Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

 ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ ΜΕΔΟΥΣΑ

Στο νησί πάνω που η Μέδουσα
σαν ερωμένη του να ήταν,  
ανέμελα τόσο αναπαύονταν,
σάμπως ο αέρας να ετρέμισε από κάτι άγνωστο
που ακόμα μακριά ’ταν,  
μα που εκείνη βαθιά της ένοιωσε
ότι αυτό σε κάτι,
το τέλος αναπότρεπτα έφερνε.
 
Κοίταξε
και μια κουκίδα πέρα  
στο ήρεμο το πέλαγο είδε
να πλησιάζει όλο, ώσπου τέλος
πάνοπλος νέος μπροστά της φανερώθη.

Ευθύς η Μέδουσα ορθώθηκε,
το ξένο βλέμμα του άδικα ζητώντας.    

Πετώντας από πάνω της αυτός
με τα σαντάλια του τα  φτερωτά και την ασπίδα
που φοβισμένη μια γοργόνα εκαθρέφτιζε,  
γρήγορα το κεφάλι της επήρε.  

Κι ένιωθε μια χαρά κρυφή που το κεφάλι αυτό
Ωραία σε χαλκό επάνω σμιλεμένο,
της Αθηνάς την κραταιά θα στόλιζε
την τρομερή  
τη θεία ασπίδα.