ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΙΚΡΑ
1.
Ο ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ VELPEAU
Γεια σου Αρχηγέ.
Τη μέρα που ο Μαλτέζος πέρασε Ανατομία, μέθυσε και γύρισε το βράδυ μεθυσμένος στη Σχολή, τρεκλίζοντας και λέγοντας συνέχεια: «Θα πάω να κοιμηθώ στον χώρο του Velpeau.»!
Μια «ασυναρτησία» δικαιολογημένη βέβαια μετά από οινοποσία.
Αλλά και πόσο ποιητική!
Σκέφτηκα πόσο πράγματι ιδανικός για ύπνο μέσα του ήταν αυτός ο χώρος. Μια φωλιά, ή ακόμα, μια φωλίτσα, ζεστή ζεστή και απαλή!
Και πεντακάθαρη!
Και γεμάτη ζωή!
Έγραψα λοιπόν τότε το παρακάτω, φαινομενικά «ασυνάρτητο» και αυτό, «ποιητική αδεία» όμως επιτρεπτό:
Ο ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ VELPEAU
Κραδαίνοντας σαν σκήπτρο η δόρυ την μπαγκέτα
διευθύνει την ορχήστρα με ύφος μανιακού.
Του σακακιού του στα ύψη τινάσσονται τα πέτα
και το γυαλί ζαλίζει του δεξιού φακού.
Κι αν δίκαια στην ορχήστρα για μας δεν έχει θέση
κι αν το ύφος του μαέστρου δεν είναι φιλικό
εμείς, είτε του αρέσει και είτε δεν τ’ αρέσει
θα κοιμηθούμε απόψε στο χώρο του VELPEAU.
Μια ζήση δεινοπάθησα στη φυλακή ετούτη.
Μια ζήση με σακάτεψε τ’ όνειδος του κισσού.
Κι όχι πως ζήταγα να βρω τη δόξα η τα πλούτη-
να δω τη λάμψη θέλησα μακριάθε του χρυσού.
Μα οι τρύπιες που σαρκάζοντας μου ’δειχναν λαμαρίνες
και που σ’ ανίερες μ’ έκαναν βλαστήμιες να ξεσπώ,
ατσάλινες εγίνανε κι ακούραστες αξίνες
όπου το δρόμο μου άνοιγαν στον χώρο του VELPEAU.
Η σπίθα φλόγα έγινε και καίει την αδικία.
Τ’ όνειρο βγήκε αληθινό. ΄Ηρθε ο κουμουνισμός.
Από τον κόσμο χάθηκε το μίσος κι η κακία
και στάχτη κρύα έγινε των πλούσιων ο εσμός.
Αλλά κι αν όνειρο ήτανε βάλτε κρασί να πιούμε…
Στο ξύπνιο παρηγοριά μου εκείνη π’ αγαπώ.
Αυτή που απόψε μας καλεί χωρίς να την ακούμε
Να κοιμηθώ-κι εσείς μαζί-στον χώρο του VELPEAU!
Στο παραπάνω το σκαλί η γνώση έχει περάσει.
Όλα ανεβήκανε στη Γη ένα βήμα πιο ψηλά,
κι εκεί λιωμένο γίνονται μολύβι, που με βιάση
στο χαμηλότερο ξανά επίπεδο κυλά.
Μα κι αν οι ελπίδες έλιωσαν στην κάμινο του τρόμου,
κι αν εβαρέθηκα φριχτά θρηνήματα ν’ ακώ,
εκεί, στο ύψος του ακριβού και στρογγυλού της ώμου
μας περιμένει φιλικός ο χώρος του VELPEAU!
Δουλεύοντας νυχτόημερα έχουμε αποκάμει
για να μαζέψουν χρήματα οι πλούσιοι πιό πολλά.
Με πίσσα λερωνόμαστε και με πηχτό κατράμι
και πάνω μας η ένδεια αξεκόλλητα κολλά.
Μα κι αν εχάθη η δύναμη κι η αντοχή μας όλη
απόψε-δα θα πάρουμε το μέγα μας ρεπό,
κι ατέλειωτη κι αξέχαστη και ζέουσα μια σκόλη
στην κούπα θ’ απολαύσουμε του χώρου του VELPEAU.
