ΝΙΩΘΩ ΣΤΗ ΓΗ ΝΑ ΠΕΦΤΩ ΣΑΜΠΩΣ
Νιώθω στη γη να πέφτω σάμπως
πια τα φτερά μου δεν πετάνε’
το σώμα μου σε λίγο ο κάμπος
κι η χλόη του θα το κρατάνε.
Νιώθω τις ρίζες μου να έλκονται κάτω
μες στο βαθύ και πλούσιο χώμα
και λέω θα φύγω πριν τη Μάτω
με το στραβό λοξό το στόμα.
Νιώθω να ωθούμαι προς τον πάτο-
καθώς ναυάγιο-της θαλάσσης
όπως βουλιάζει μες στον κάδο
χάρτινες βάρκες ο Θανάσης.
Κι αχ! νιώθω σαν ψυχή που φεύγει
και που χωρίζει από το σώμα’
Θεέ μου αχ! γιατί δε βγαίνει
και βασανίζομαι ακόμα...