Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

 ΑΣ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΜΑΣ

(Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν στην Αμερική στη διάρκεια της εκεί εξορίας μου)  



ΠΕΘΥΜΗΣΑ..

Μυστήρια που 'ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου'

πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κατ' απ' του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξύγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει βρε αδερφέ πως την πειράζω...

Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν' αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς,χιονισμένους χειμώνες.

Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.


Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που 'χουν λάκκους'
πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους'
πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα άγριοι πωλητές να με κοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.

Να βρεθώ επεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη'
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.

Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ' ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.


Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ' ό.τι πούνε
τ' αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.

Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.

Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο-
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!





ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Αφού όσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ' ένα θάμα.

Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το 'πιασε το γατί
κι αντί να 'ρθεί στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να 'ρθεί σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.

Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ' έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είν’ άλλη φορά η σανίδα της βρεγμένη.







ΑΓΝΟΙΑ

Μέσα στ' άλλα τα στραβά μου
και αυτό το 'χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.

Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα 'χει ξεσπάσει.

Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει
μα και τότε πάλι αν...

Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
πως παντρεύτηκε θα μάθω
σα μου πούνε πως χηρεύει.

Ένας φίλος αρρωσταίνει;
ενημέρωση έχω τόση
που απ' τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα 'χει αναρρώσει.

Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.

Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θα ’ναι εκείνο που δεν είδα.

Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
Λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία,

ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις.

"Βρε δεν τα 'μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".

Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε, δεν το 'μαθα ποτέ μου.

Σ' εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι, πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.

Έτσι έμαθα τυχαίως 
πως κατά το μάλλον και ήττον 
της Λουίνσκι τα δυο χείλη 
δεν αγγίξανε στου Κλίντον

πως ο Ομπάμα ειν' ο νέος
πρόεδρός μας μες στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα...

Το Ιράκ πως ενικήθη
ότι πείνασαν οι ρώσσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει. 

Και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ' τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ' αυγά μελάτα.

Και βεβαίως είν’ ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που 'χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.

Να λοιπόν ένα από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
που με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.

Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.

Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
ότι είμαι πεθαμένος
και… δεν το 'χω μάθει ακόμη.





ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΙ

Ένας κοντός κοντόχοντρος
και μια χοντρή για γέλια
μέσα στο laundry μπήκανε-
χοντροί σαν δυο βαρέλια.

Εκεί ήταν κάτι όμορφες
κάτι χαριτωμένες
που όσο τα ρούχα πλένονταν
ήτανε κρεμασμένες

από τον ώμο του άντρα τους
ή απ' το λαιμό του φίλου
και ανταλλάζαν ασπασμούς
μετά μεγάλου ζήλου.

Στέκουν οι δυο ακίνητοι. 
Του πάχους τους το χάλι
αιτία ήταν μονάχο του
για να γελούν οι άλλοι.

Σκέψου να επιχειρούσανε
να φιληθούνε κιόλας
της πιο αστείας θα γίνομουν
μάρτυρας καραμπόλας.

Κι όμως το θάμα έγινε:
οι άλλοι όταν εφύγαν
κι οι δυο χοντροί σε νάυλον
σακούλες ετυλίγαν

τα ρούχα τους που άχνιζαν
απ' τον καυτό τον κάδο
(η μοίρα μου το έγραφε
κι αυτό το θέαμα να 'δω),

δίνοντας την κατάλληλη
φόρα φορά και κλίση
στα δυο που έτσι ολόπαχα
κορμιά είχε πλάσει η φύση, 

με τα πολλά κατάφεραν
χωρίς να γκρεμιστούνε
τα χείλη ν' ακουμπήσουνε
και-ναι!-να φιληθούνε.



ΕΜΦΑΝΗΣ
ή
η WAITRESS

Ήταν ψηλή με πρόσωπο ωραίο. 
Λίγο αδύνατη αλλά με συμμετρία. 
Το σώμα έμοιαζε πιο νέο
για τη μεγάλη της την ηλικία.