Το δίκιο ψαλιδίζοντας στο μέτρο που αντέχουν,
με πυρωμένο σίδερο τις σάρκες μας τρυπούν
κι επαίρονται, οι κατέχοντες, πως δίκαια κατέχουν
και με μαστίγιο πιο γοργά και δυνατά χτυπούν.
Αλλά γι αυτούς μη νοιάζεστε γιατί η ιστορία
θα τους νοιαστεί ανυπέρθετα. Και τώρα τον λωτό
της λησμονιάς της ακριβής ας γέψωμε, κι ευθεία
απόψε ας τραβήξωμε στον χώρο του VELPEAU!
Σκληρή η ζωή κι η μοναξά, σκληρότερη η χαρά μας
και χίλιες δυο σκληρότερη φορές η υπομονή΄
μπροστά της ύλη εύπλαστη φαντάζει ο αδάμας
κι αυτός αντίς για το γυαλί κόβεται και πονεί.
Μα ένα στρώμα αφρόπλαστο, μια στρώση πουπουλένια,
μια πεντατρύφερη φωλιά, στρώμα ένα μαλακό
μας καρτερεί. Εμπρός λοιπόν, την κάθε αφήσετε έγνοια:
ορθάνοιχτη είναι μια αγκαλιά ο χώρος του VELPEAU!
Σκεπάζει μαύρο και βαρύ πέπλο το φως του Απείρου
κι είν' το μυστήριο της ζωής δακτύλιος ζοφερός.
Είμαστε ενός αρχαϊκού εφιαλτικού ονείρου
δραπέτες, κι ειν' ο έρωτας φύλακας τρομερός.
Μα απόψε να! Τις άλυσες σπω που βαριά με δένουν.
Τα μολυβένια σύννεφα της άρνησης τρυπώ.
Οι Χίμαιρες κι οι Θάνατοι για με απόψε υφαίνουν
ένα στρωσίδι αχάλαστο στον χώρο του VELPEAU!
Τα Τάρταρα ξανοίγονται μέσα μας πιό μεγάλα.
Μπροστά μας τα Ηλύσια Πεδία πιο μικρά.
Τα στήθη της Αμάλθειας τώρα δεν έχουν γάλα
και μας θωρούνε άζωα, στείρα, ρικνά, νεκρά.
Μα εμείς μια νέα πλάθουμε απ' την παλιά κατάρα,
του τάφου αναμερίζουμε το χώμα το νωπό
και με βιασύνη με χαρά μ' ορμή και με λαχτάρα
καινούργιον τάφο ανοίγουμε στον χώρο του VELPEAU!
Ο ωραίος εμαράθηκε κήπος των Εσπερίδων.
Τα δέντρα του Παράδεισου μια στάχτη λευκωπή.
Από το δέντρο των κρυφών, των μυστικών Ελπίδων
από αμνημόνευτους καιρούς τ' άνθη έχουνε κοπεί.
Αλλ’ απ’ ο αμάραντο δεντρί τα φρούτα όλα κόβω,
τον δροσερό τους γεύομαι και σπάνιον οπό,
κι απέ μία νύχτα νιόφαντη, μιά νύχτα δίχως Φόβο
θε να γνωρίσω γέρνοντας στον χώρο του VELPEAU!
Βασιλικοί, απρόσιτοι κοιτώνες, κρύα χάδια
τήβεννοι χρυσοποίκιλτες και Τιάρες Παπικές
για τελευταία υψώνουνε φορά μες στα σκοτάδια
τις μυσαρές εικόνες τους τις δήθεν θριαμβικές.
Οι προλετάριοι βλέπουνε ορθοί την κωμωδία,
με βλέμμα ένα ασκλάβωτο κι ύφος αγριωπό.
Γι αυτό σας λέω-με στρώμα μου της νύχτας την ευδία
θα κοιμηθώ αμέριμνα στο χώρο του VELPEAU!
-----
2.
