Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΑΝΟΔΟΣ
Και θα περάσουν τα χρόνια,
και τα θριαμβικά τώρα επελαύνοντα
σουρεαλιστικά πυροτεχνήματα
θα σβήσουν.
Και τ’ άστρα πάλι θα φανερωθούν
αχάλαστα
και φωτεινά
κι αιώνια-
και τ’ άστρα πάλι θα φανερωθούν
της αναπνιάς και του σφυγμού,
κι οι μάρτυρες του μέτρου.
Και πάλι του ήρεμου πάνω στη γη βαδίσματος
του γνωστικού ανθρώπου οι ρυθμικοί οι χτύποι
στης ποίησης θ’ αντηχούνε στα πλακόστρωτα.
Και πάλι ο λόγος θ’ ακουστεί ο απλός
που φοβισμένος τώρα
όπως πουλάκι κάτω απ’ τα φτερά της μάνας γλώσσας χλιαίνεται
για να γλιτώσει από την καταιγίδα που έρχεται
φέρνοντας το χαμό
για τα ακαταλαβίστικα τα έργα
και τις ελεύθερες γραφές
του ασυνείδητου και του τυχαίου.