(Θέλουν να πάρουν τη ΔΕΗ από τη Νεμέα)
ΝΕΜΕΑ ΚΑΙ ΔΕΗ
ΚΑΙ ΛΟΓΙΑ ΕΥΚΛΕΗ
Ρε Καραμανλή της πλάκας, πώς σου μπήκε στο τσερβέλο
Κι έτσι με το «άστε ντούε»-κι έτσι με το «έτσι θέλω»
Τη ΔΕΗ πας και μας παίρνεις που ’δώ πέρα είχαμε πρώτα,
Δηλαδή πώς πας κι αλλάζεις των Νεμεατών τα φώτα;
Πώς θα βλέπουν τα παιδιά μας να μαθαίνουν στο σχολείο
Ότι ένα κι ένα κάνουν όχι τρία, παρά δύο;
Πώς στο στόμα θα οδηγούμε όταν τρώμε,το πηρούνι
Και αυτό δε θα πηγαίνει προς τ’ αυτιά ή το πηγούνι;
Πώς το βράδυ εφημερίδα ο καθείς μας θα διαβάζει
Και τα μάτια του απ’ την τόση την προσπάθεια δε θα βγάζει;
Πώς θα βλέπουμε αν το χέρι που το χρήμα μας μάς παίρνει
Το γαλάζιο έχει το χρώμα ή αισίως πρασινοφέρνει;
Και δεν έχει και μεγάλη σημασία ποιος μας κλέβει
Μα να μη και μια σαν τούτη απορία μας παιδεύει.
Φτάνουν όσες απορίες η κυβέρνηση μας δίνει
Που απ’ το τόσο ν’ απορούμε έχουμε άποροι όλοι γίνει:
Πώς γεννάει σοφίες τόσες το μυαλό του Αλογοσκούφη
Αφού τόσο του ’χει δώσει ο θεός όσο του Γκούφη;
Πού οι βουλευτές μας βρίσκουν και δυο δυο τις βίλλες έχουν
Κι όλοι πάνω σε Μερσέντες και Φερράρι μόνο τρέχουν;
Πόσα σώβρακα ν’ αλλάζεις άραγε την κάθε μέρα
Όταν πας προσκεκλημένος απ’ τον Μπους στις ΗΠΑ,πέρα,
και ο πλανητάρχης στρέφει προς εσένα τη ματιά του
γρήγορα αν δεν καταφέρεις να κρυφτείς κάπου μακριά του;
Πώς μπορείς και καταφέρνεις και τη φτώχεια την πληθαίνεις
Ενώ η κλίκα η δική σου και ο ίδιος συ πλουταίνεις;
Γιατί άραγε το βέτο που στα Σκόπια είχες βάλει
Πως στα «συν» μετράει νομίζει το αδειανό σου το κεφάλι-
Και γυρνάς πίσω σα να ’σουν ήρωας ή και θεός
Κι όχι ό,τι τώρα είσαι: ηττημένος και φαιδρός.
Κι η μεγάλη απορία που ολουνούς εμάς κατέχει
Είναι πώς,με τόση φόρα που η κυβέρνησή σου έχει,
Και πηγαίνει από τονα το κακό στο παραπέρα,
Το καράβι πάνω ακόμα δεν το έριξες σε ξέρα...
Και λοιπόν αφού βουλή σου είναι να μας ξεφωτίσεις
Άκου λίγες από κείνες που ’χω ακόμα ερωτήσεις:
Πώς θα βλέπουμε σαπούθε πέφτει τάχα η Ραφήνα
Να σου στέλνουμε τα πέντε φάσκελά μας κάθε μήνα
όταν παίρνουμε τους λόγγους, τις πλαγιές και τα ρουμάνια
Της ΔΕΗ για να ξοφλάμε τους λογαριασμούς, με δάνεια,
Που οι τόσες τράπεζές σου μας παρέχουνε αβέρτα
Για να παίρνουν μας κατόπι φαγητό, σπίτι, κουβέρτα;
Κι αν Κωστάκη ξέρεις ίσως και από μυθολογία
Πρόσεξε σωστά των μύθων να διακρίνεις την ουσία,
Και τον κάθε μύθο στα όρια τα σημερινά να φέρνεις
Άμα θέλεις φουκαρά μου να επιζείς να καταφέρνεις.
Γιατί σήμερα δεν είναι το λιοντάρι της Νεμέας,
Παρά η φτώχεια που ’χεις δώσει της Ελλάδας μας της νέας.
Κι αν εσύ αυτόν το λιόντα Ηρακλής σαν νέος να ’σουν
Δεν σκοτώσεις, τα σαγόνια τα γερά του θα σε χάσουν.
Κι είναι κρίμα η Ελλάδα τον δυνάστη της να χάσει-
Τέτιοι, σπάνια δυνάστες φανερώνονται στην Πλάση.
Και ποιος πια θα μας ρουφάει με το καλαμάκι το αίμα;
Ποιος οι εκλογές σα φτάνουν θα μας πνίγει μες στο ψέμμα;
Ποιος σαν κλώσα θα κλωσάει και θα βγάζει κλεφταράδες;
Ποιος ομόλογα θα φτιάχνει να πουλάει κατά δεκάδες;
Ποιος θα κλέβει τον κοσμάκη; Μαχαιριές ποιος θα του δίνει;
Ποιος θα χτίζει εκκλησίες και νοσοκομεία θα κλείνει;
Ποιος στο θειο του θα δίνει να φυλάει τα κλεψιμέικα
Ώστε όταν σπίτι πάει να περνάει πλέον μπέικα,
στο τιμόνι ενώ όταν είναι της Ελλάδας της καημένης
με το «πόθεν» του το «έσχες» δείχνει άκληρος και πένης;
Μα οι απορίες μας όλες δε θα βρουν ποτέ τους λύση
Αφού όλα της Νεμέας συ τα φώτα θα ’χεις σβήσει.
