ΚΟΛΥΜΠΙ
Πόσο ευχερώς οι άλλοι κολυμπάνε!
Μες στο νερό στριφογυρνούν,
βουτούν, ξαναβγαίνουν, χαριεντίζονται…
Εκείνος δύσκολο πολύ το βρίσκει
όλα αυτά να κάνει.
Άρνηση μια, κάθε του τέτοια κίνηση περιορίζει.
Ούτε την ευελιξία,
ούτε την ελαφρότητα των άλλων έχει.
Πολύ αυτό τον θλίβει. Και τα χρυσόψαρα
γύρω από κείνους μόνο τριγυρνούν.
Μα θλίβεται αδίκως.
Αυτός
στα ρηχά όχι,
μα στα βαθιά νήχεται.
Και κει οι κινήσεις του είναι ακώλυτες.
Και αν ούτε χρυσόψαρα εκεί πηγαίνουν,
μα ανάγκη,
τέτοιο όποιος γνωρίσει βάθος,
δεν έχει από χρυσόψαρα κι ευελιξίες.
ΜΙΚΡΗ ΩΔΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΜΟΥΛΟ
Σύκα στο περιβόλι και δαμάσκηνα
ρόδια και δίφορα λεμόνια
σταφύλια...αχλάδια ζουμερά...
φράουλες...
Μόνο τα ευαίσθητα
χνουδάτα
κλαδωτά
εύθραυστα μούσμουλα
λείπουν.
Πρώτα μας ήρθαν.
Κροτάλισαν ευγενικά πάνω στο δέντρο τους,
εψάλαν τις γλυκές τους μελωδίες,
κουβάλησαν
στο φως και στη διαφάνεια τους το καλοκαίρι,
φραγμό στην ίδια την επιβουλή τους
εβάλανε διαφράγματα ωχρά
τοποθετώντας τα με τακτ
τριγύρω στον καρπό,
κι αφού μας επλημμύρισαν ανταύγειες
και μνήμες οσμηρές
κι επαναλήψεις
και συνέχειες,
επαραχώρησαν τη θέση τους
σε όλα τ' άλλα.
Ω! Μούσμουλο συμπυκνωμενο
και ανέκφραστα θολό!
Ω! Μούσμουλο αβρό και στοργικό!
Ω! Πρωτοβρόχι στης ζωής την ξέρα!
Ω! Υπομονή στην άκρη της βροχής!
Ω! Αδιάσπαστε, πικρέ
κολλώδη ήλιε της πρώτης καλημέρας!
Στο περιβόλι σύκα...φράουλες...
μα με το μύρο σου όλα ανθούν
και με τη θύμησή σου
όλα δένουν και καρπίζουν.
"ΣΩΠΑ"
Τη νύχτα προς τις δυόμισι με τρεις
σαν μεθυσμένος μ' αϋπνία μπεκρής
στον ουρανό κοιτάζω κι αντικρίζω
το φεγγαράκι που απαλά φωτίζει.
Μόνο καθώς εκείνον περπατεί
στον ουρανό τον έρμο και πλατύ,
χλωμό, σαν άρρωστο ένα παιδάκι
και με πικρό-αγέλαστο χειλάκι.
Και λέει: "Τι να κάναμε κι οι δυο
και μια ζωή περνάμε ρημαδιό;"
Και λέει: "Ποιος τους δρόμους μας χαράζει
και οδοιπόρους πάνω τους μας βάζει;.."
Και λέει: "Όποιος κι αν είναι, όσο ζει,
χαρούμενη μια μέρα να μη δει.
Του πόνου η φωτιά να τόνε καίει
και όλο να θρηνεί, κι όλο να κλαίει..."
Μα πριν ο λόγος του κιωθεί ο φριχτός,
"Σώπα! " του λέει του φεγγαριού το φως-
"Έτσι που εκεί θερμά παρακαλιέσαι,
τον εαυτό σου, αδέρφι, καταριέσαι".