Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

 ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ    

Άναψε ένα κερί. Καθόλου
στα λόγια του Έρωτα δεν πίστεψε:
ότι δεν έπρεπε να τον ιδεί
γιατί αλλιώς θα χάνονταν εκείνος.

Και έαυτή,
στη φλόγα του κεριού τον είδε.

Δεν ήταν τέρας όπως εφοβόνταν-ένας νέος ήταν,
ένας όμορφος σαν ήλιος νέος.

Όμως ετρέμισε από φόβο η καρδιά της
γι αυτή της την παρακοή
και σε μια κίνηση φυγής της
κεριού καυτή σταγόνα τον εξύπνησε.

Την είδε να τον βλέπει
κι ήρεμα,
σοβαρός: «Φεύγω»,
της είπε,
«με απιστία ο Έρωτας δεν ζει».

Και πήγε.

Κι αυτή τους κάμπους και τα όρη επήρε
και άπελπα έκτοτε κι ανεύρετα τόνε ζητά.