Και με ολόκλειστα τα μάτια μεις μονάχα θα μπορούμε,
Άλλο τίποτα όχι πάρα, μοναχά να θυμηθούμε
όσα βλέπαμε σαν ήταν ο καλός παλιός καιρός-
δηλαδή ο καιρός εκείνος που η Νεμέα είχε φως.
Θα θυμόμαστε ας πούμε μια σκηνή που όλη εκφράζει
Την αστεία σου την ουσία και σαν γάντι της ταιριάζει.
Τότε που όντας με τους άλλους τους μεγάλους ΝΑΤΟικούς
Σε μια πόλη της Ευρώπης, έβλεπες κατά τον Μπους,
Σαν μικρούλα ---------- στο μεγάλον μπρος «προστάτη»
Καρτερώντας να γελάσει-σε «αστείο» που είπες κάτι.
Απ’ το ψεύτικο το γέλιο που γελούσες βλέποντάς τον
Ώστε σα σε δει να ξέρει πως γελάς λατρεύοντάς τον,
Οι γωνιές του στόματός σου ως τ’ αυτιά σου είχανε φτάσει
Και η φάτσα σου είχε χρώμα παντζαριού που ’χει ωριμάσει.
Κι όταν κείνος με την άκρη μόνο σ’ είδε του ματιού του-
Κι όταν είδε έναν που πάντα ήταν κι είναι του χεριού του-
Και σ’ αγνόησε όπως κάνει ο ελέφας με μια μύγα,
Τότε πίσω όπως στεκόσουν απ’ τον ατσαλένιο γίγα
Αξιολύπητος τόσο ήσουν να μαζέψεις σα ζητούσες
Του εαυτού σου τα κομμάτια-κι ούτε αυτό δεν το μπορούσες…
Και σου λείψαν πια εκείνες οι φιλόδοξές σου τάσεις
φιλικά με πλανητάρχες να ποθείς να κουβεντιάσεις
για να δείξεις ότι τάχα έγινες κι εσύ ένας κάποιος
επειδή σ’ έχει ψηφίσει άμυαλος λαός και σάπιος.
Κι από τότε φέρεσαι όπως κάθε φέρεται ανάξιος-
Σαν φελλός που ούτε μια λέξη να του πουν δεν είναι άξιος΄
ή σαν ------ κοτούλα που όλο λέει στον πετεινό:
«Όποτε με θέλεις έλα-για σε πάντα ειμ’ εδώ.»
Θα θυμόμαστε πως βγήκες σαν τη γάτα τη βρεγμένη
Να «επιθεωρήσεις» τάχα τη Ζαχάρω την κα(η)μένη
και να δείξεις με το ύφος που γελοία είχες παρμένο
πως εσύ δε φταις καθόλου για ό,τ’ ήταν γινωμένο.
Θα θυμόμαστε και κείνο το «σεμνά και ταπεινά» σου.
Αν αλήθεια εννοούσες ότι πρέπει τα σκυλιά σου
Να δαγκώνουνε μα δίχως, όπως πριν να μας γαυγίζουν,
Το κατάφερες΄ και τώρα με μπαμπάκι μας ξεσχίζουν.
Θα θυμόμαστε όσα κάνεις για τον καπιταλισμό
Ενώ πάντα για τη φτώχεια φέρνεις τον κατακλυσμό.
Θα θυμόμαστε πως έχεις την Παιδεία καταρρακώσει,
Πως στην άσφαλτο δεκάδες ως τα τώρα έχεις σκοτώσει,
Οι φτωχοί πως επληθύναν, πως η Υγεία έχει ρέψει
Και πως έχεις της πατρίδας την περφάνεια σακατέψει.
Θα θυμόμαστε πως έχεις διαλυμένο πια το κράτος
Η αξιοπιστία πως έχει της Ελλάδας πάει πάτος,
Οι πολίτες ότι έχουν πια ζητιάνοι καταντήσει,
Πως της ΕΟΚ ζήτουλας είσαι, πως την Κύπρο έχεις πουλήσει.
Τις χαρές που είχες κάνει οι δικοί σου όταν όλοι
Τ’ ασφαλιστικό ψηφίσαν καθώς γνήσιοι χαχόλοι.
Μα ας μην έχεις διόλου τσίπα κι αξιοπρέπεια καμμιά,
Μα μπορείς χωρίς καθόλου να σου γίνει εσέ ζημιά
Τη ΔΕΗ να μη τη διώξεις απ’ την όμορφη Νεμέα-
Τη ΔΕΗ τη για την πόλη του Ηρακλέους αναγκαία,
Ώστε φώτα έχοντας πάλι,να θυμόμαστε πιο λίγο
Και να έχουμε το νου μας στων αμπέλων μας τον τρύγο
Κι όχι στις βρωμιές τις τόσες που από δαύτες όλος ζέχνεις
Μιας και κόσκινο αυτές είναι παλαιάς για σένα τέχνης…
1-5-08