Σύσκεψη Κικίλια με την ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος για την προστασία των δασών
(οι εφημερίδες)
ΕΝΑΣ ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ ΜΙΛΑΕΙ
Είδα το φως στο χώμα ετούτο.
Που θα πει,φάνηκα εδώ
για να δουλέψω και να ζήσω απ' αυτό.
Σ' ένα σχολείο επήγα,
τέτοιο καθώς ο νόμος σας το ήθελε-
ο νόμος που με τ’ όπλο σας στον κρόταφο μου
να υπογράψω μ’ αναγκάσατε.
Εκεί με μάθατε ότι πρέπει "ναι" να λέω
σε σας όπου με κλέβετε και με σκοτώνετε
και "όχι" σ’ όσους θέλουνε να κλέψουν
και να σκοτώσουν τους φονιάδες μου-εσάς.
Μεγάλωσα. Μου είπατε πως για να ζήσω
έπρεπε μια δουλειά κι εγώ να κάνω
που τα εννιά της θα επλούτιζαν εσάς
και το ένα της θα έμενε δικό μου.
Και σας εδούλεψα.
Όμως δεν μπόρεσε η βια σας να τσακίσει
απ' το κορμί μου και το νου.
Αυτός σκεφτότανε και σκέφτεται ακόμα.
Και καθώς
πέτρες να πελεκάει δεν έμαθε,
λέξεις μονάχα ξέρει να δουλεύει,
όπως οι χτίστες να τις βάζει στη σειρά
και χτίρια για μυαλά έτσι να φτιάχνει,
και καθώς
τραπεζίτης δεν είναι,
ξέρει μονάχα (αυτό η φύση του ’δωκε)
λέξεις νεκρές να παίρνει,
να τις τοκίζει,
και τρίδιπλες και ζωντανές
να σας τις δίνει πίσω,
και καθώς
χέρια του είναι τα μάτια της ψυχής του,
και ζυμωτές τα δάχτυλα του
που το ψωμί της νηστικιάς ψυχής σας φκιάνουν,
ενώ εσείς δεν ξέρετε από λέξεις και ψυχές
και να συνεννοηθούμε δεν μπορούμε,
μιλάω για να με νοιώσουν όσοι το μπορούν:
όσοι με το αίμα της καρδιάς μιλάνε-
όσοι στη χώρα του ονείρου ζουν.
Είδα εκατομμύρια να μου κλέβετε
και να πνιγόσαστε μ' αυτά στον πλούτο.
Είδα να χτίζετε τις βίλλες σας με το αίμα
κείνων που πέθαναν στην άσφαλτο
από τις ρόδες αμαξιών,
γιατί το χρήμα που ήτανε για να φτιαχτεί ο δρόμος
έχτισε τα παλάτια σας.
Πήρα ένα όπλο κι ήρθα να σας πάρω τα λεφτά μου
μα οι μπράβοι σας,
οι πληρωμένοι με τα ίδια μου λεφτά,
με αφοπλίσανε και με φυλάκισαν.
Είδα να κάνετε ταξίδια με καράβια
που του λαού επλήρωσε η δουλειά,
και ο νησιώτης τρόπο να μην έχει
στον τόπο του να πάει ,γιατί
με τα καράβια του εσείς γλεντούσατε.
Και ήρθα να ζητήσω τα καράβια
κι οι μπράβοι σας με πέταξαν στη θάλασσα.
Εκατοντάδες τ’ "ατυχήματα" τα εργατικά
κάθε χρονιά.
Σωρός οι έλληνες κι οι ξένοι εργάτες πεθαμένοι,
για "να δείξουμε στους ξένους πως μπορούμε
να κάνουμε κι εμείς καλούς Ολυμπιακούς".
Ποιον από σας, οι σκουξιές,
απ' τη διασκέδασή σας σάς απόσπασαν
των πατεράδων, των μανάδων, των αγαπητικών
για τους λεβέντες που χαθήκανε;
Ήρθα να πάρω από τα χέρια σας μια φέτα απ' το ψωμί μου-
ψωμί που εγώ εφύτεψα και θέρισα και άλεσα και ζύμωσα
και με κλωτσιές με διώξατε.
Αρρώστησα
και με αφήσατε σαν το σκυλί στο δρόμο να πεθάνω.
Κι έπιασα κι έλυσα ένα γήπεδο του γκολφ σας
και είδα να ’ναι από πολλά παιγνίδια καμωμένο
παιγνίδια που τα πήρατε
απ' των μικρών παιδιών μου τα όνειρα
χαρούλες παιδικές ποδοπατώντας.