Μια εμφανής σεμνότης την κρατούσε.
Συχνά γελούσε μα αρκετά συγκρατημένα.
Για φαγητό καθώς ρωτούσε
τα μάτια είχε κατεβασμένα.

Για ένα μεσόκοπο σαν εμένα
σωστό μου έμοιαζε να την παντρευόμουν
έτσι όπως μ' είχανε ξεχασμένα
όσοι ασίγαστα εγώ σκεφτόμουν.

Σ' ένα παιδί που ήξερα δυο χρόνια
καθώς ετρώγαμε, μίλησα με ζέση
(είχανε φύγει τα γκαρσόνια):
«αυτή εκεί η γυναίκα μου αρέσει…»

Σαν να μιλούσε στον εαυτό του
"μ' ένα “’κατόφραγκο”, μου λέει, "ξαπλώνει υπτίως''.
Και γύρισε στο φαγητό του.
Δολάρια εννοούσε ο αχρείος…




ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ
(Los Angeles, 8741 Owensmouth Ave, Canoga Park) 

Μια ωραία σαραντάρα
που στο δίπλα μένει σπίτι
από ένα παλιο-αλήτη
τι τραβάει η φουκαριάρα!

Απ’ το σπίτι το δικό μου
τη χωρίζει ένας τοίχος. 
Μα καθάρια φτάνει ο ήχος. 
Kαι δουλεύει το μυαλό μου.

Όταν μέσα μπαίνει εκείνος
κάτι αμέσως τον θυμώνει
(η εξήγηση ειν’ η μόνη)
κι όπου βρει χτυπάει το κτήνος.

Και αυτή πονάει βεβαίως
κι αντηχούνε οι φωνές της
οι πολλές κι οι δυνατές της
και ουρλιάζει-και βογκάει.

Και ο τοίχο ς λέξεις φέρνει.
Ξεχωρίζω μες στο σάλο
"φτάνει!", "μη!", και "όχι άλλο!"
μα εκείνος δέρνει... δέρνει...

Μια φωνή μεγάλη ακόμη
κι ύστερα όλα σταματάνε-
ψιθυρίζοντας μιλάνε-
θα ζητάει αυτός συγνώμη.

Μα η συγνώμη κι ειπωμένη
δεν μπορεί πληγές να κλείσει
κα σε λίγο αυτή στη βρύση
πάει τα τραύματα και πλένει.

Τι εξυπνάδα σε καλό μου!
Tι καλά πίσω απ' τους τοίχους
ερμηνεύω εγώ τους ήχους-
α! δουλεύει το μυαλό μου.





ΜΙΑ ΓΡΙΠΠΗ

Βαριά μια γρίπη κόλλησα κι έγραψα στην Ελλάδα
για τους μεγάλους πόνους μου, τη θέρμη, τη ζαλάδα
για όλα όσα ο άνθρωπος θέλει μια παρηγόρια
σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε του ανημπόρια.

Σε πέντε μέρες ήμουνα καλά. Το γράμμα όμως
ακόμα δε θα έφτασε. Είναι μακρύς ο δρόμος. 
Κι η απάντησή τους κάποτε όταν σε με θα φτάσει
της γρίπης τα συμπτώματα θα έχουνε περάσει…

Μα ο θεός βοήθησε κι αυτούς αλλά και μένα.
Τα λόγια της συμπόνιας τους δεν πήγανε χαμένα:
τόσο το γράμμα που κι αυτοί γράψανε είχε αργήσει
που όταν έφτασε, ευτυχώς, είχα ξαναρρωστήσει.




ΕΚΕΙ

Η ανεψιά μου πήρε προχτές απ' την Αθήνα
και μου 'πε πως μακριά μου ειν' άοσμα τα κρίνα
και ότι δε μεθάνε το ούζο κι η ρακή.
Πόσο με θέλουν όλοι όταν δεν είμαι εκεί!

