Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012
ΠΑΡΟΙΜΊΕΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΕΥΤΈΣ
Κάποτε πίστευα οι παροιμίες
πως τη σοφία δείχνουν του λαού.
Όμως θαρρώ επίστευα σ’ αηδίες
κι οτι η σοφία βρίσκεται αλλού.
Λένε πως μια του κλέφτη δυο του κλέφτη
και την κακή του μέρα λένε τρεις.
Μα, κι αν εμένα λόγος δε μου πέφτει-
οι βουλευτές μας τρώνε ολοχρονίς.
Οι ψεύτες και οι κλέφτες, μουρμουρίζουν,
την πρώτη μόνο χαίρονται χρονιά-
Μα οι βουλευτές μας κλέβουν και ψευτίζουν
Από τη μια στην άλληνε γενιά!
Και το σακούλι το γεμίζουν με τη μια
κι όχι μαζεύοντας φασούλι το φασούλι.
Κι αν δεν αλλάξουμε λέω μυαλά,
από κεινούς θα φαγωθούμε ούλοι…
ΚΡΊΣΗ,ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΟΒΟΥΛΕΥΤΈΣ ΚΑΙ
ΜΕΓΆΛΕΣ ΔΥΝΆΜΕΙΣ
Για όλα φτάνει κάποτε η ώρα.
Μας φτιάξαν, τώρα μας χαλάνε, πάει!
Μη τίποτε για πάντοτε κρατάει;
…και κράτησε πολύ μια τέτοια χώρα.
«Η όρεξή σου ό,τι κι αν τραβάει,
πάρε τα όλα-σου τα δίνω δώρα.
Μον’ να φρενάρεις του λαού τη φόρα
να μη όλο ζητάει και ζητάει.
…Και σας χαλάμε αν κάτι ενάντιο κάμεις.»
Αυτά οι Μεγάλες είπαν οι Δυνάμεις
στα όσα τζάκια του εικοσιένα.
Τώρα μας σβηουν ως τα ’χανε ειπωμένα.
Και από μας όσοι είναι βλάκες κλαίνε
κι όσοι μυαλό έχουν, «επιτέλους!», λένε.
ΠΡΟΣΕΥΧΉ ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ
Θε μου και κάμε ένα σεισμό
και κάμε μια χαλάστρα
που να μη μείνει ορθό γιαπί
και λούλουδο σε γλάστρα
και να μη μείνει κτίριο
πλην της Βουλής εκείνης
που προωθεί των πολιτών
τον θάνατον εκ πείνης
(μα μη κανείς απωλεσθεί
ή ελληνίς ή έλλην-
γιατί σε ποίων πλέον εγώ
θα ήρχον την αγέλην;)
Και να ιδεί το χάλι μας
το Δέλτα Νι Ταμείον,
να δει η Παγκόσμια Τράπεζα
τον άθλιόν μας βίον
και όλα να χαρίσωσι
όσα τους χρεωστούμε
(ως έκαμαν στην Αϊτή)
και όλοι να σωθούμε.
Κι ως σύγχρονος εθνοσωτήρ
εγώ να καμαρώνω
αφού έκτοτε εις την Μιχαλού
θα ’μαι χρεώστης μόνο.
Αμήν
«ΟΙ ΚΕΡΔΟΣΚΌΠΟΙ ΦΤΑΊΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΊΣΗ!»
Α! ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΜΆΤΙ ΣΑΣ, ΚΤΉΝΗ, ΘΑ ΣΒΉΣΕΙ;…
Κι αφού εφάγανε κι αφού εκλέψανε κι αφού ρημάξανε
το χρήμα που ’βγαλαν με κόπο κι ίδρωτα τόσοι ανθρώποι ,
…τους φταιν οι κερδοσκόποι!...
Αφού εφέρανε ως χείλος άβυσσου πλήθη ελλήνων
και φτώχεια γέμισαν και αθλιότητα όλο τον τόπον
…”δουλειά των κερδοσκόπων”!...
Ζήμενς, Ομόλογα, Χρηματιστήριο και Βατοπέδι
τη χώρα ρήμαξαν-μα εκείνοι δείχνουνε μ’ όλους τους τρόπους
ποιους λες; τους κερδοσκόπους!...
Κι αυτοί ας έθρεψαν τη σ’ όλην που άπλωσε τη χώρα κρίση,
τελείως αντρόπιαστοι κι όλο αναίδεια, οι καιροσκόποι:
«ω!», κλαιν, «οι κερδοσκόποι!...»