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝ ΕΛ ΕΪ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ
Είναι λίγα τα μέλη
Γι αυτό έρχεται όποιος θέλει
Στη συγκέντρωση την ετησία
Από Αμερική κι Ασία.
«Να σας συστήσω από δω τον κύριο Χι»
«Ω! κύριε! Σας συνοδεύει κάθε μου ευχή»
«Συγνώμη, από το mixed drink σας έχετε βραχεί…»
Η κυρία που γελάει σαν άνοστο αστείο
Είναι η κυρία του καθηγητού της Φωνητικής
Στο UCLA.
Εκείνη είναι η κυρία Ειρήνη.
Ειρήνη υμίν.
Όλα τα πρόβατα τα γνωρίζει σαν καλός ποιμήν.
Ειρήνη πάσι.
Και όλους από το στόμα της τους έχει περάσει.
«Ο θεός να σας φυλάει από τη γλώσσα της!»
«Γιατί δεν της την κόβετε;»
Ας τη λέμε καλλίτερα Πόλεμο την κυρία.
Ο κοσμηματοπώλης σαν κόσμημα άψυχο: λαμπρός και ντελικάτος.
Και ο οικοδόμος να χορεύει ελληνικούς χορούς
Δίπλα από τη σύζυγό του που επάσκιζε
Τα χοντρά της οπίσθια να κρύψει-η καημένη κάνει δίαιτα
Μα αδυνατίζει όπου αλλού παρά εκεί).
Ο ποντικοειδής ακτινολόγος: «τι κάνετε;»
Και μια κουβέντα στον αέρα: «γεια σου Λίλιαν»
Ποια Λίλιαν;
«Να βρούμε νύφη για τον γιατρό. Ξέρεις καμία;»
Όλα τα θέματα του Χρηματιστηρίου συζητήθηκαν.
Ο κύριος Πρέσβης παρέδωσε την Προεδρία.
«Σας ευχαριστώ όλους. Έφαγα καλά»
«Καλή χώνεψη»
«Και σας καλή σας όρεξη»
«Ευχαριστούμε!».
3.
ΠΕΣΤΕ ΜΟΥ…
(L. A.)
Προτού να φύγουμε από κει τα Σούσα είχαν πέσει
Κι ήτανε τα Εκβάτανα μιας μέρας εκδρομή.
Κανείς δεν ελογάριαζε τον Μηδο η τον Πέρση-
Ολοι μεριάζαν να διαβεί η νέα μας ορμή.
Κάθε πρωί απ' τους γρήγορους ιππείς αγγελιαφόρους
Τα νέα εμαθαίναμε: πως όλο προχωρά
Ο Βασιλιάς κι όλο κινάει γι αγώνες νικηφόρους.
Κι απ’ του θριάμβου τις ιαχές εσειόταν η αγορά.
Ημασταν υπερήφανοι που πρώτα Μακεδόνες
Τη μακρινή πατήσανε χρυσήν Ανατολή
Και ξέραμε-στούς μέλλοντες να έρθουν τους αιώνες
Του Βασιλιά μας τ’ όνομα θα τιμηθεί πολύ.
Μάθαμε πώς παντρεύτηκε κάποια εκεί Ρωξάνη,
Ανθό απ' της αλλόθρησκης Ασίας τους ανθούς.
Ακόμα πως οι βάρβαροι θεό τον έχουν κάνει
Κι ότι αγάλματα πολλά του στήνουν και ναούς.
Μα τώρα λείπουμε από κει τόσα και τόσα χρόνια
Και ’δω τα νέα δεν φέρνουνε αγγελιαφόροι-ιππείς.
Μας εσκεπάσαν των λωτών τα άνθη σαν τα χιόνια
Κι εξαίρεση είν' το μίλημα στον Κόσμο της Σιωπής.
Οι άλλοι αποκοιμήθηκαν για πάντα και ξεχνάνε
Τις νίκες μας, τις δόξες μας και –αχ!- το Βασιλιά.
Μα εγώ πού μένω ξάγρυπνος ασίγαστα θυμάμαι
Κι όλο ποθώ νέα ξανά ν’ ακούσω όπως παλιά.