Και μου 'γραψ' ο ανεψιός μου πως έχει αδυνατίσει
και δεν μπορεί σε ύπνο το μάτι του να κλείσει
και να ντυθεί και πάλι θα πάει στο χακί.
Ω! Πόσο λείπω σ' όλους όταν δεν είμαι εκεί!

Στους φίλους μου απ' όλους περσότερο όμως λείπω
γιατί καθώς εμένα δεν βρίσκουν άλλον τύπο. 
Οι άλλοι τους-λεν-οι φίλοι, τούς είναι φορτικοί.
Πώς όλοι με ζητάνε όταν δεν είμαι εκεί!

Και να με λησμονήσει μια φίλη μην μπορώντας
και φίλο σαν εμένα να βρει αδυνατώντας,
έβαλε πλώρη να 'ρθει για την Αμερική.
Με θέλουν πράγματι όλοι όταν δεν είμαι εκεί!

Ως κι οι συνάδελφοί μου αφήσαν τη δουλειά τους
γιατί σε μένα είχαν μονάχα τα μυαλά τους
κι άνεργοι τριγυρίζουν τώρα και νηστικοί
και μαύρη ζουν μια ζήση που εγώ δεν είμαι εκεί.

Κι εγώ, επειδή όλοι να με ζητούνε θέλω
τα χαιρετίσματά μου από μακριά τους στέλλω
αλλά δε θα γυρίσω στη χώρα μου, γιατί
κανείς δεν θα με θέλει όταν θα είμαι εκεί… 




ΑΝ ΕΙΧΑ ΛΕΦΤΑ

Αν είχα λεφτά και παχύ πορτοφόλι-
αν είχα λεφτά- θα με ήθελαν όλοι.
Κοντές και μεσαίες-μεσαίες και ψηλές
για μένα οι γυναίκες θα ήταν τρελές.

Οι φίλοι θα μ' είχαν μη στάξει μη βρέξει
και όλοι θα πρόσεχαν κάθε μου λέξη 
κι ιδέα κακή δε θα είχε κανείς
για μένα, στενός ή φαρδύς συγγενής.

Γνωστοί, άγνωστοί μου, πελάτες, γειτόνοι
μια σκέψη θα είχαν στη ζήση τους μόνη:
περσότερα πώς να μου πάρουν λεφτά
και θα 'καναν ότι μπορούσαν γι αυτά.

Γι αυτό τα λεφτά δε θα 'πρεπε λέω να 'ναι
το μέτρο που όλα μ' αυτά τα μετράνε.
Τουλάχιστο εγώ το μικρό μου πανό
υψώνω-σαφώς μ' όλα αυτά διαφωνώ.

Μ' αυτό δεν αλλάζει το πράγμα βεβαίως
και ουτ' η άποψή μου κερδίζει έτσι κλέος-
μα ίσως να πρέπει κανείς να το πει-
λίγο έτσι μπορεί να μικραίνει η ντροπή.

Ω! Αν είχα λεφτά και παχύ πορτοφόλι
Ω! Τότε αναντίρρητα θα μ' ήθελαν όλοι!
...Μα τότε (το λέω κι από φρίκη ριγώ)
μπορεί να τους ήθελα όλους κι εγώ...



ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ

Μια αμερικάνα γνώρισα μικρούλα και δροσάτη
που η θωριά της θύμιζε αμέσως το κρεβάτι.
Της ζήτησα να κάνουμε οι δυο μας μία βόλτα
και μου 'πε: "ναι, μα δείξε μου πόσα λεφτά έχεις πρώτα".

Λίγο ψυχρή μου φαίνονταν, μα είπα θα ζεστάνει-
της είπαν έτσι στην αρχή πως πρέπει ίσως να κάνει.
Κι έτσι και σ' άλλο ραντεβού προχώρησα εν τω άμα
ελπίζοντας πως γρήγορα θα έστρωνε το πράγμα.

