Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

  
ΚΟΡΙΤΣΙΑ

 
-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!
-Ναι.


ΟΛΗ

Τελείωσε το διάβασμα.
Με ήρεμες, αργές κινήσεις
Σοβαρός
Εβαλε το μολύβι του στη θήκη. 

Πήγε στη βρύση, την άνοιξε. Το νερό
Χίμηξε μες στο κύπελλο 
Και κείνο του ’φυγε απ’ τα χέρια.
Πήρε άλλο. Γέμισε. Ηπιε.

Στο μπάνιο 
Πιέζοντας το σωληνάριο
Αφησε πάνω στο βουρτσάκι λίγην οδοντόκρεμα. 
Ανοιξε το στόμα
Και άρχισε τα δόντια του να πλένει μ’ επιμέλεια.

Κι ήταν προτού το πλύσιμο τελειώσει ακόμα
Που ξαφνικά εννόησε πόσο 
Ποθώντας τις γυναίκες
Είχε η ζωή του όλη πάει στα χαμένα.



ΤΡΟΜΟΣ

Όταν μιλούν οι άνθρωποι τρομάσσει.
Βλήματα γι αυτόν οι λέξεις
και ο λόγος τους όπλο εκηβόλο.

Και σκέφτεται:
«Μη τόσο αρχέγονος εγώ έχω μείνει
Και κατοικία μου το Άναρθρο είναι;
Και όμως
οι κραυγές προτιμότερες θα ήσαν
να τραβούν ίσια στον αρχαίον ορίζοντα:
ένας ψίθυρος για την αγάπη,
ένας γρυλισμός συγνώμης για τη χαρά,
μια οιμωγή για το αύριο,
αντίς τα λόγια
που την ψυχή πάντοτε πληγώνουν.
Έτσι και ο μέσα μας ουρανός δεν θα μάτωνε,.
και το δαχτυλίδι της ευτυχίας μας
θα το φορούσαμε ακόμα,
καθώς οι ζέβρες τις γραμμώσεις τους
και την περφάνια τους οι αετοί.»
                     -----


ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΜΑΙΚΛ ΤΖΑΚΣΟΝ

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
Τις κινήσεις-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
Σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.
                        -----,



ΤΟ ΩΛΕΚΡΑΝΟ

Τα νεύρα και οι αρτηρίες του
υπέρτατη γίνανε καλοσύνη
που βγαίνει στον κόσμο
όπως ο ήχος από βιολί παλιό.

Οι μύες που χρόνια τώρα κουβαλεί
τη δύναμή τους παραχωρούν
στους αδύναμους του κόσμου.

Ο δελτοειδής του απεργάζεται
εκτός από του ώμου 
και της γης τη στρογγυλότητα.

Ποιήματα τα κόκαλά του υψώνονται.
Και το ωλέκρανο 
ποίημα ποιημάτων.



ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ 
(25-2-96, LITTLE ROCK-USA) 

Τον είδα. 
Μέσα στο χιόνι που έπεφτε πυκνό 
έμοιαζε άγγελος αγάπης. 
Πέρασε αργά μπροστά από το αυτοκίνητό μας΄ 
(η Λώρα πάτησε το φρένο και "τι καιρός!" είπε) 

Μου χαμογέλασε 
μ’ αντίς για δόντια δυο σειρές χιονονιφάδες. 
Έλαμπε σαν παιδί ευτυχισμένο. 
Τον κοίταξα ερωτηματικά. 
Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι. 
Τα χείλια του σχημάτισαν δυο λέξεις: "όχι ακόμα". 

Μετά, γελώντας μου συνέχεια, 
χωρίς να βλέπει προς τα κει, 
και με κινήσεις σίγουρες 
αν κι απαλές 
και σαν βαριεστημένες, 
με το δεξί του χέρι έσπρωξε στον δρόμο τον πεζό, 
ενώ έβαζε τ’ αριστερό μπροστά στα μάτια 
του γέρου που οδηγούσε δίπλα μας. 

Το σώμα έπεσε βαρύ μέσα στη νύχτα. 

