Τετάρτη 19 Απριλίου 2023


EΠIΣΤΡΆΤΕΥΣΗ

Πήραν γραμμή απ’ το γκόβερνο κι ο σκάι κι ο αντένα
και τα σκυλιά τους άρχισαν τα καλοταϊσμένα
να ξιφουλκούνε αναιδώς κατά βυτιοφόρων
και οδηγών παράδοση να θέλουν ανευ όρων.

Και βγήκε και το βρωμερό αρκαδικό γουρούνι
που μπρος στην χωριατίλα του  ωχριούν ως και οι Ούννοι
και διάταξε να εμφανιστούν εμπρός του ως στρατιώται
οι οδηγοί των φορτηγών-ως οι αντάρτες τότε…

Κι είπαν οι χρυσοπλήρωτοι καφροδημοσιογράφοι-
που όσοι τους είναι, ν’ ανοιχτούν και τόσοι πρέπει τάφοι-
πως κινδυνεύει η πατρίς αν μείνει από βενζίνα,
περσότερο από τους φτωχούς που ρεύουν απ’ την πείνα.

Κι είπαν: μπορεί οι πολιτικοί να κλέψαν κατά κόρον
όμως γι αυτό να κάνουμε δεν πρέπει τόσον ντόρον.
Μα τα λεφτά τους οι οδηγοί να θέλουν να γλιτώσουν…
πρωτοφανές! Πώς οι υπουργοί αλλιώς θα επιβιώσουν;..

Και βγήκε κι η χοντρόκολη του Αντένα  η κοκώνα
που ρίχνει με το πόδι της πύργο κλωτσώντας το ’να
(και που γι αυτό το χάλι της κανείς δεν τη βατεύει)
και την κυβέρνηση άρχισε να υμνεί και να χαδεύει.

Και όντας ανοητότερη και από βλήτο ακόμα
κι ένα χαζό απιθώνοντας χαμόγελο στο στόμα
είπε αυτό που άκουσε ότι δεν το πιστεύει:
«βενζίνα ο ένας τ’ αλλουνού την σήμερον να κλέβει…»

Και σεις προσμένετε οδηγοί τον Ρέππα να γαυγίσει
και δεν τον πιάνει ένας σας το στόμα να του κλείσει,
μον’ τον ακούτε άφωνοι και άπρακτοι και φρούδοι
σαν να μην είστε σεις καρπός, και να ’ναι αυτός το φλούδι.

Η πόρνη έδειξε η τιβι «κλέφτες» να τους φωνάζετε
λοιπόν; και σεις το άχτι σας έτσι-σαν όλους-βγάζετε;
Τα όπλα δε θα πάρετε; Και δε θα τους χτυπείστε;
συνταξιούχοι-δάσκαλοι- μαμόθρεφτοι σεις είστε;

Σεις μίλια καταπίνετε και δρόμους καταλείτε
και σ’ έναν μπρος φαύλο υπουργό άπραγοι θα σταθείτε;
Οι κλέφτες δίκιο έχουνε να κλέψουν κι άλλα ακόμα;
Δε θα σφραγίστε ούτε σεις  το απύλωτό τους στόμα;




              Ο ΛΑΌΣ ΜΟΥ

Να φωνάξω σε ποιον και ν’ ακούσει
τη ντροπή που στα στήθια μου κλείνω;
…Στο κενό θα την πω κι ας γνωρίζω
πως ματαίως μιλώ και σε κείνο:

«Το λαό μου οι φαύλοι τον κλέβουν.
Με άθλιους νόμους οι ίδιοι που φέρνουν
τον πετάνε στη λάσπη δεμένον
κι ό,τι έχει στις τσέπες του παίρνουν.

Το λαό μου οι φαύλοι ονειδίζουν.
Με υποσχέσεις που δεν τις τηρούνε
τον χορταίνουνε κι έτσι πρησμένον
για κοιλιόδουλο τον τιμωρούνε.

Το λαό μου οι φαύλοι πιο φαύλον
απ’ ό,τ’ οι ίδιοι τον έχουνε κάνει.
Και αυτός όλο κάτω τραβάει-
σκόνη γίνεται ό,τι κι αν πιάνει.

Λαέ κούφιε, λαέ κοιμισμένε,
μιαν υπόκλιση ακόμα και χάσου!
Και στον Άδη ζητούν Μαριονέτες:
στάδιο κι άλλο λαμπρό να! μπροστά σου!»





ΤΑ ΠΡΆΓΜΑΤΑ ΣΤΗ ΘΈΣΗ ΤΟΥΣ
Ή ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΗΣ «ΜΆΡΦΙΝ»

Κανένας απ’ αυτούς δεν έχει δίκιο.
Τους τρεις τους σκότωσε ο Παπαντρέου
με το ίδιο βόλι που έριξε, ανοίκειο,
κι έκλεψε τα όνειρα κάθε μας νέου.

Κτήνη δεν είναι οι κουκουλοφόροι
το θάνατο να θέλουν συνανθρώπων.
Μ’ αντίς, να είν’ άκαρποι κοντυλοφόροι
της ΠΡΆΞΗΣ διάλεξαν αυτοί τον τρόπο.

Και αν και ’μεις για το χαμό θρηνούμε
τριών ζωών και μιας ζωής ελπίδα,
θα  ’μασταν όμως κούφοι αν δεν πούμε:
κόψτε τον πλούτο με της φτώχειας τη λεπίδα!





 ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΌΡΟΙ ΚΑΙ ΜΑΓΑΖΆΤΟΡΕΣ

Λένε οι μαγαζάτορες των χρυσοφόρων δρόμων:
«Ιδεολογία δεν έχει αυτή η ορδή λίγων ατόμων
που σπάζει τις βιτρίνες μας! καίει το εμπόρευμά μας!
μας καταστρέφει!.. Δείτε εδώ: πάνε τα υπάρχοντά μας!»

Και του λαού οι στεναγμοί, πλούτου τους είναι ανάσες.
Κι είναι το χρήμα ατέλειωτο μες στις χρυσές τους κάσες.
Και στα χρυσά τα σπίτια τους γάλα και μέλι ρέει.
Και της αισχρής τους της χλιδής πλούσια είναι τα ελέη.

Και οι κουκουλοφόροι λεν: «Στης πείνας ’μεις τα βρόχια.
Σεις κλέψατε όσα έχετε -πού αλλού;-από μας-τη φτώχια!
Γι αυτό κι η φτώχια το έχει σας με ’μας θα σας το κάψει
να ζεσταθεί απ’ την τρανή φωτιά όπου θ’ ανάψει.»