Παρασκευή 21 Απριλίου 2023

Μέσα στο θέατρο πολλά συμβαίνουν. Δισεκατομμύρια ηθοποιοί μπαίνουν, απρόσκλητοι, κάθε τόσο, και παίζουν ένα ρόλο που κανένας δεν τους ζήτησε να παίξουν, όπως και κανένας δεν τους καθοδήγησε πώς ίσως να το κάνουν. Κάνει καθένας ό,τι του έρθει, φέρεται όπως ο αυτοσχεδιασμός του της κάθε στιγμής απαιτεί, και φεύγει. Το έργο δεν τελειώνει εκεί. Γιατί συνέχεια ανεβαίνουν από τη σκαλίτσα που οδηγεί στη ράμπα καινούργιοι ηθοποιοί που παίρνουν μέρος σε αυτή την μεγάλη σε έκταση και σε χρόνο θεατρική παράσταση.  
Έτσι, όταν ο ηθοποιός εγώ αποφάσισα  χτες ότι ήθελα να διαβάσω, διάβασα ότι ένας ηθοποιός άνοιξε πυρ με το όπλο του εναντίον μιας κοπέλας εννέα ετών και των γονιών της, επειδή η μπάλα που έπαιζε μ΄ αυτήν η μικρή, έπεσε μέσα στον κήπο του σπιτιού του οπλοφόρου.
Προχτές άκουσα ότι ένας άλλος ηθοποιός σκότωσε μια γυναίκα ηθοποιό που νομίζοντας ότι εκεί έμενε μία φίλη της, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του οπλοφόρου.
Αυτά θύμισαν στον ηθοποιό εμένα,  δύο σκηνές από παλιότερες θεατρικές πράξεις στις οποίες συμμετείχα- την πρώτη φορά παριστάνοντας έναν τύπο που τον σταμάτησε ένας αστυνομικός, και τη δεύτερη φορά στο ρόλο ενός που τύπου, που ψάχνοντας για ένα κατάστημα σε μια γειτονιά που δεν την ήξερε, θέλησε να ρωτήσει έναν κάτοικο της γειτονιάς εκείνης για να μάθει πού ακριβώς βρίσκεται αυτό που ζητούσε.
Και θυμάμαι ότι ο ρόλος του αστυνομικού ήταν να μου ζητήσει τα χαρτιά μου. Ήταν μεσημέρι καλά σκηνοθετημένο-με τη ζέστη του τη μεγάλη, με ηθοποιούς άλλους να πίνουν κρύα ποτά και  άλλους να κάνουν αέρα με μια βεντάλια τριγύρω μας. Και όταν έκανα την κίνηση να βγάλω τα χαρτιά μου από την μέσα τσέπη του σακακιού μου, για να τα δείξω στον αστυνομικό, εκείνος έβγαλε από τη ζώνη του το πιστόλι του και με σημάδεψε με αυτό, λέγοντας κιόλας: «No guns!». Και ήταν πειστικός πολύ πράγματι. Εγώ πάλι έπρεπε λέει να τόνε κοιτάξω χαμογελώντας, σαν να έπαιζα σε άλλο, αστείο έργο (ποιο άλλο; ένα είναι-ή δεν είναι- όλο κι όλο…) και να του πω: «Τι όπλα… τα χαρτιά μου ψάχνω!»
Άλλη μια φορά, έπαιζα το ρόλο ενός  χαρούμενου, και πήγαινα να βρω ένα κατάστημα από όπου θα αγόραζα ένα εργαλείο που μου χρειαζόταν, και που αυτό το κατάστημα μόνον πουλούσε.
Και καθώς δεν ήξερα πού ακριβώς ήταν αυτό το μαγαζί, όταν υπολόγισα πως έφτασα κοντά του, είπα λέει να ρωτήσω κάποιον που έμενε εκεί κοντά.
Θυμάμαι όταν σταμάτησα το αυτοκίνητό μου, ότι είδα απέναντι, έναν άντρα, να βρίσκεται μέσα στο γκαράζ του και να ταχτοποιεί τα πράγματα τού γκαράζ, πηγαινοερχόμενος  μέσα σε αυτό.
Απόγευμα, δροσιά, σπίτια με πρασιές μπροστά περποιημένες και άλλα με έναν μεγάλο τσιμεντένιο χώρο να παρεμβάλλεται ανάμεσα στα σπίτια και στον δρόμο.
Το σπίτι στο γκαράζ του οποίου είδα τον άνθρωπο να πηγαινοέρχεται, ήταν από αυτά που δεν είχαν σπαρμένο τον μπροστά τους χώρο.
Τι ωραία σκηνή! Θυμάμαι που σκέφτηκα. Και τι  ωραίο που θα ήταν, σκέφτηκα, να υπήρχε και κάπου αλλού, εκτός θεάτρου, ένα τέτοιο απόγευμα…-μα γρήγορα έδιωξα τη σκέψη αυτή σαν ανεδαφική που ήταν.
