Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

ΚΙΝΑ...

Έδωσε μια κι υψώθηκε στον αέρα.
Κι έτσι σαν βέλος κακοτάξιδο
έπεσε πάνω του με το σπαθί της.
(Σαν ηλιαχτίδες ζωηρές
ανέμιζαν τα ολόχρυσα μαλλιά της.)

Αυτός, είχε πετάξει κάτω το σπαθί του
έτσι που κίνδυνο σε κείνη να μη δώσει
λίγο προτού να νιώσει το δικό της
να μπήχνεται ίδιος θάνατος στο στήθος του.

Εκείνη εσάστισε. «Γιατί»,του είπε,
Ενώ αυτός πεσμένος εξαιμάτωνε,
«Γιατί δε με αντίκρουσες με το σπαθί σου;»

«Δε θα με πίστευες κι αν στο ΄λεγα»
της είπε ξεψυχώντας.

«Γιατί; Γιατί;» αυτή επέμεινε.
Κι αυτός,με την πνοή τής είπε τη στερνή του
Κι ενώ τα μάτια του απ’ αγάπη έλαμπαν:
«Γιατ΄ ήθελα να πάω στο σπίτι μας...
μαζί σου...».
Και κλείσανε τα μάτια του για πάντα.

Εκείνη δίπλα του εγονάτισε,και τι να πρωτοκάνει
διόλου δεν ήξερε-
Να βγάλει το μαχαίρι; Να τον φίλαγε;
Τα χέρια του να χάϊδευε; Να τονε κλάψει;
Τέλος
Μία φωνή στριγγή ως πάνω έβγαλε
Που κι άστρα κι ήλιος έφριξαν.

Ο άνεμος
Τα κίτρινα,καθώς φουστάνια μακριά
Τα ρούχα τους ανέμιζε
ωραίες πτυχώσεις φτιάχνοντας
χάρμα στο μάτι να τις βλέπεις.

Ήταν στην Κίνα.
Εκείνος αυτοκράτορας
κι αυτή παλιά του ερωμένη.