Πέστε λοιπόν-ω! πέστε μου για τη Μακεδονία.
Μέρος απάτητο έμεινε γι αυτήν πάνω στη γη;
Είν’ όπως τότε πρόβλεπα η δόξα αιωνία;
Μη τους θριάμβους κάλυψε της λήθης η σιγή;
Κι ακόμα του παράξενου εμένα νεκρανάστη
Που σέρνει μες το θάνατο και τη ζωή μαζί
Πάψτε την αγωνία μου που όμοια της δεν επλάστη:
Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος επέθανε η ζει;
-----
4.
ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΤΗΣ 24-7-08 ΣΤΟΝ ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΆ
Όταν έγινε το συμβάν στο επισκευαζόμενο καράβι, βρισκόμουν στην περιοχή. Έτρεξα γρήγορα εκεί γιατί μόνον ακουστά είχα για τα κάθε φορά επακολουθούντα, όμως δεν τα είχα δει.
Τα πτώματα των οχτώ ανδρών κείτονταν πρόχειρα πάνω σε ένα σεντόνι στρωμένο στο έδαφος.
Γύρω οι συγγενείς με πρόσωπα γεμάτα αδημονία.
Εκεί φτάνοντας έμαθα ότι υπάρχουν εκτός από οχτώ νεκρούς και τέσσερις τραυματίες.
Στάθηκα μαζί με τους άλλους που ήταν περιμένοντας.
Και πράγματι, σε λίγο κατέφτασε στον τόπο της τραγωδίας ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας.
Όταν πλησίασε στον χώρο, οι νεκροί φάνηκε να παίρνουν ένα ροζ χρώμα, που αν δεν ήξερε κανείς ότι είναι σκοτωμένοι, θα τους έπαιρνε για ζωντανούς που κοιμούνται.
Όταν ο υπουργός έδωσε εντολή να αρχίσει αμέσως η διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, ο πρώτος από αριστερά νεκρός ανάδεψε τα χέρια του, άνοιξε τα μάτια, είδε γύρω του και σηκώθηκε.
Πρώτα πήγε και έπεσε στην αγκαλιά των δικών του γεμάτος χαρά. Μερικοί χειροκροτούσαν. Όταν τελείωσε αυτό πήρε θέση ανάμεσα στους περίεργους και ανάμεσα στους άλλους εργάτες που περιμένανε, φωνάζοντας κιόλας ενάντια στον υπουργό και στην κυβέρνηση.
Ο επικεφαλής των εργατών πήρε ένα μεγάφωνο και είπε: «μας βάζουν να δουλεύουμε χωρίς να έχουν παρθεί μέτρα ασφαλείας στο χώρο δουλειάς… Στο συγκεκριμένο καράβι έγινε έλεγχος των μέσων ασφάλειας πριν από ημέρες, τα μέτρα βρέθηκαν ανεπαρκή, όμως οι δουλειές σταμάτησαν για μια μέρα μόνο. Την επόμενη, κάτω από την πίεση των πλοιοκτητών, η δουλειά ξανάρχισε… Και να τα αποτελέσματα…», είπε, δείχνοντας τους πεθαμένους εργάτες.
Αμέσως όταν ειπώθηκαν αυτά ο δεύτερος νεκρός εργάτης σηκώθηκε, τίναξε τις σκόνες από πάνω του και πήγε να πλυθεί από τις μαυρίλες που του είχε αφήσει η έκρηξη που τον σκότωσε. Κατόπιν πήγε στη στάση να πάρει το αυτοκίνητο για να πάει στο σπίτι του-ήταν αλλοδαπός και δεν είχε συγγενείς στην Ελλάδα.
Μετά και τη δεύτερη νεκρανάσταση το συγκεντρωμένο πλήθος ένιωσε πιο ανακουφισμένο.
Ύστερα όλοι οι παρευρισκόμενοι βάλθηκαν να ανοίγουν όσα ραδιοφωνάκια ή φορητές τηλεοράσεις είχαν μαζί τους και αφού ρύθμισαν την ένταση στη διαπασών τα τοποθέτησαν κοντά στους νεκρούς ώστε να φτάνουν ως αυτούς όσα λόγια έβγαιναν από τις συσκευές αυτές.