Στο δεύτερο εχάϊδεψα τα ολόξανθα μαλλιά της
αλλά το χάδι μου 'γινε αυτό ένας εφιάλτης.
Το χέρι μου απώθησε και μου 'πε: "Ασ' τα χάδια
για να τα φτιάξω έδωσα δεκαοχτώ δολάρια".

Κι όταν φιλούσα το γλυκό και τροφαντό της στόμα
ενώ εγώ τη φίλαγα, ’κείνη και τότε ακόμα
μετρούσε ως μου 'πε ύστερα στα δέκα δάχτυλά της
πόσα δολάρια μάζεψε σήμερα στη δουλειά της.

Κι ενώ εγώ της μίλαγα γι αστέρια και φεγγάρι
στην τσέπη της εχάϊδευε αυτή ένα εικοσάρι.
Κι απ' της αγάπης το γλυκό και τρυφερό μαρτύριο
τηνε τραβούσε πιο πολύ-τι;-το Χρηματιστήριο.

Μα επέμενα γιατ' ήτανε σας λέω καλό κομμάτι
κι αν στην καρδιά δεν έμπαινε μα έμπαινε στο μάτι.
Κι έτσι, κι ας ήταν τα κακά σημάδια όχι λίγα
μια μέρα που ψιλόβρεχε στο σπίτι μου την πήγα.

Αλλά γραφτό ήταν εκεί για πάντα να τελειώσει
το ειδύλλιό μας πριν καρπό κανένανε να δώσει.
Γιατί ενώ σχεδόν γυμνή στο στρώμα είχε γείρει
την τελευταία έριξε σταγόνα στο ποτήρι:

όταν κι εγώ ήμουν έτοιμος να πέσω στο κρεβάτι
αυτή προς 'μένα εκοίταξε με μια ματιά φλογάτη. 
"Ω! Επιτέλους!" σκέφτηκα. Μα αυτή : "γλυκό μου αγόρι",
 μου λέει μελιστάλαχτα, "σου έπεσ’ ένα κουόρι".

(κουόρι στηνΑμερική ε’ιναι άνα εικοσιπεντέλεπτο κέρμα)





ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟ
ΓΥΜΝΑΣΜΑ ΣΤΟ ΘΕΜΑ
ΞΕΝΗΤΕΙΑ

Όπως πετρώνει το τσιμέντο
που φτιάχνουν οι χτίστες
(το 'δα μια μέρα στο Τολέντο
που χτίζαν τις πίστες

στων ταυρομάχων τις αρένες),
κι όπως η λάβα
φόρμες ταιριάζει πετρωμένες
με χρώματα μαύρα

(κάνοντας ίσως και πτυχώσεις
στης γης το δέρμα)
ίδιο ένα πέτρωμα θα νιώσεις
στο νου και στο αίμα

όταν στα χόρτα καθισμένος
που η Άνοιξη εγέννα
ταλαιπωρείς συλλογισμένος
μπλοκάκι και πένα.

Απαραιτήτως βέβαια πρέπει-
νομίζω δεν το είπα-
άδεια από χρήμα να 'ναι η τσέπη
και να 'σαι στις ΗΠΑ.




ΕΥΓΕΝΗΣ

Δεν ξέρω και τι σ' έπιασε με τούτα
μα κει που εκαθόμουν σκεφτικός
ρώτησες: "τι σ' αρέσει από τα φρούτα;"-
σου είπα: "ο γλυκός τους ο χυμός".

Με ύφος που εθύμιζε αγγελούδια
μα θ' άναβε τουλάχιστον δαδιά
μου είπες: "τι σ' αρέσει απ' τα λουλούδια;"-
σ' απάντησα: "η γλυκιά τους ευωδιά".

