ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Αιχμάλωτος της τέχνης της μεγάλης του έγινε.
Το άγαλμα της κόρης που έτσι έφτιαξε ωραίο
το είχε παθιασμένα ερωτευτεί.
Κι αλήθεια τούτο άγαλμα δεν έμοιαζε.
Κρύο δεν ήταν κι ούτε άσπρο μαρμαρένιο,
μα ρόδινο θαρρείς
και με μια σάρκα θελκτικά ζεστή.
Ωραίο που ήταν! Ως και τις πτυχές ελάτρευε
του απαλοφόρετου χιτώνα της.
Και τόλμησε: στα χείλη έσκυψε
και τα δικά του πάνω τους εταίριασε
σ' ένα φιλί ατελείωτο αγάπης.
Και να! Σιγά τα χείλη τα σκληρά σαρκώθηκαν...
Και του ανταποδόθηκε το χάδι...
Η Αφροδίτη
από ψηλά
το έργο της περήφανη αποθαύμαζε.