Φώτη,
Αν κόλλησα και πεθάνω σε κάποιο νοσοκομείο από κορονοϊό, δεν θα με ένοιαζε καθόλου. Αισθάνομαι σαν «μαστουρωμένος». Σαν όλα να υπάρχουν και να κινούνται μέσα σε ένα όνειρο. Που θα έχει ένα τέλος με το ξύπνημα. Θα κοιτάζω τους γιατρούς με χαμόγελο ή με αδιαφορία. Γιατί δεν έχω τίποτα να χάσω ρε Φώτη πεθαίνοντας. Και ακόμα νιώθω σαν να θέλω να ξεράσω. Να βγάλω από μέσα μου όλα όσα με αποτελούν-και τα οποία δεν θα βρουν καμία δυσκολία στο να βγουν από μέσα μου και να μ’ αφήσουν κενόν, άδειον. Γιατί δεν αυτοκτονώ; Από περιέφργεια Φώτη. Θέλω να δω πού θα φτάσω-πού θα φτάσει αυτή η κατάσταση της λεγόμενης «ζωής».
Μήπως την τελευταία στιγμή της θα «αστράψει φως» και θα γνωρίσω τον εαυτό μου; Και τότε (τέτοια να είναι η επίδραση της γνώρας του εαυτού) μήπως τρέξω προς τον θάνατο όπως το χαμένο πουλάκι τρέχει προς τη μητέρα του που, την είχε χάσει και που τώρα προβάλει μεγάλη και δυνατή μπροστά του;
Κι αν πρόκειται να γίνει έτσι ο θάνατος, μήπως δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου; Γιατί ακόμα δεν νιώθω δυνατά την επιθυμία για τέτοιο τρέξιμο.
Το κεφάλι μου βαραλίνει. Το δωμάτιό μου γυρίζει ελαφρώς.
Μήπως έχω πίεση; Θα δω.
Είδα. Δεν έχω πίεση.
Κι όμως, αισθάνομαι διαλυμένος. Σαν να έχω διαχυθεί σε όλα τα πράγματα.
Βλέπω την εικόνα και αιστάνομαι την ουσία μου μέσα σε κάθε αντικείμενο του δωματίου.
Φώτη, κάτι Μεγάλο θα συμβεί;
Η δυστυχία του ανθρώπου βρήκε τον προορισμό της στην μέσω αυτής λύτρωση του ανθρώπου;