Και παίζοντας με μία σου καρφίτσα
μου είπες με ναζιάρικη φωνή:
"κι αλήθεια τι σ' αρέσει απ' τα κορίτσια;"
Στραγγίσανε του λόγου μου οι κρουνοί, 

κι ας ήταν η ερώτηση αήθης
εσιώπησα όπως θα 'κανε καθείς
που είναι όχι μόνο φιλαλήθης
μα είναι-και κυρίως-ευγενής.







ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

Όλοι έχουμε περιόδους μ΄ ενδοστρέφεια κι εξωστρέφεια
αναλόγως με τα γούστα κι αναλόγως με τα κέφια. 
Πότε λιώνουμε στο κλάμα πότε ακράτητα γελάμε
κι ή μας πιάνει μουγγαμάρα ή ασταμάτητα μιλάμε.

Πότε μέτριο τονε θε 'με τον καφέ πότε γλυκύ. 
Να βρισκόμαστε ζητάμε ποτε εδώ και ποτε εκεί. 
Για τους ίδιους τους ανθρώπους όταν κάποιος μας ρωτά
πότε είμαστε υπέρ τους, πότε είμαστε κατά.

Πότε θέλουμε μονάξα πότε θέλουμε παρέα 
πότε όλα είναι σκάρτα πότε όλα ειν' ωραία 
και το ρόφημα το ίδιο ή πολύ θα μας αρέσει
ή ζητάμε απ' το γκαρσόνι να το πάρει από τη μέση.

Κι αν θα πεις για τα γραφτά μας δίχως άλλο είναι καλά. 
Μα η διάθεση την άλλη τη στιγμή πάλι χαλά
κι όχι πια-δε μας αρέσουν-τι στιχάκια του συρμού-
δε θα κόψουμε ποτέ μας κεφαλές εμείς Ερμού.

Κι η ζωή μας είναι όλη μια στο κρύο μια στη ζέστη-
ή "ζωή" θ' ακούς "εν τάφω" ή θ' ακούς "Χριστός ανέστη". 
Κι επειδή χαρά και λύπη δεν κολλούν να κάνουν κράμα
και ο Χάρος θα μας έβρει ή στο γέλιο ή στο κλάμα.



ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ..

Θάνατος είναι να λιπαίνεις
του μνήματός σου τα λουλούδια.
Θάνατος είναι αντίς ανθρώπους
να βλέπεις γύρω μαύρα ζούδια.

Είναι ανάγκη να μην έχεις
καμιάς γυναίκας την παρέα, 
κι είναι ποτέ να μη σε νοιάζουν
του ραδιοφώνου σου τα νέα.

Είναι ποτέ να μην κρυώνεις
κρύο όσο γύρω σου κι αν κάνει, 
είναι το μήκος των τριχών σου
να έχει πάψει πια ν' αυξάνει.

Θάνατος είναι να μην πρέπει
να φας να πιεις ή να διαβάσεις, 
είναι ποτέ σου να μην έχεις
να ξαναδώσεις εξετάσεις.

Θάνατος επιτέλους είναι
χώρο στο σπίτι να μην πιάνεις, 
θάνατος είναι, και κυρίως, 
να μη φοβάσαι να πεθάνεις.




ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ
ή  
ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ ΦΙΛΙ 

Εγώ δε φταίω. Ούτε αυτή. Ούτε κανένας άλλος. 
Από μια σύμπτωση έγινε χαμός τόσο μεγάλος.
Να τη φιλήσω σταυρωτά θέλησα όπως φιλούνε
όσοι αγνά και άδολα και άσπιλα αγαπούνε.

Μπερδεύτηκε το σταύρωμα και το μικρό της στόμα
βρέθηκε αντί στο μάγουλο μες στο δικό μου στόμα. 
Συγνώμη ευθύς θα ζήταγα από την καλή μου φίλη
-ήταν η πρώτη σκέψη μου αυτή-μα... με τι χείλη...

και πια ευθύνη από κει και ύστερα δε φέρω
αφού ούτε τι έγινε καλά καλά δεν ξέρω.