Κι έβαλα τα γυαλιά μου και καλόειδα,
και τα δυο δις εκατομμύρια εκοίταξα
που ο πρωθυπουργός σας έκλεψε
από το στόμα του λαού κι απ’ τη χαρά του,
κι είδα σε κάθε ένα ευρώ κι ένανε θάνατο,
κι άκουσα μες στου κάθε κατοστάρικου το θρο μια δυστυχία
και μύρισα σαπίλα και βρωμιά σε κάθε μάτσο κλοπιμαίο.
Και όταν λέω αυτά
γυρνάτε και μου λέτε: "Μα τίποτα
δε σου αρέσει εσένα πια;"
Και φέρνω στο μυαλό μου
τον αρχικλέφτη Μακρυγιάννη,
που τίποτα δεν του άρεσε
και σήμερα ειν’ ο "τίμιος αγωνιστής".
Σωστά βεβαίως καθ' υμάς
αφού ήταν σάρκα από τη σάρκα σας.
Εκατομμύρια οι φτωχοί στον τόπο αυτόν
που δέκα εκατομμύρια κατοικούν.
Και πάει η τηλεόραση και δείχνει,
και λέει και ξαναλέει ο νέος πρεπολόγος σας
και όλα τα καλά οι κάμερες αφού ιδούν,
αμέσως ύστερα σειρά έχει το γεύμα
που ο πρωθυπουργός σας
στους άρπαγες λακέδες του "παρέθεσε".
Τα θέλει όλα αυτά ο ήλιος;
Αν ναι, θα σβήσω τον ήλιο.
Τα θέλει ο ουρανός αυτά; Αν ναι,
μία δίκοπη λεπίδα θα βυθίσω
στα μπλε τα λίπη της χοντροκοιλιάς του.
Το θέλουνε αυτό οι καλοντυμένοι κλέφτες; Αν ναι,
θα πω μες στο τσιμέντο να τους χτίσουνε οι εργάτες μας:
πέτρινοι έτσι, μείγμα ένα γερό θα φτιάξουν.
Κι αφού άλλο τίποτα
να κάνουμε δεν το μπορούμε
ώστε μερίδιο να ’χουμε και μεις
στο φως του ήλιου που βρεθήκαμε,
κι αφού μπορούμε
να φέρουμε λίγην ισότητα
στου πράσινου του δάσους την απόλαυση,
ας το κάνουμε.
Γιατί το πράσινο μονάχα το ακούμε. Η ανέχεια
να πάμε ως εκεί δε μας αφήνει-να το ζήσουμε.
Φωτιά λοιπόν να μη το χαίρεστε και σεις.
Μόνον αυτό να κάνουμε μπορούμε: ένα στουπί
στην ερημιά ν’ ανάψουμε του δάσους!
Τ’ άλλα του ρετσινιού είναι δουλειά.
Φωτιά!
Όλα εκείνη καθαρίζει.
Αφού σε μας τους πεθαμένους δε χρειάζεται,
φωτιά στο δάσος! Όπου κι αν θαφτούμε
αδιάφορο. Είτε αποπάνω μας
απλώνει τα κλαδιά του θείο δάσος,
είτε γυμνό το χώμα μας σκεπάζει,
για μας το ίδιο. Καθώς και τώρα
που θαμμένοι κάτω από τα πλούσια
της αμεριμνησίας σας ελέη,
χρυσή καμιά δε μας φωτίζει αχτίδα.
Τι μένει άλλο πια για μας
από τους εμπρησμούς στα δάση-
κάτι που όπως φαίνεται σας κόφτει;
Λοιπόν;..
θόρυβο τόσο εκάματε ποτέ
για τους νεκρούς της εργασίας,
της ανεργίας,
ή της άσφαλτος,
όσον για της καμένης Πάρνηθας τη γη εκάματε;
Ποιος από σας εβγήκε
που εκτός από είδηση
αγώνα και σημαία του να κάνει τους νεκρούς
όπως τα δέντρα τα καμένα κάνει;
Εμείς, χαμένοι και χαμένοι που είμαστε.
Εμείς, έτσι κι αλλιώς, νεκροί από τη γέννα μας.
Εμάς λοιπόν το κάψιμο των δέντρων όλων
δε θα μας βλάψει διόλου.
Τα δάση που εκάηκαν σάς πείραξαν.
Καλά, εσάς σας πείραξαν.
Μα εμάς;
εμάς!
εμάς!
εμάς! τι μας πειράζει;
Μας πειράζει,
δύστυχοι φίλοι,
νεκροί μου ζωντανοί;..