Και δεν άργησε να μιλήσει κάποιος επίσημος.
Ήταν ο Παπανδρέου.
Και ακούστηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να λέει ότι οι υπεύθυνοι σπαταλούν τα χρήματα όχι για τη βελτίωση των συνθηκών δουλειάς των εργατών, αλλά για να πλουτίζουν και πως όταν αναλάβει αυτός την διακυβέρνηση της χώρας τα πράγματα θα αλλάξουν. Τότε είναι που και τρίτος νεκρός αναστήθηκε.
Μερικά μπράβο ακούστηκαν για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ.
Η προσωρινή ανακούφιση όμως διάρκεσε μόνο λίγο, αφού δεν ακούγονταν άλλα σχόλια επισήμων και άλλες καταδικαστικές για τους υπεύθυνους φωνές από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις.
Γιατί αργούσαν;
Μα να! Ο εκπρόσωπος Τύπου της Κυβέρνησης ανάστησε άλλους δύο μονομιάς όταν εδήλωσε ότι θα επιβληθούν οι ανάλογες κυρώσεις στους υπεύθυνους της έκρηξης στο καράβι.
Δύο ακόμη σηκώθηκαν όταν στη συνέχεια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανακοίνωσε ότι λυπάται πολύ για το κακό που χτύπησε τους εργαζόμενους στα Ναυπηγεία. Ήταν οι πιο ζωηρές εγέρσεις.
Μερικοί σχολίασαν ότι με τέτοια λύπη που είχε κυριεύσει τον Πρώτο Πολίτη της Δημοκρατίας μας θα έπρεπε να είχε σηκωθεί και ο όγδοος νεκρός. Και έλεγαν μεταξύ τους τι άλλο περιμένουμε πια μετά από την ομιλία του Προέδρου.
Μα τους έκοψε τα ψιθυρίσματα η φωνή της κυρίας Παπαρήγα που δήλωσε πως για ό,τι έγινε φταίνε όλοι οι διατελέσαντες μέχρι σήμερα υπουργοί Εμπορικής Ναυτιλίας. Μέσα σε πανηγυρισμούς και χειροκροτήματα αναστήθηκε και ο όγδοος νεκρός.
Και όλοι πια έφυγαν από τον τόπο που με τόσην αγωνία και με τόσο πόνο τους είχε ποτίσει, ευχαριστώντας μέσα από τα βάθη της ψυχής τους την κυβέρνηση και τους άλλους επισήμους που έκαναν δηλώσεις για την δυσάρεστη κατάσταση που είχε προκύψει..
Ο Πρωθυπουργός από σεμνότητα και ταπεινότητα άφησε να μιλήσουν όλοι οι άλλοι πριν και αυτός πει τα δικά του. Εξάλλου δεν υπήρχανε άλλοι νεκροί, για τους τραυματίες μίλησε μόνο. Και το Θριάσιο έδωσε αμέσως τα εξιτήρια στους τέως τραυματίες, που τα είχε κιόλας έτοιμα, γιατί είχε μάθει ότι και ο πρωθυπουργός θα μιλήσει και ότι η ομιλία του θα αφορούσε στους τραυματίες.
Έτσι έλαβε αίσιο τέλος το συμβάν και καθένας πήγε στη δουλειά του, ευχόμενος να μην ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο, επειδή, αν και ήταν σίγουροι όλοι ότι οι υπεύθυνοι θα έκαναν και πάλι γρήγορα τις σωτήριες δηλώσεις τους, μα όσο να το κάνεις η όλη υπόθεση ήτανε μια ταλαιπωρία.
Και φεύγοντας κι εγώ από εκεί, με δυσκολία κατάφερα να μην αφήσω να κυλίσουν τα δάκρυα που ανέβαιναν στα μάτια μου όταν αναλογιζόμουν σε ποια υπέροχη πατρίδα ζω-τη χώρα των λόγων όπου με αυτούς όλα γίνονται.