Μόνο θυμάμαι του άντρα της την άγρια τη φάτσα
κι αυτήν που με προστάτευε με τ' άσπρα της τα μπράτσα. 

Κι αμέσως ύστερα απ' αυτό τις σφαίρες να σφυράνε
έπιπλα να σωριάζονται και γυαλικά να σπάνε.

Όταν θα φύγω-συν θεώ-απ' το νοσοκομείο
α! θα προσέχω πού ακουμπώ τα χείλη μου τα δύο.

Και για να είμαι σίγουρος πως δεν έρθω πίσω
γυναίκα πάλι σταυρωτά δεν θα ξαναφιλήσω.



ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ

Αγάπησέ με-αγάπησέ με
πολύ εκράτησε η άρνησή σου
πρέπει οπωσδήποτε-άκουσέ με
να μ' αγαπήσεις-για συλλογίσου,
είδες ποτέ σου πιο μπερδεμένη
τη φύση γύρω; Πες πότε είδες
τη βεβαιότητα πιο σαστισμένη;
Πότε ασυννέφιαστες καταιγίδες;

Πότε άλλοτε είδες τον ωροδείκτη
λεφτά να δείχνει αντί για ώρες;
το στόμα πάνω από τη μύτη;
Πότε ωραίες γεροντοκόρες;

Λίγο ακόμα αυτό αν πάει
ίσα ο κάβουρας θα περπατήσει
κι ο ήλιος αύριο θα ρωτάει:
"με συγχωρείτε, πού είναι η δύση;

Άλλο σαν τούτο δεν έχει γίνει. 
Προτού το πράγμα δεν πάει άλλο
στην έρημή μου γείρε την κλίνη
και πάψε-κόπασε του’ τον σάλο. 






ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ

-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι 
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ-σε θέλω-βιάσου.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου 
τζίτζικα βρωμιάρη-φτου-
πώς μπορεί μια πεταλούδα 
να φιλεί σου τη μουσούδα;

-Και τι έχω το στραβό 
όπου τόσο σ'  απωθώ;
-Είσαι γκρίζος. Εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο.

-Κι εγώ πάντα τραγουδώ. 
Το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω 
στα μεράκια όταν μπαίνω.

-Όλο τρέχω και πετώ 
και δε στέκω ούτε λεφτό. 
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω-δε μου μοιάζεις.

-Είμαι  εγώ τραγουδιστής
είσαι εσύ ο χορευτής-
απ’ των δυο μας την παρέα
τι θα ταίριαζε πιο ωραία;

-Ω!  Αταίριαστοι πολύ 
’μεις οι δυο: εγώ έχω βγει
από άσπρο ένα κουκούλι. 
Συ θα το 'χεις για κιβούρι. 

-Όμοια ειν'  τα δυο αυτά:
η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα  αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη φύση.

-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ. 
Τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο… 

-Μια φορά εσύ αν καείς 
η φωτιά μου συνεχής.
Αχ!  με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.

Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι 
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομαι  εφτού-
α!  με σένα είμαι ίδια 
σα μου βγάλεις τα στολίδια.    





ΚΑΙ ΠΙΑ

Και πια θα έρθει η ώρα να πεθάνω
χωρίς όλα τα έργα να 'χω δει
χωρίς να 'χω γνωρίσει τη χλιδή
χωρίς αυτά που ήθελα να κάνω.

Χωρίς να έχω γράψει όσα μπορούσα
χωρίς να έχω πάει στον Καναδά
χωρίς να μάθω τ' είναι τα νωδά
χωρίς να έχω ζήσει όσο ζούσα.

Και πια θα έρθει η ώρα να πεθάνω
και πια θα έρθει η ώρα... και λοιπόν;
Θα λεν όλοι για μένα τότε "απών"
και δε θ' ακούω σα θα παίζουν πιάνο. 

