Στον κύριο Παναγιώτη, ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας μας,
Σοφοκλέους 3, Τρίπολη, 2004)
ΠΛΑΣΗ-ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ
Αν ήτανε η Πλάση μας μια πολυκατοικία
και ήσουν ιδιοκτήτης της εσύ κυρ-Παναγιώτη,
καμιά δε θα την έδερνε Κακία ή Αδικία
κι όλα ωραία θα ' τανε σε κείνη μέσα, διότι,
τριγύρω συ θα βόλταρες απ' το τρανό κτίριο σου
και σαν ο Άργος την Ιώ θα το επιτηρούσες,
ώστε αν κάπου την αρχή έβλεπες κάποιας νόσου
αμέσως να τη γιάτρευες και να την καταλούσες.
Μία Κακία αν έβλεπες κάπου να ξεφυτρώσει
ένα πανάκι θ' άρπαζες βρεγμένο με χλωρίνη
κι ευθύς θα την καθάριζες προτού κλαδιά ν' απλώσει
κι υποχείριο της να 'κανε την Οικουμένη εκείνη.
Ο Κόσμος θα 'ταν καθαρός από υποκρισίες
γιατί με τη σκουπίτσα σου κι αυτές θα τις σκορπούσες
προτού γεμίσουν το ντουνιά με ανύπαρκτες "θυσίες",
με κροκοδείλου δάκρυα και με φτωχείες πλούσιες...
Φάνηκε αγάπη ψεύτικη καμία στον αέρα
όπως αυτές που ανθούν γιατί το χρήμα τις ποτίζει;
Μ' ένα σου φύσημα κι αυτές θα επηγαίναν πέρα
κι άθικτη μόνο θα 'μενε η αγάπη που ν' αξίζει.
Κι οι έρωτες οι ψεύτικοι κι οι φαρμακοθρεμμένοι
σα μια βρωμίτσα στο λευκό του τοίχου θα μετρούσαν-
μέσα σε δυο μόνο λεφτά θα 'ταν καθαρισμένοι
και οι ποθόθρεφτοι έρωτες κι οι φυσικοί θ' ανθούσαν.
Καθημερνά θα έβρεχες το δρόμο με νεράκι
Κι ύστερα θα τον έκανε η σκούπα σου λαμπίκο'
με τέτοιας καθαριότητας που έχεις το μεράκι
αρνάκι πάστρας θα 'κανες κάθε της βρώμας λύκο.
Κι αν διάβολοι περνούσανε απέξω απ' το τσαρδί μας
και τα φτερά τους τίναζαν και μαύρη σκόνη έβγαζαν,
εσύ, για μας φροντίζοντας και την απόλαψη μας,
το μαύρο άσπρο κι άσπιλο θα το 'κανες, σαν γάζα.
Κι όλους του Κόσμου τους αισχρούς κι όλους του τους αχρείους
θα τους καθάριζες λαδιά σα να 'τανε στο δρόμο,
κρατώντας για νοικάρηδες μόνο άγιους και οσίους
που στον δικό σου μοναχά θείο θα πειθόνταν νόμο.
Και τότε είμαι σίγουρος, πως θα 'χες φροντισμένα
(πρώτα τα γένια του ο παπάς, ως λεν, δεν ευλογάει;)
στη γη σου ένας παράδεισος να υπάρχει και για μένα
κι αντάμα μου το μήλο της η Εύα σου να φάει.
Με λόγια λίγα ουράνιος θα ήταν τότε τόπος
η πολυκατοικία μας, με σένα για θεό της,
χάος η Τρίπολη άψυχο με όλα της όπως όπως,
κι οι ένοικοί σου η μοναχή θα ήτανε ανθρωπότης.
Και το ασανσέρ που τώρα συ παιδεύεσαι να φτιάξεις,
σε κάποιον δε θα πήγαινε όροφο πρώτο ή τρίτο,
αλλά στον έβδομο ουρανό, όπου απ' αγγέλων τάξεις
που ωσαννά θ' ανάκραζαν, το σύμπαν θα εδονείτο.