Κλέφτες μού τρώνε το ψωμί και πίνουν την υγειά μου.
Κλέφτες εγέμισε η Ελλάδα όλη.
Όσοι δεν κλέβουνε είναι κουτοί . Ε, λοιπόν,
οι κουτοί εμείς,
ας πάμε με την κουταμάρα μας
να κάψουμε τα δάση όλα της Ελλάδας!
«Τους εμπρηστές!
Τους εμπρηστές πιάστε έλληνες...»
φωνάζετε.
΄Έχει κανένας σας φωνάξει
"Τους κλέφτες!
Πιάστε τους κλέφτες έλληνες!";
Όχι.
Αφήστε τους να σκούζουν φίλοι μου.
Τώρα που κάτι βρήκαμε που να τους καίει,
ας τους κάψουμε
οι καμένοι εμείς.
Και "αναδάσωση!" ακούς. Ποτέ
κανείς δεν είπε "επιστροφή!"
των κλεψιμαίικων.
Και ποτέ τους εμπρηστές κανείς δεν έπιασε
της ευτυχίας των φτωχών.
Στραβώνει τα ελληνόπουλα η Παιδεία.
Οι τούρκοι τρίβουνε τα χέρια τους
για «Δυνάμεών» των ένοπλών σας την κατάντια.
Οι έλληνες γίνανε σκουπιδοφάγοι.
Μαγαζιά κλείσανε.
Τάφοι ανοίξαν
Κανένας τίποτα έκανε απ’ τους «μεγάλους»
ν’ αλλάξει κάτι απ’ αυτά;
.
Όμως αν δέντρα θα καούν
τότε όλοι ξεσηκώνονται.
Όλα καλά μες στην Ελλάδα,
βάρδα μονάχα ένα δέντρο μην καεί...
Και γελάω λίγο με τη θλίψη τη βαριά
που στων "ανταποκριτών" σας
θρονιάζεται τη φάτσα
καθώς τις φλόγες περιγράφουν.
Γι αυτό πληρώνονται-έτσι για να δείχνουνε
και τέτοια για να λένε.
Τι πλύση εγκεφάλου είν’ αλήθεια αυτή!
Πώς έχετε τα νέα παιδιά μου καταντήσει
δεκάρα να μη δίνουνε για τους νεκρούς
τους αδικοχαμένους,
όμως να ξεσηκώνονται για δέντρα...
Καλά δουλέψατε αλήθεια όλοι σας
τα τελευταία πενήντα χρόνια:
το πράγμα εκεί ακριβώς που θέλατε το φέρατε.
Όντα εφτιάξατε άβουλα.
Αυτό θα πει πολιτικοί!
Φίλοι εσείς,
όσοι νομίζετε ότι ζείτε,
μη με ακούτε,
Και τρέξετε να σβήστε τη φωτιά όπου κι αν πιάσει.
Όσοι, ζωή θεωρείτε τα τρακόσα ευρώ το μήνα για μιστό,
τραβάτε σβήστε τις φωτιές.
Κι αφήστε τους απάνθρωπους εμάς,
τους παλιο-εμπρηστές,
τους παλιανθρώπους,
τους τι τους έφταιξαν τα δάση τα καημένα,
τους ακοινώνητους,
τους εκδικητικούς,
δάση να καίμε.
Και, φαύλοι εσείς,
δώστε μας πίσω τις ζωές μας
και τότε δε θα υπάρχουν εμπρηστές.
Μα ως τότε
εμείς θα είμαστε αυτοί.
Δώστε μας πίσω αχρείοι τις ζωές μας
και από κάθε επιβουλή θα υπερασπίζουμε το περιβάλλον σας
που τότε θα ’ναι και δικό μας.
Μα ως τότε θα το καταστρέφουμε.
"Από. πίτα που δεν τρως μη σε μέλλει κι αν καεί". λέει η σοφία σας.
"Από πίτα που δεν τρως, καψ’ την να μη φάει κανείς"
λέει η δικιά μου.
Μόνον έτσι
αν όλα μες στο κράτος σας καούνε,
αν στάχτες όλα θα ’χουν γίνει
τότε μονάχα να χτιστεί μπορεί
κάτι καινούργιο και ωραίο και σωστό
με αρχιτέκτονες εμάς.
Εμπρός λοιπόν!
Φωτιά στα δέντρα!
Στη φωτιά όλη η Ελλάδα!
Για να ’ρθει μια πατρίδα
για τα παιδιά της όλα στοργική.