ΑΚΟΙΜΗΤΗ
Μία κρυψώνα έχω βρει στου δάσους την απλάδα.
Δεν τηνε ξέρουν τα θεριά-δεν τηνε ξέρουν τ' άγρια.
To έμπα της μια απόκρυφη κι απάρθενη σχισμάδα
κι ανόθευτα όλα μέσα της κι όμορφα και καθάρια.
Είναι φτιαγμένη από μικρά σφιχτόπλεχτα κλαδάκια
που στους χειμώνες θάλπουνε, στους καύσωνες
δροσίζουν.
Τηνε γεμίζουν λούλουδα και χαρωπά πουλάκια
που με τραγούδια κι ευωδιές κάθε γωνιά γεμίζουν.
Όταν του δάσους τα θεριά με παίρνουν στο κυνήγι
μες στης μονιάς μου την κρυφήν ασφάλεια φωλιάζω
εκεί η που τρέμει μου ψυχή με τ' άνθια γλυκοσμίγει
κι εγώ όλα τότε τα στοιχειά και τα θεριά τρομάζω.
Και όταν έρχονται βροχές που φέρνουνε πλημμύρες
αντίς εγώ να πνίγομαι μες στα θολά νερά τους
στους κρουσταλλένιους κολυμπώ του άντρου μου
λουτήρες
και στα νερά τους πνίγω εγώ πλημμύρες και θανάτους.
Και όταν θα 'χει των λαθών τελειώσει πια η σωρεία
κι ο χρόνος μέραν άλληνε δε θα 'χει να μετρήσει-
και όταν τη μεγάλη τους χάνοντας ευκαιρία
πλημμύρες κι άγρια και θεριά και τρόμοι θα 'χουν σβήσει
τότε θα μπω μες στο άντρο μου, την είσοδο θα φράξω
και σκέποντας μ' ακοίμητη φροντίδα τον καθένα
αμόλυντους κι αλώβητους κι αγνούς θα διαφυλάξω
τους σπόρους τους αλάθητους για την καινούργια γέννα.