ρίξει ο Πρόεδρος και λίγα «πρέπει»-
χωνευτικά για γεύμα ένα λουκούλλειο.
-----
ΠΑΤΡΊΣ ΕΝ ΠΟΡΝΕΊΑ ΘΝΉΣΚΟΥΣΑ
(Καιρός Κρίσης)
«Ποιος είναι αναμάρτητος
να ρίξει πρώτος πέτρα;
Τις ανομίες ολωνών
θα μπόρειε ποιος να εμέτρα;
Από τον άθλιο βασιλιά
ως τ’ άμετρά μου πιόνια
στη χώρα ποιος δεν έκλεβε
τώρα και τόσα χρόνια;
Κι αφού ο λαός με πρόδωσε
ποιος μένει να με γιάνει
και όχι πόρνη αλλά κυρί
α πάλι να με κάνει;..
Κανείς! Γι αυτό ελάτε μου
της γης οι πόρνοι όλοι!..
…και βιάστε με…και πάρτε με…
…δική σας είμαι όλη…»
ΤΑ ΒΌΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»
(Καιρός προ, κατά και μετά την Κρίση)
Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιες πηγαίναν.
Κι ο ελληνικός βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη.
Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
και αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
μ’ αυτό μονάχο του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
και πάει-τελείωσε το «θα» που πια είχε αποκάνει.
Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.
Και από τότε «πρέπει» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«πρέπει» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«πρέπει» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«πρέπει» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.
«Πρέπει» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«πρέπει» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«πρέπει» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«πρέπει» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.
Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «πρέπει» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια΄
και θα χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
κι αυτοί ποτέ δε θα γινούν-αλίμονο!-ανθρώποι..
Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «πρέπει»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα, αντίς για ουρανό, σπηλιάς κι ας βλέπει σκέπη,
μα θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»,: «γιατί έτσι…πρέπει!»
Τρίτη, 29 Μάρτη 2010
ΑΦΓΑΝΆΚΙ ΚΑΙ ΕΛΛΆΔΑ
(Στις 28 Μαρτίου 2010 ένα αφγανάκι δεκαπέντε χρονών με την αδελφή του ψάχνει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει. Ήταν όλο χαρά όταν ανακάλυψε μέσα στον κάδο σκουπιδιών ένα ρολόι. Όμως το ρολόι ανατινάχτηκε. Το σώμα του διαμελίστηκε μέσα σε μια εκκωφαντική έκρηξη.
Σαν την Ελλάδα εμέν’ αυτό μου μοιάζει το αφγανάκι
που έρημο κι ολόφτωχο στους δρόμους τριγυρνά
με αποφάγια ψάχνοντας να στυλωθεί λιγάκι
ενώ από δίπλα του η χλιδή αγέρωχη περνά.
Έτσι κι αυτή στις κραταιές του κόσμου μας πατρίδες
το χέρι απλώνει επαίτισσα παρακαλεστική
αναζητώντας μάταια να έβρει έστω ελπίδες
πως κάποτε θα έπαυε να είναι νηστική.
Και όπως το αμούστακο κι άμοιρο αυτό φτωχούλι,
πήγε από την έκρηξη που έκανε η Ταυ Νι Ταυ,
έτσι κι η Ελλάδα, παίζοντας με το φαί κρυφτούλι,
από τ’ αγκάλιασμα θα πάει του Δέλτα αυτή Νι Ταυ.
(Αυτά για σήμερα)