                         -----






ΤΟ ΔΙΑΛΕΧΤΟ

Κάθε ημέρα σε ακώ
γλυκιά γειτόνισσά μου
σ' ένα παιδί που 'χεις μικρό
να λες: "Έλα κοντά μου… 

πες μου μωρό μου, μ' αγαπάς;
φάε όλο το φαγάκι…"
και λιγωμένα του ζητάς
"ω! δος μου ένα φιλάκι!"

Φαίνεται εκείνο δυστροπεί
μα πείσμα το 'χεις βάλει
και μετά σύντομη σιωπή
τα ίδια αρχίζεις πάλι.

Αχ! τρυφερέ μου εσύ καημέ
αφού αυτό δε θέλει
δε δοκιμάζεις και σ' εμέ
το διαλεχτό σου μέλι;

Είμαι υπάκουος-θα δεις
τρώω όλο το φαγάκι
το "σ' αγαπώ" θα βαρεθείς
κι αν πεις και για φιλάκι...




ΒΑΡΗΚΟΪΑ…

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένο. 
Εκείνος σκύβει προς αυτή
κι εκείνη μ' ύφος οργισμένο
του ξεφωνίζει μες στ' αυτί.

"Τ' είπες;" ρωτάει πάλι ο γέρος
κι αυτή για τέταρτη φορά
μες στου αυτιού το μέσα μέρος
τα ίδια λόγια του ιστορά.

Με περηφάνεια το σκυμμένο
κεφάλι ορθώνει τότε αυτός
και σκούζει μ' ύφος οργισμένο:
¨σιγά, δεν είμαι και κουφός.."



ΞΕΡΩ ΚΑΠΟΙΟΝ

Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.

Είναι πράος -είμαι οργίλος
είναι ξύπνιος ειμ' αργός
γίνομαι εύκολα εγώ φίλος
μ' όλους κείνος είναι εχθρός.

Το ταγκό εγώ χορεύω
του αρέσει αυτού το ροκ
ροκοκό εγώ διαλέγω
κείνος θέλει το μπαρόκ.

Για γυναίκες αν ρωτήσεις
του αρέσουν οι ξανθές'
κι οι δικές μου προτιμήσεις;
προτιμώ μελαχρινές.

Δε θα μ' ένοιαζε για κείνον
πώς περνάει και πώς ζει
στην οδό Ακανθοκρίνων
αν δε μέναμε μαζί

κι αν δεν είχαμε το ίδιο
να μοιράζουμε ποτό
κι αν δεν είχαμε μερίδιο
απ' το ίδιο φαγητό.

Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.




ΕΠΕΙΔΗ ΟΛΟΙ

Επειδή όλοι εδώ πέρα
συζητάνε για λεφτά
είπα να 'βρω μια γυναίκα
να μη νοιάζεται γι αυτά.

Και τη βρήκα. Κι είν' αλήθεια
για λεφτά παρά δε δίνει-
δυο δολάρια όταν είδε:
"τ' είν' αυτά;" μου είπε εκείνη.

Την παντρεύτηκα εν τάχει
και της είπα τι χαρά
είχα νιώσει όταν είδα
που αψηφούσε τον παρά.

Και μου είπε αυτή: "Βεβαίως'
τ' είναι σήμερα δυο μπάξις;
δεν μπορείς ούτε μια πέτρα
στο τσακμάκι σου ν' αλλάξεις..."




ΤΙ ΚΑΛΑ ΘΑ 'ΤΑΝ

Τι καλά θα 'ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
φέρονταν στο σύζυγό της
όπως φέρεται στους ξένους!

Και στους ξένους αν φερόνταν-
τέτοιο αν ήταν το μυαλό της-
όπως τώρα για αιώνες
φέρεται στο σύζυγό της...

Όταν κείνος της μιλούσε
να τον κοίταζε στα μάτια
και το βλέμμα της σε σπάνια
να τον έμπαζε παλάτια.

Σα μπροστά του εμφανιζόταν
να 'τανε σεμνά ντυμένη
σαν η μόνη-σαν η πρώτη
σαν η πάντα ερωτευμένη.