Σταμάτησαν πολλοί. 
Κατέβηκα. 
Κάποιος, "είναι νεκρός", είπε, 
Σκεπάζοντας  με μια κουβέρτα το κορμί - 

Εκείνος 
φεύγοντας
μου ’γνεφε με το χέρι φιλικά, 
και γελαστά συνέχεια βλέποντάς με, 
χάθηκε μες στο χιόνι που έπεφτε βουβό, 
δίνοντας σ’ όσα έγιναν-
όπως χαλί στα βήματα-
μιαν αίσθησιν αλλόδημη,
αναστολής και άπνοιας.



ΑΚΟΜΑ… 

Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει 
και κοιτάζει τους ανθρώπους.

Δεν παραιτήθηκε ακόμα.



Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό 
απόψε στ’ όνειρό μου
μάνα μου  πες ποιον δε θα βρω 
σα θα  ’ρθω στο χωριό μου; 

-Γιε μου ο φίλος σου ο καλός 
πέθανε ψες το βράδυ 
ένας αγέρας απαλός 
τον πήρε ως τον Άδη.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό 
και πάνω του έτρεχ' αίμα 
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω 
μες στης ζωής το ψέμμα; 

-Γιε μου δε θα βρεις σα θα ρθεις 
την αγαπητικιά σου 
τώρα μετράει φως τ’ αστεριού 
και ψίθυρος του δάσου.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό 
κι έγραφε τ’ όνομά μου.
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω 
σα ’ρθω στα χώματά μου; 

-Το στομα ας ήταν σφραγιστό 
της μάνας σου της μαύρης 
γιε μου δε θα ’ρθεις-αχ-κλειστό 
τον κάθε δρόμο θα ’βρεις.





ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΟ 

Του κάκου την καταστροφή η Κασσάνδρα 
είδε μες στ’ άλογο να κρύβεται. 
Του κάκου ο Λαοκόοντας και οι γιοί του συμβουλέψαν. 

Οι Τρώες δεν τους δώσαν σημασία. 

Ήταν γιατί ο Σίνων πειστικός εδείχτη; 
Ήταν γιατί άδειο το στρατόπεδο από Αχαιούς να δούνε 
σκέψη στην τόση μέσα τους χαρά δεν εχωρούσε;
Ή τάχα μία βούληση ασύνειδη 
εκβιαστικής προαγωγής της Μοίρας
για να χτιστεί απ’ τον Αινεία η Ρώμη;

Ότι κι αν ήταν, με τιμές μεγάλες
μπάσανε τ’ άλογο στην πόλη μέσα.



Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
 Στην κόρη της Βάσως Κάθυ με αγάπη 

Να ’ξερα-που’ναι οι ψυχές-
να πάω να τις ρωτήσω 
και να τους πω: "Γιατί ψυχές 
μπαίνετε μες στο σώμα; 

Ποιο χέρι στην αιώνια σας 
την ύπαρξη απλώνει
και στο θνητό έτσι κορμί 
σας φυλακάει τ’ ανθρώπου;

Και σεις γιατί την πρώτη σας 
ουσία δεν ξεχνάτε 
κι ακίνητες κι αμίλητες 
δε στέκετε εκεί μέσα 

μόνο τα βελουδόπλαστα 
φτεράκια αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος ευλογιά, 
μάλαμα και ’φροσύνη- 

μόνο το διαμαντένιο σας 
το φως γλυκοσκορπάτε-
και  κάθε αχτίδα του χαρά 
και λάμψη κι ομορφάδα;" 

Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη 
των καθαρών τους των κορφών 
και μέσα να βυθίσω 

στού νου τις πετροκάμωτες 
και σκοτεινές χαράδρες 
και με φωνή που ο άδικος 
ο πόνος την τρανεύει 

να του φωνάξω: "Πες μυαλό 
κι συ με τη σειρά σου, 
ποιος μες στο άδειο το καυκί 
σε όρισε του ανθρώπου, 

να τρως από την τέρψη του  
να πίνεις τη χαρά του, 
κάθε του γλυκοθάμπωμα 
να πικροχρωματίζεις,

