Χαμένη
Γελά με τις γυναίκες που αποστρέφουν
το πρόσωπο από κείνον σαν τον δουν
καθώς απ’ τη δουλειά τους επιστρέφουν
ή σαν καθώς πηγαίνουν να εργαστούν.
Σε κάποιο απροσδόκητο φανάρι
καθώς πατούν του φρένου το πεντάλ
γυρίζουν προς το μέρος του με χάρη
το πρόσωπο το round ή το oval.
Αλλά το πρόσωπό του όταν δούνε
που γέρικο και σοβαρό ειν’ πολύ
αμέσως το δικό τους το γυρνούνε
λες ίσως και τους πρόσφεραν χολή.
Και να ’ναι τυχερος πολύ θα πρέπει
αν τύχει να προλάβω και να δει
τ’ ωραίο προσωπάκι που τον βλέπει-
που στρέφει έστω για λίγο προς τα κει.
Και πια πικρά γελά-τι άλλο μένει
για καποιονε που πια δεν καρτερά-
για κάποιονε που ξέρει πως χαμένη
γι αυτόν είναι του έρωτα η χαρά...