Κυριακή 2 Απριλίου 2023

               CAMOENS

Το ναυάγιο όταν διηγόνταν
τόσο ζωντανά τα κύματα ζωγράφιζε
ολάσπρα μέσα στη νύχτα, το νερό,
έτσι μεταμόρφωνε σε υγρόν τάφο
 που τον περίμενε,
των επιβατών τα ουρλιαχτά
τόσο ταίριαζε με τη βοή του αγέρα,      
που όσοι τον άκουγαν,
στην ώρα εκείνη μεταφέρονταν,
και κινδυνεύαν να πνιγούν μαζί του.

Μόνο σαν η ώρα έφτανε να πέσει μες στο κύμα,
στα χέρια του σφιχτά
το μισοτελειωμένο έπος του κρατώντας,
και να πνιγεί αφήνοντας την μαύρη φίλη του,
εκεί για λίγο αφήνονταν να ξεχαστεί,
κι έβαζε στη διήγηση ανάμεσα, ενός άλλου-
που έγινε πιο πέρα-τον χαμό, πριν συνεχίσει.
 
Κι όσοι τον άκουγαν δεχόνταν τηνυπεκφυγή,
γιατί στα βάθη μέσα της καρδιάς τους έβραζε
το Λουζιτάνικο αίμα, και γιατί νιώθαν,
ότι το φέρσιμο του αυτό θα κράταγε όρθια
την Πορτογαλία,
που αν χάνονταν το έπος του,
θα βούλιαζε αυτή αντίς για τη μιγάδα ερωμένη,
κι όχι στης θάλασσας, αλλά στης λησμονιάς
τα νερά, τ' αδιαπέραστα από μάτι,
κι από μνήμη κι από Χρόνο.