ΚΕΡΒΕΡΟΣ
Πώς έγινε και τούτο του συνέβη;
Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
ούτε κι η ουρά του να τόνε τυλίξει;
Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του τρομερότερου Άδη
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα εδυνόταν να τ’ αντέξει
έξω απ’ αυτό το φως το αποκρουστικό:
άραγε πόσες μέσα του απειλές
αυτό να κρύβει …
Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…
«Ω! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.