κι ό,τι η ψυχή γεννάει καλό 
και απαλό κι ωραίο 
με τα γαμψά να το ξεσκείς 
και μυτερά σου νύχιά-

ποιος στο σερνόμενο έδωσε 
το φίδι, εξουσία 
να ’χει στο λεύτερον αητό 
πάνω, τον υψικράτη;" 

Κι ανήμπορος τα δύο τους 
ν’ ακούσω τι μου λένε,  
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα 
κρεμάμενος τα χάη, 

και πριν να πέσω να χαθώ, 
και πριν ξαναγυρίσω 
απ’ το μηδέν που βρίσκομαι 
στο τίποτα από όπου ’ρθα, 

φριχτή να βγάλω μια κραυγή 
κι οι Κόσμοι να τρεμίσουν 
στριγκιά φωνή που ν’ ακουστεί 
στα μάκρη των Συμπάντων:

"Ποιος σαδιστής δημιουργός 
έπλασε τέτοια αμάχη 
και μέσα την εφύτεψε 
στ’ ανθρώπινα τα στήθια;

Ποιου πλαστουργού ανίερου 
η διεστραμμένη σμίλη 
έχει ένα τέτοιο σύμπλεγμα 
πανάθλιο σμιλέψει

και το ζωντάνεψε και μες 
στ’ ανθρώπινα τ’ αλώνια 
το ’ζεψε, κι ασταμάτητα 
γυρίζοντας εκείνο 

ποδοπατάει αλύπητα 
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου 
χωρίς αυτή όχι καρπό, 
μα ούτ’ ανθί να δώσει: 

Ποιος; Ας φανερωθεί λοιπόν 
ώστε προτού να σβήσω 
πάνω στο σιχαμένο του 
το πρόσωπο να φτύσω."

Μα ούτε τότε απόκριση 
θα έπαιρνα καμία. 
Μόνο θ’ ακούγονταν βραχνός 
μέσα στην ερημία

ο αντίλαλος απ’ τις τρανές 
φωνές μου που θα ’ρχόνταν 
από μακριά κι από βαθιά 
κάπου, σαν όπως φτάνει 

στ’ αυτιά μας το υπόκωφο 
βόγγημα της γυναίκας 
όταν αυτή κάτω από μας-
μπροστά μας σπαρταράει.



ΣΙΓΟΥΡΙΑ 

Από του πάνω χείλους τη διπλή γραμμή
Και το εξέχον προχειλίδιο
Κι από άνοιγόκλεισμα ανεπαίσθητο ένα
Των δυό ματιών της κάθε τόσο
Φαίνεται το φιλήδονο αυτής της πόρνης.

Αμίλητη
Απείραχτη απ’ τα γύρω
Ανέγγιχτη απ’ τα μέσα και τα εσώτερα
Και σταθερά προφυλαγμένη από τους άπειρους εμάς
Μέσα στην κυνικότητά της,
Όλων τα βλέμματα επιζητεί και έχει
Χωρίς αυτή κανέναν να προσέχει.


ΜΙΑ ΒΡΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΗ

Ο Μάης έβρεξε.
Χωρίς ο ήλιος να κρυφτεί
και δίχως λίγο η πλάση να κρυώσει.

Είναι του Μάη, λεν, το ψυχορράγημα
ή που τα όπλα του πριν παραδώσει
να μας τρομάξει λίγο προσπαθεί.

Δεν είναι τίποτε απ' αυτά.

Είναι που κείνο τ' άσπρο σύγνεφο
σε είδε και λαχτάρισε να σ' αγκαλιάσει. 
Και τα χεράκια του άπλωσε-
μικρές χρυσές σταγόνες.

Κι αλήθεια σε αγκάλιασε για τα καλά
και σ' ερωτεύτηκε τελείως.

Γι αυτό μετά 'π' το χάδι του 
παντού ήσουνα βρεγμένη.
Γι αυτό και τώρα έλαμπε το σύγνεφο
σαν φρεσκογυαλισμένο ασημικό
ή σαν παιδί που ξάφνω 
κάποιος του εχάρισε
μια δράκα καραμέλες.

                 ----------