Με αυτή τη σκέψη αλλά και αποφασισμένος να μάθω αυτό που ο ρόλος μου του απογεύματος εκείνου, της στιγμής εκείνης, απαιτούσε, διέσχισα τον δρόμο και πάτησα πάνω στην τσιμεντένια περιοχή την μπροστά από το σπίτι.
Αν υπήρχε σκηνοθέτης, θα ήταν πολύ ευχαριστημένος με την έκφραση που με το δασκάλεμά του είχε καταφέρει να δώσει στο πρόσωπό μου τη στιγμή εκείνη: μια ανεμελιά και μια ευχάριστη διάθεση.
Τα επόμενα όμως δευτερόλεπτα της σκηνής εκείνης, έδειξαν ότι ο υποθετικός μου σκηνοθέτης, είχε δώσει στον άνθρωπο του γκαράζ πολύ άγριες διαθέσεις.
Έτσι, αυτός, όταν με είδε να κάνω τα πρώτα βήματα πάνω στη μεγάλη αυλή του με σκοπό να φτάσω στο γκαράζ, βγήκε από αυτό κραδαίνοντας ένα πιστόλι, και ήρθε με γρήγορα βήματα προς το μέρος μου φωνάζοντάς μου: «Το ξέρεις γαμημένε ηλίθιε ότι μπήκες στην ιδιοκτησία μου;»
Ψιθύρισα κάτι σαν «Συγνώμη, δεν ήθελα άλλο παρά να…»
Πριν όμως συνεχίσω την ευγενική μου απάντηση στην ερώτησή του, αυτός δεν περίμενε να την ακούσει αλλά με διέκοψε και σημαδεύοντάς με τώρα με το πιστόλι του, «φύγε αυτή τη στιγμή γιατί αλλιώς….», έκανε,
Ωραίες στιγμές, ώραίες αντιπαραθέσεις, ωραίο θέαμα θα έβλεπε, αν υπήρχε, ο θεατής!
Αυτά μου θύμισαν κι έναν άλλο ρόλο που έπαιξα. Και θα πω πώς τον συσχετίζω με τα προηγούμενα, όταν τελειώσω τον ρόλο του ενθυμούμενου που σήμερα το πρωί της Παρασκευής του έτους 2023 παίζω.
Έμενα τάχα σε μια χώρα που είχα πάει εκεί σαν μετανάστης.
Το σπίτι όπου έμενα είχε δίπλα στην εξώπορτα ένα μικρό κηπάκι, ενάμισυ επί ενάμισυ μέτρο περίπου. Εκεί μέσα ήσαν σπαρμένα κάτι μυρωδικά φυτά από κάποιον προηγούμενο ενοικιαστή.
Μια μέρα, βγαίνοντας από τι σπίτι, βρήκα κολλημένο με σελοτέιπ ένα χαρτί-φύλλο μαθητικού τετραδίου, όπου πάνω του είχε γραφτεί με παιδικά, ορθογραφικά σωστά, αλλά «άσχημα» σαν ζωγραφισμένα γράμματα, το εξής: «Αηαπητέ γείτονα, από λάθος μου, ενώ έπαιζα, έριξα την μπάλα μου μέσα στον κήπο σας. Θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να μου την δώσετε πίσω;»
Και δεν σκότωσα κι εγώ το παιδάκι όπως έκανε ο κύριος των σημερινών ειδήσεων. Ο ρόλος ο δικός μου ήτανε να παίξω τον καλό. Έδωσα λοιπόν την μπάλα πίσω στο παιδάκι, λέγοντάς τος ότι αυτά συμβαίνουν.
Πώς τώρα συνδέω όπως σας είπα τους δύο που πριν σας περίγραψα ρόλους μου, με τον ρόλο μου στην Τρίτη περίπτωση-του παιδιού με την μπάά; Να! Σκέπτομαι μήπως το παιδάκι δεν έγραψε το σημείωμα εκείνο από ευγένεια, αλλά από το φόβο ότι ίσως ο άγνωστός του ιδιοκτήτης του σπιτιού μέσα στον κήπο του οποίου έπεσε η μπάλα του, θα το πυροβολούσε όταν πήγαινε να του την ζητήσει.
Τέλος πάντων, χάρηκα ότι δεν μου είχε δοθεί ο ρόλος του δολοφόνου αλλά του ανθρώπου που αντίθετα  βλέπει με κατανόηση και ακόμα με αγάπη το λάθος του μικρού παιδιού.  
Την περίοδο αυτή παίζω το ρόλο του γέρου που όντας κοντά στην έξοδό του από το πάλκο, έχει βγει στην πλατεία μιας πόλης και σκορπίζει, πετώντας τα έναγύρω, τα βιβλία που έχει γράψει.  Και μάλιστα διασκεδάζει βλέποντάς τα να πατιούνται από τους άλλους ηθοποιούς.