ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
Μ' αδημονία, βιασύνη, πάθος,
με ανύπαρκτο στα λόγια μας το βάθος
στα χιλιοπάτητα γνωστά παρτέρια
πατάμε της ζωής-τα καλοκαίρια,
ξερό κι ανίδρωτο-σκληρό το χώμα,
ολάσπρο τους χειμώνες όλα χρώμα
χειμώνες-καλοκαίρια οι ανθρώποι
καθένας φουσκωτό της μοίρας τόπι,
'δρώνοντας κι ανασαίνοντας με βάρος
και μ' άγνωστη για μας τη λέξη θάρρος
μ' αδημονία οδεύουμε-τι κρίμα!-
και με βιασύνη τόση σ' ένα μνήμα.