Να του μίλαγε με γλύκα
κι όταν κάτι της ζητούσε
δίχως να σκεφτεί καθόλου
"ναι" μονάχα ν' απαντούσε.

Γελαστή πάντοτε να 'ταν
και ποτέ αδιαφορία
ή οργή το πρόσωπό της
να μη σκίαζε καμία.

Η ευγένεια και η γλύκα
να 'δεναν στο φέρσιμό της-
δηλαδή με λόγια δύο
θηλυκός να 'ταν ιππότης.

Κι αν τ΄ αδύνατα ζητάω
όμως μ' όλα τα δικά της
έτσι και σε κείνον μόνο
να 'δινε τον έρωτά της.

Τι καλά θα 'ταν ο κόσμος
η γυναίκα αν κάθε γένους
έδινε στο σύζυγό της
ό,τι σπαταλάει στους ξένους!






ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στο καφενείο καθισμένος
δύο ζευγάρια απέναντί μου.
Τι θα γινόταν τάχα όταν-
αν το 'χα αυτό στη μπόρεσή μου

το δαχτυλάκι μου κουνώντας
τους άντρες άλλαζα αμοιβαίως;
Δεν είναι δύσκολο να ξέρω:
όταν στη γριά πήγαινε ο νέος

θα καλοδέχονταν εκείνη
την αλλαγή και θ' απαιτούσε
χαρά γεμάτη κι ευτυχία
το πράγμα αυτό να διαρκούσε.

Η νέα τώρα με το γέρο
θα εξαρτούσε από το χρήμα
ποιο-προσεγμένα καμωμένο-
το επόμενό της θα 'ταν βήμα.




ΓΕΜΑΤΟΣ ΜΕ ΘΛΙΨΗ

Γεμάτος με θλίψη
και άλλα πολλά
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά.

Μου έχεις σηκώσει
εσύ τα μυαλά
μου έχεις σηκώσει
και άλλα πολλά.

Σε έχασα κι όλα
τα βλέπω θολά-
τα τούβλα, τα βόδια
και άλλα πολλά.

Αν ησουν κοντά μου
θα ήταν καλά'
θα κάναμε τρέλες
και άλλα πολλά.

Θα σου 'γραφα ακόμα
και άλλα πολλά
μα έχω μελέτη
και άλλα πολλά.

Και τώρα με θλίψη
και άλλα πολλά
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά.


ΑΚΟΥ!

Γιατί δεν ξέρω να σου πω
αλλά με μιαν αφέλεια
φίλες και φίλοι και τους δυο
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Κι αν πεις πως είμαστε ψηλοί
κι ότι είμαστε μελάτοι -
ή κάτι έχουμε μελί-
το δέρμα μας, το μάτι, 

δίκιο θα είχανε. Αλλά
με ασχετωσύνη τέλεια
όλοι τους σώνει και καλά
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Αν θες φιλάω και σταυρό
μα τώρα είναι τρεις χρόνοι
που όποιαν φίλη συναντώ
μου λέει αμέσως "χόνι"

Και ας ρωτώ, μόνο γελούν
κανείς δε μ' απαντάει
γιατί ολοι οι φίλοι σα με δουν
μου λένε πάντα "χάϊ".

Ξέρω μονάχα και οι δυο
πως σκάζουμε στα γέλια
όταν μας λένε όλοι εδώ
ψηλούς και-άκου!- μέλια...



ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ
Ή
ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία.

Με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «Θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν' αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου 'ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;

Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ' άλλα δέντρα να τρυγάμε,
αλλά μήλο να μη φάμε!».

«Ξέρω τι μας έχει πει,
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα:

είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί-γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι!
Ποιος σου το ’πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα 'ναι-
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
Ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει…

Και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

Τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα την λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε 'συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός.
Γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,

δεΝ θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! Φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή.
Μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.