ΝΈΑ ΚΌΜΜΑΤΑ
Νέο κόμμα! Νέο κόμμα! Να τι θέλει η Ελλάδα!
Την πολλή του πράσινου ήλιου εβαρέθηκε λιακάδα
κι απ’ το μπλε το χρώμα έχει τόσο πλέον βαριεστήσει
που ΝΟΥΔΟΥ ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ απ’ το χάρτη θα τα σβήσει.
Νέο κόμμα της Ελλάδος τώρα η όρεξη τραβάει
κι υλικό ως νέο δεν έχει βολικό που να μετράει,
τα παλιά υλικά ζυμώνει, κόμματα δυο νέα χτίζει
και …ΝΟΥΣΟΚ λέει το ένα και ΠΑΔΟΥ τ’ άλλο βαφτίζει…
ΛΊΓΗ ΒΕΝΖΊΝΑ ΚΙ ΈΝΑ ΣΠΊΡΤΟ
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και η Ελπίδα ξαναζεί-
κι η Ανθρωπιά-όπως της πρέπει :
με τους Ανθρώπους πάει μαζί.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
πάνε Δημόσιο, ΕΣΥ, ΟΤΕ
και η Ελλάδα τόσο φέγγει
όσο δεν έφεξε ποτέ.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και πάν Βουλή και Βουλευτές΄
τ’ Αύριο ο Λαός καλημερίζει
κι Αντίο λέει στο βρώμιο Χτες.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και το που Θάμα μοιάζει, να!
μιας Κοινωνίας μες απ’ τις Στάχτες
Δίκιας η Γέννα ξεκινά!
ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΚΛΕΨΙΑ
ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ-ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ
Μπορεί να βρούμε πότε άρχισε το Σύμπαν-
το CERN φιλότιμα πολύ γι αυτό δουλεύει-,
μα κι αν τα κάνουμε ακόμα όλα λίμπα
ποτέ δε θα’ βρουμε γιατί ο έλλην κλέβει.
Είναι η κλεψιά για τον κάθ’ έλληνα η τιμή του.
Κι είναι αγέννητη και άφθαρτη-ειν’ αιώνια.
Μ’ αυτήν γεννήθηκε μ' αυτήν μαζί του
στα μαρμαρένια θα παλέψει αυτός τ’ αλώνια.
ΒΡΕ ΤΙ ΧΩΡΑ…
Βρε τι χώρα ειν’ αυτή
βρε σε χώρα ποιάνε ζούμε
κι ούτε ώρα μια καλή
δεν μπορούμε μεις να δούμε;
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
που τα τρόφιμα ακριβαίνουν
κι όπου φτάσουν κι ανεβούν
πια από κει δεν κατεβαίνουν…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
που είν’ οι βουλευτές αντάρτες
το μπαξίσι καθεστώς
και οι τραπεζίτες γδάρτες…
Που το μέσο κυβερνά,
που μεσουρανούν οι μίζες
και που αν δε χιονίσει μια
είν’ οι μέρες όλες γκρίζες…
Που όλα έχουν τα λεφτά
μαζευτεί σε λίγες τσέπες
κι ενώ αυτοί τρων αστακούς
μεις τη βγάζουμε με κρέπες…
Που με λόγια προσπαθούν
οι υπουργοί να τα μπαλώσουν
κάθε που ‘καναν δουλειά
πρώτα αφού τη θαλασσώσουν…
Κι ο καθένας απορεί
δύναμη πού τάχα θα ‘βρει
για ν’ αντέξει όσο κρατεί
η ζωή αυτή του η μαύρη
μιας και δεν μπορεί-ο χαζός-
να ‘βρει θέληση και πάθος
και να δει Σεφερικά
τη ζωή πως πήρε λάθος,
και προς τη μονάχη οδό-
τη σωστή-βήματα κάνει
που μαχαίρι είν’ κοφτερό
και που όπλου είναι κάννη…
Βρε τι χώρα ειν’ αυτή!
Βρε τι κράτος είναι τούτο!
Τι στενός που ’ναι κορσές!
Τι καπέλο και τι φρούτο!
Γιατί ναι. Όλα είν’ αυτά.
Και αμφιβολία διόλου
δεν χωρεί πως δυστυχώς
όλα παν κατά διαόλου,
και πως θα ’ρθει ο καιρός
που ωραία θα περνάμε,
στα ουράνια μοναχά
…πεθαμένοι όταν πάμε.
Τότε όλα θα ’ν’ καλά
δίχως χρείες και ανάγκες
ή «σεμνά και ταπεινά»,
«κουμπαριές» και «τσάμπα μάγκες».