Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

 Για να επιζήσει o άνθρωπος στον αφιλόξενο πλανήτη μας, πρέπει από καιρού σε καιρό να βλέπει ένα μικρό παιδάκι να ανοίγει τα χεράκια του όσο μπορεί, και να απαντάει «Τόόόσο!» όταν αυτός το ρώτησε «Πόσο μ’ αγαπάς;», ή να βλέπει ένα παιδάκι μες στο καροτσάκι που σπρώχνει η μητέρα του, να τον κοιτάζει στην αρχή με περιέργεια, και αμέσως κατόπιν να σηκώνει και να κινεί το χεράκι του σε χαιρετισμό, σ’ αυτόν, που από μακριά τού έγνεφε κουνώντας… μέχρι ξεβιδώματος το χέρι του σε χαιρετισμό και ανοίγοντας το στόμα του μέχρι ξεχειλώματος σε γέλιο.
Αυτά κρατάνε για λίγες μέρες ζωντανό τον άνθρωπο.
Ένας άλλος τρόπος για να ξεκλέψει κανείς λίγο χρόνο, είναι να θυμάται τα παιδικά του χρόνια και τους φίλους που τότε έπαιζε μαζί τους-τρίχρονους έως δεκάχρονους τότε, καθώς αυτός.  Και αν έχει την ευχέρεια να τους βλέπει κιόλας πότε πότε, τότε έχει εξασφαλισμένη την επιβίωσή του για όσον χρόνο η βιολογία κατά τα άλλα θα αποφασίσει.
Η ακένωτη πηγή ζωής όμως για κάθε άντρα είναι η στρατιωτική ζωή-η ζωή που έκανε ως στρατιώτης ή η ζωή σε μια Σχολή στρατιωτική.
 Το γιατί είναι έτσι το πράγμα, ποιος μπορεί να πει; Είναι ίσως το αίσθημα της «ισότητας» που υπάρχει σε κάθε στρατό; Είναι ίσως γιατί μέσα εκεί, λόγω της ανάγκης για ισχυρή άμυνα στις-συμβατές με τη φύση του Στρατού- αντιξοότητες αναπτύσσονται φιλίες αγνές;
Δεν θα εξαιρέσω βέβαια και την ζωή που δίνει το ωραίο φύλο στους άρρενες, που όμως είναι τόσο σπάνιο, ώστε έκανε ακόμα και τον Βίκτωρα Ουγκώ να πει: «Αν ήμουν βασιλιάς θα έδινα τον μισό μου βασίλειο για το συμπαθητικό κοίταγμα ενός ωραίου κοριτσιού.
Και αν ήμουνα θεός θα έδινα τη θεότητά μου για ένα του φιλί.»
Ένα γράμμα όμως που έλαβα από κάποιον από τους φίλους του Στρατού, συμμαθητή στη Σχολή, που με καλούσε για τη μάζωξη παλιών συμμαθητών ώστε να θυμηθούμε τα παλιά, στέρησε από μένα σε μεγάλο βαθμό, την δυνατότητα να αντλώ δυνάμεις από τις αναμνήσεις του Στρατού-δυνάμεις που παίρνει κάποιος έστω και απλά διότι κάποτε η κατάσταση αυτή υπήρξε.
Και αυτό συνέβη γιατί το γράμμα άρχιζε με τις λέξεις «Αγαπητέ συμμαθητή».
"Αγαπητέ συμμαθητή"!...
Ούτε "φίλε Γιώργη!".  
Ούτε "Γιώργη!".
Ούτε «Ρε Γιώργη!»:
Ούτε, εν ανάγκη, η από υπάρξεως ελληνικού κράτους φιλικότατη προσφώνηση των μελών της ελληνικής νεολαίας μεταξύ τους:
«Ρε μαλάκα»!…»

"Αγαπητέ συμμαθητή"!
Έτσι απρόσωπο, έτσι ξερό, σαν όπως οι βουλευτές αποκαλούν «αγαπητό» τους τον κάθε πιθανό ψηφοφόρο, ή οι διαφημίσεις κάποιον πιθανό αγοραστή.
Άραγε είχε προχωρήσει τόσο μπροστά αυτός ο φίλος; Ή μήπως έχω είχα μείνει τόσο πίσω;  


Όπως και νάχει, ένας ποιητής όπως εγώ (του πρώτου ή του δέκατου καβαφικού σκαλιού της Ποίησης δεν έχει σημασία), που ζει όχι με το φαγητό, αλλά, τουλάχιστον με την σιγή, «πικράθηκε».
Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια.
Το σχολίασα βέβαια, γιατί έπρεπε να ζήσω ακόμα. Το σχολίασα όπως σχολιάζω όλα τα παρόμοια, για να τα ξεπερνώ. Το συρτάρι μου είναι γεμάτο με τέτοια «γλυκαντικά»:

«ΑΓΑΠΗΤΕ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗ…»

Πώς μας επήρε ο Άνεμος! Πώς ο Καιρός μας πάει!
Εχθροί μας πώς οι Φίλοι μας οι παλαιοί έχουν γίνει!
Πώς όλο Αγάπη μια Ζωή, Μίσος γεμάτη κλείνει-
Ο Φίλος πώς "αγαπητός συμμαθητής" μετράει!..

Κι αντίς ως πριν, ελπίζοντας, η Ζήση να κυλάει,  
στης Μοναξιάς και στου Χαμού τώρα χιμάει τη Δίνη:
Στα γκρέμια του Ονόματος κενές εκφράσεις στήνει,
Μπροστά μας Τείχη αδιάβατα, Κάσας  σανίδες πλάι.

"Αγαπητέ συμμαθητή»!.. Πώς νύχτωσε τριγύρω...
(Α! Μύρα που της Ζήσης μας το Δέντρο θα σκορπούσε
αν λίγο μες στον Κόσμο Αυτόν Κάτι μας αγαπούσε... )
Πώς κάθε Φως τώρα σβηστό και κάθε Πάθος στείρο…
Και πια όχι μια της Γης Στροφή, μα η Νύχτα η Αιώνια,
θαμμένους μες στα Μαύρα της και Κρύα μας έχει Χιόνια.